Μαρσύας

Και έτσι όπως μεγαλώναμε μαζί,
Οι σάρκες μας απόσπασμα του ξύλου,
Πλεγμένες ρίζες βαθιά στη γη,
Στη σιωπή,
Στη μουσική του δάσους,
Σε αέναη μελωδία, χωρίς αρχή και τέλος.

Έσφιξες τα γόνατα σου κι εκσφεντονίστηκες εκτός της σπείρας της ανάπτυξης.
Μια στιγμή διάσπασης,
Μια εκτόξευση εκτός τροχιάς,
Και ο κόσμος άλλαξε, ανεπανόρθωτα.

Βγαίνοντας,
Τραβήχτηκαν κομμάτια μου και με έσκισες.
Ένας πόνος βαθύς,
Ρίζα που ξεριζώνεται,
Πληγή που δεν επουλώνεται,
Παραμένει ανοιχτή,
Στόμα που διψά για απαντήσεις.

Λες, δεν το ήθελες.
Μια άρνηση στο σκοτάδι αναζητά λύτρωση μέσα από την αμφιβολία.

Λες, το ήθελες.
Η ομολογία. Κραυγή, αλήθεια που πονά και καίει σαν βιτριόλι.

Λες, δεν έγινε.
Η διάψευση της πραγματικότητας, σαν κρύβεσαι πίσω από τον καθρέφτη.

Λες, έγινε.
Η παραδοχή του αδιανόητου που φωλιάζει βαθιά μέσα στον ίδιο τον εαυτό.

Λες, δεν έφταιγες.
Μια προσπάθεια να γλιτώσεις από την ενοχή, να βρεις καταφύγιο στην αντίφαση.

Λες, έφταιγες.
Η ενοχή σε πλημμυρίζει,
σου κλέβει τον ύπνο,
τα όνειρα,
το μέλλον,
την ψυχή,
τον έρωτα.

Προσπαθώ να απαντήσω, μα ο λαιμός μου είναι ανοιχτός και το αίμα κοχλάζει.
Οι λέξεις κολλάνε,
Αγκάθια σχίζουν τη σάρκα,
Η φωνή μου χάνεται μέσα στο κόκκινο ποτάμι.

Παγιδευμένος στον κορμό του δέντρου μας,
Αιμόφυρτος,
Με τα όργανα μου απλωμένα σαν ιστός στους κλώνους,
Ένα μακάβριο διακοσμητικό της προδοσίας,
Με την ψυχή μου να αιωρείται,
Ανάμεσα στο να ζω με κατακρεουργημένα όργανα,
‘Η στο να ζήσω λειψός χωρίς αυτά.

Οι οφθαλμοί μου κρέμονται από τα οπτικά νεύρα,
Ξεχειλωμένοι,
Και σε κοιτούν να κλαις για τις δικές σου πληγές.
Μια σκηνή θλίψης και ενοχής,
Μια αιώνια παράσταση στο θέατρο της στυγνότητας.
Στο θέατρο της σκληρότητας.
Στο αιμοβόρο θέατρο.
Το άγριο.
Το αιμοδιψές.
Το βίαιο.
Θέατρο της τραχύτητας,
της οξύτητας,
της βραχνάδας,
της δρυμίτητας.
Θέατρο αιχμηρό,
διεισδυτικό,
διαπεραστικό,
διατρειτικό,
παρεισδυτικό,
διαβρωτικό,
διαχυτικό,
πικρό,
δριμύ,
παγερό.

Και εκεί,
Μέσα στη σιωπή της φύσης,
Οι πληγές μας θρέφουν το χώμα,
Από το οποίο θα φυτρώσουν νέες ρίζες,
Η πλάνη μιας νέας αρχής,
Μακριά από τον πόνο.

Θέρως ΙΙ

Το θέρος αυτό ήταν καυτό.
Η αμφιβολία που φώλιαζε μέσα μου,
Έγινε λέξη,
Έγινε βλέμμα,
Έγινε μικρό σπυρί άμμου στον άνεμο της δυσπιστίας.

Τα μάτια σου, καθρέφτες του ουρανού,
Ενός ουρανού πίσω από σύννεφα.
Κύμα υπόσχεσης που σβήνει στην ακτή,
Κι αφήνει πίσω το αλμυρό αλάτι στα χείλη.

Προσπάθησα να χτίσω γέφυρες πάνω από το νερό,
Μα ήταν άγρια η θάλασσα.
Αφημένος σε μισογκρεμισμένα ερείπια,
Πάνω από το μένος της τρικυμίας,
Μόνος,
Τρεμάμενο φύλλο που περιμένει μια αχτίδα φωτός,
Μια ζεστή λέξη.

Αλυσίδες κρατούν δεμένες,
Την εμπιστοσύνη,
Την προσδοκία,
Την ελπίδα.
Βαρύ φορτίο που δεν μπορώ να αποθέσω.

Το θέρος αυτό ήταν καυτό,
και εγώ, στον καύσωνα της ανασφάλειας,
ψάχνω δροσιά, ανάσα, νερό,
Στην έρημο της αλμύρας σου.

Ψύχος

Το δέρμα δεν ξεχνά τη λαίλαπα που το ‘καψε,
και για αυτό καλωσορίζει την παγωνιά,
με τα χέρια ανοιχτά προσκαλεί το άγγιγμα του ανέμου.

Οι ουλές γίνονται χάρτες παλιών δεινών,
διαδρομές που χάραξαν οι φωτιές,
σημάδια ενός πολέμου.

Κάθε ρυτίδα,
μια ιστορία που δεν ξεθωριάζει,
μια μνήμη χαραγμένη βαθιά.

Η φωτιά που σβήνει δεν εξαφανίζεται,
απλά χάνεται στη σκιά του κρύου.

Το δέρμα αποζητά την παγωνιά,
ως εραστή που γνωρίζει την αλήθεια του πόνου,
βρίσκει στην ψύχρα μια νέα παρηγοριά,
έναν τρόπο να θυμάται.

Η παγωνιά χαϊδεύει το τραύμα,
χάδι που σβήνει τον πόνο της καύσης,
ανάσα που παγώνει τις φλόγες.

Το δέρμα αγαπά το ψύχος,
γνωρίζει τη φευγαλέα αγκαλιά της φωτιάς,
στα κρύα πρωινά,
αφήνεται να αναπαυθεί.

Τρύπες

Μπορείς αν θες να με τρυπήσεις,
Αυτό που υπάρχει μέσα δεν τελειώνει,
Ο πόνος εδώ δεν έχει εξουσία,
Τα ρήγματα ξεχειλίζουν από αγάπη.

Μπορείς να προσπαθείς να με καταστρέψεις,
Να νομίζεις πως η βία θα με λυγίσει,
Μα από κάθε χαραμάδα που αναβλύζει,
Θα δεις το πρόσωπό σου να καθρεφτίζεται σε δάκρυα.

Μπορείς αν θες να με τρυπήσεις,
Και να πνιγείς μες στην ουσία που σκόπευες να καταστρέψεις.

Η Κατάκτηση του Σκορδόψωμου

Κάθε βήμα μπροστά είναι ένα βήμα μακρυά από κάτι άλλο, ένας συμβιβασμός τόσο ριζωμένος στον ιστό της ύπαρξης που αναρωτιέται κανείς μήπως η αληθινή ελευθερία δεν είναι παρά μια πλάνη, επινοημένη από αυτούς που μας θέλουνε σε αλυσίδες. Συντρόφια μου, δε σας βλέπω έτσι όπως κρύβεστε στις σκιές και σιωπάτε στις γωνίες. Φοβάστε να μιλήσετε, να κουνηθείτε. Κάθε κίνηση είναι μια απόφαση, κάθε απόφαση είναι μια απώλεια. Οι ελπίδες μας αγκιστρώνονται σε όνειρα μακρινά.

Πόσα πρέπει να αφήσουμε πίσω για να προχωρήσουμε;

Πόσα πρέπει να θυσιάσουμε για να φτάσουμε στην αυγή;

Λεπτά νήματα συμβιβασμών πλέκουν τις ζωές μας και γίνονται αλυσίδες. Βυθισμένοι στα σπλάχνα του Χρόνου, απλώνουμε τα χέρια αναζητώντας το φως, μα οι σκιές βαθαίνουν και το σκοτάδι μεγαλώνει. Τα όνειρα σβήνουν, και μόνο πένθος ηχεί στους διαδρόμους της ψυχής. Η ιστορία δεν είναι μια ευθεία γραμμή που ανηφορίζει προς τον διαφωτισμό, αλλά ένας λαβύρινθος οδύνης, όπου κάθε έξοδος οδηγεί πίσω στο κέντρο της απόγνωσης.

Οι ίδιες λέξεις αντηχούν σε δρόμους και σοκάκια. Δεν ησυχάζουν τα φαντάσματα της παλιάς αγάπης. Τα πρόσωπα αλλάζουν, αλλά η ιστορία παραμένει καταθλιπτικά οικεία. Κάθε γενιά ψάχνει το φως σε νύχτες απέραντες, όπου η ελπίδα σβήνει και αναγεννιέται μέσα απ’ την τέφρα. Οι καρδιές ξαναμιλούν, ψιθυρίζοντας τις ίδιες προσευχές, αναζητώντας την απροσπέλαστη αλήθεια. Το αίμα κυλά στα ίδια μονοπάτια, το τίμημα γνωστό, πόλεις καταρρέουν, τα όνειρα γκρεμίζονται, αφήνοντας σημάδια στη συλλογική συναίσθηση.

Σαν τον ήλιο με το φεγγάρι. Γυρνάμε στους ίδιους κύκλους, κάθε τέλος μια νέα αρχή, πάντα η ίδια πορεία. Επαναλαμβάνουμε αέναα μια ιστορία καταθλιπτικά οικεία. Σε μια γη γεμάτη δάκρυα, αίμα και στεναγμούς, γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σε δεσμά. Κραυγές υψώνονται από τις καταπιεσμένες καρδιές μας. Τα πρόσωπα μας σκυμμένα, τα μάτια μας τσακισμένα, από έναν κόσμο που μας προδίδει με κάθε αυγή. Στα βάθη της αβύσσου, εκεί που σιγοκαίει το πάθος, βλασταίνει ο σπόρος του λάθους. Τα όνειρα των καταπιεσμένων είναι τα θεμέλια του θρόνου του επόμενου τυράννου. Η ιστορία έλκει το μίσος, και οι απελευθερωτές γιορτάζουν την ανάληψη τους σε νέους δυνάστες.

Η αλλαγή δεν έχει να κάνει με τη σύγκρουση των ξιφών ή το βρυχηθμό των κανονιών – είναι η σιωπή μετά τη μάχη, όταν η σκόνη κατακάθεται και δε μένεις με τίποτα παρά τα φαντάσματα αυτού που κάποτε ήταν και τη μοναξιά αυτού που τώρα πρέπει να αντιμετωπίσεις. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η μάχη δεν τελείωσε με την τελευταία κίνηση του σπαθιού, αλλά μόλις άρχισε μέσα σου. Η γη κάτω από τα πόδια σου, γεμάτη με τα απομεινάρια ενός πολιτισμού που κάποτε τόλμησε να αμφισβητήσει τα αστέρια, και τώρα ψιθυρίζει τα μυστικά της σήψης του. Η ψυχή αναμετράται με τις απώλειες, τις αλλαγές και τις προκλήσεις που αναδύονται από τα ερείπια. Η διαδικασία της αναγέννησης απαιτεί θάρρος, υπομονή και εσωτερική δύναμη. Ο πόνος της αλλαγής είναι αναπόφευκτος, αλλά είναι και ο καταλύτης που τελικά διαμορφώνει τον πραγματικό μας χαρακτήρα και μας ωθεί να εξελιχθούμε, ακόμα και όταν όλα γύρω μας μοιάζουν αβέβαια και ζοφερά. Ίσως, η αληθινή αλλαγή δεν έρχεται με θόρυβο και οργή, ούτε με τις νίκες και τις ήττες. Ίσως, έρχεται όταν μάθουμε να περπατάμε μέσα στη μοναξιά χτίζοντας την ειρήνη μέσα μας.

Ανάμεσα στα ερείπια των παλιών αρχών και των σπασμένων ονείρων, το μόνο που βλέπω είναι το αργό, ανελέητο τρίψιμο του χρόνου. Δε νομίζεις, γευστικό μου αναγνωστικό κοινό, πως ο πόνος εντείνεται όταν τεντώνεσαι από οργή μέσα στα γρανάζια της φθοράς; Ακόμα και το παγωμένο χιόνι, όπως σκεπάζει τις πληγές του πολέμου, προσφέρει μια σύντομη ψευδαίσθηση αγνότητας. Το κρύο, όμως, διαθέτει απειροελάχιστο έλεος για τους ταλαιπωρημένους.

Μάθαμε να κρίνουμε την άγνοια και να οπλίζουμε τη γνώση. Η γνώση έγινε λαβύρινθος δίχως έξοδο, φτιαγμένος από κάγκελα. Τρέχουμε μέσα του αλαφιασμένοι και ουρλιάζουμε στους υπόλοιπους κατάδικους να φύγουν από τη μέση, λίγο πριν πέσουμε με τα μούτρα σε άλλο ένα αδιέξοδο. Η άγνοια δεν είναι απλά ευδαιμονία. Είναι ο φακός μέσα από τον οποίο ο κόσμος λάμπει με ατελείωτες δυνατότητες.

Η ελπίδα φαίνεται τόσο σπάνια όσο το φως του ήλιου, φιλτραρισμένη μέσα από βαριά νέφη που δεν υπόσχονται τίποτα παρά ατελείωτες νύχτες. Θέλουμε ελπίδα και ας είναι μολυσμένη. Δυστυχώς, έχουμε μάθει να είμαστε καχύποπτοι απέναντι στην ευτυχία. Βλέπουμε τις μηχανορραφίες πίσω από τη μαγεία, τη λύπη πίσω από τα χαμόγελα και την κούραση χαραγμένη στην ανατολή του ηλίου.

Δεν μπορώ παρά να νιώσω φθόνο για αυτούς που βρήκαν την ανάπαυση τους, των οποίων οι μάχες ολοκληρώθηκαν, όχι με τη νίκη αλλά με την παράδοση στο αναπόφευκτο. Ο θάνατος, φαίνεται, είναι η μόνη βεβαιότητα σε έναν κόσμο που βρίσκεται μονίμως στα πρόθυρα της κατάρρευσης, και όμως παραμένει φαινομενικά απρόσιτος, ένας ορίζοντας που υποχωρεί συνεχώς.

Υπάρχει δικαίωση, ή απλώς η λήθη ενός κόσμου πολύ σπασμένου για να θυμάται;

Το ουρλιαχτό του ανέμου ταιριάζει με τις κραυγές των χαμένων. Η σιωπή κλαίει στα λημέρια της αγωνίας. Μια μανία ανάμεσα στα ερείπια, ψάχνει για νόημα σε έναν κόσμο που έχει από καιρό ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι ολόκληρος. Κάποια βασανισμένα όντα συλλέγουν τους φόβους και τους αναστεναγμούς για να πλάσουν τέχνη. Εκεί που η ιστορία σχηματίζεται από τους ισχυρούς, η τέχνη, από την άλλη, επαναστατεί ενάντια στην επιλεκτική αμνησία. Ο καλλιτέχνης μας υπενθυμίζει πως υπάρχει μία ιστορία να ειπωθεί για αυτά τα ερείπια.

Το σκοτάδι προσκαλεί τις πινελιές του φωτός, αλλά κρατάει και τα μυστικά της αιωνιότητας στο σιωπηλό του βάθος. Φέρνει στον κόσμο μια σπίθα αόρατη και άγνωστη, αλλά τόσο απτή όσο η αυγή που κόβει φέτες μέσα στο σκοτάδι. Κάθε αστέρι, κάθε γαλαξίας, και κάθε νεφέλωμα είναι η ανάγκη του σύμπαντος για ομορφιά μέσα στο χάος.

Παρατηρώ τον εαυτό μου να διαλύεται στα θραύσματα του καθρέφτη με μια αίσθηση απόσπασης. Δεν είμαι παρά μια παροδική σπίθα της συνείδησης, που αναζητά τη ζεστασιά στην κρύα έκταση του απείρου. Ο χειμώνας παραμονεύει σαν σιωπηλός κλέφτης, έτοιμος να χιμήξει για να απαλλάξει τα κόκαλα μου από την τελευταία ζεστασιά τους. Τα αιματηρά κόκκινα του ηλιοβασιλέματος με προσέχουν, και αναρωτιούνται τι κάνω ακόμα σε αυτή την καμένη γη. Ψάχνω να βρω παρηγοριά είτε στην υπόσχεση της αυγής είτε στην απόδραση του σούρουπου.

Αλλά τώρα, καθώς η άμμος γλιστρά μέσα από τα δάχτυλα μου, αναρωτιέμαι αν τα ιδανικά ήταν ποτέ κάτι περισσότερο από φευγαλέες σκιές ενός άστρου που πεθαίνει. Η γραφή, στην ουσία της, είναι μια πράξη περιφρόνησης ενάντια στην τυραννία της λήθης. Το Εγώ μαραίνεται κάτω από τη σκληρή τριβή της ενδοσκόπησης.

Το πρώτο φως της αυγής που σκάει πάνω από ένα έρημο πεδίο μάχης, το απαλό θρόισμα των φύλλων σε ένα κατεστραμμένο δάσος, το απαλό μουρμουρητό ενός ρυακιού που υφαίνει τα ερείπια. Αυτές οι φευγαλέες στιγμές κρατούν μια αλήθεια που το Εγώ δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει.

Ανοίγοντας την Καρδιά στον Ορίζοντα

Υπερηφάνεια για τις σκέψεις, το γίγνεσθαι και το βέλος του χρόνου,
Ο κόσμος ανθίζει και μαραίνεται,
Οι σπόροι του αύριο ριζώνουν στο χώμα των ονείρων.
Σε ήσυχες γωνιές περιπλανιέται το μυαλό,
Ζωγραφίζει τον ουρανό με ψιθύρους πιθανοτήτων,
Διαλύεται στο σούρουπο,
Αφήνοντας πίσω σιλουέτες ελπίδας.

Η γη κάτω από τα πόδια,
Σιωπηλός μάρτυρας της διαδρομής,
Τα βήματα, απόηχοι του γέλιου, ρυθμοί της ανθεκτικότητας,
Συνθέτουν τους χτύπους της καρδιάς του θάρρους.

Νεφελώδης αυγή το πνεύμα,
Πινελιές του παρελθόντος και του μέλλοντος που συμπλέκονται στο τώρα,
Πνεύμα, πλεγμένο με νήματα χρυσά και ροζ.
Οι σκιές διαμορφώνονται στο φως,
Και το φως πλαισιώνεται στις σκιές.
Τα αστέρια, αρχαία μάτια, αντανακλούν τις σπίθες της δημιουργίας,
Το φεγγάρι μαρτυρά τα μυστικά της νύχτας,
Τις ιστορίες εκείνων που ήρθαν πριν, που αγάπησαν, έχασαν και ξαναβρήκαν.
Ένα κεφάλαιο σε αυτό το κοσμικό παραμύθι, ένας στίχος στο αιώνιο ποίημα,
Η ανθρώπινη ουσία, κυματισμός που χάνεται στην απέραντη θάλασσα της ύπαρξης.

Σήμερα, άνοιξα την καρδιά μου για να αερίσω τις πληγές μέσα,
Άφησα το φως του ήλιου να καθαρίσει τα κρυμμένα σημάδια,
Και το αεράκι να πάρει το βάρος,
Στον ορίζοντα που απλώνεται, άπειρος και οικτίρμων.

Νυχτερινή Όρεξη

Τρεμοπαίζουν οι ξεχασμένες ελπίδες.
Σε έναν ουρανό που μουρμουρίζει όνειρα,
Παρασυρμένο στην άμπωτη του λυκόφωτος.

Ο κόσμος,
Σκιασμένος σε απόκοσμες αποχρώσεις των τύψεων του χθες,
Με τη φωνή αρχαίου ανέμου,
αναστενάζει μέσα από την κοιλότητα της καρδιάς μου.

Προχωρώ, αβέβαιος,
Στο μονοπάτι των ξεχασμένων ηχών,
Όπου οι αναμνήσεις κυματίζουν σαν σμήνος λεπιδόπτερων,
Ακολουθώντας το τρεμόπαιγμα μιας μακρινής φωτιάς.

Πίσω από τα πέπλα της νύχτας,
Η σιωπή μιλάει πιο δυνατά από τις λέξεις,
και ο αέρας έχει γεύση λαχτάρας,
Πικρό και γλυκό,
Σαν άγγιγμα αποχαιρετισμού.

Μια σπείρα από φευγαλέες στιγμές,
Κι εγώ,
Μοναχικός τυχοδιώκτης,
Αναπολώ την παρηγοριά του αόρατου,
την άνεση του κρυμμένου.

Το φεγγάρι ρίχνει το αχνό φως του στο τοπίο της ψυχής μου,
Το φως που είναι κρύο χάδι,
Το φως που οδηγεί πιο βαθιά στην άβυσσο.

Χαμένος,
Βρέθηκα,
Στην αγκαλιά της νύχτας,
Με συντρόφους τα παιδιά του Χάους.
Στο βασίλειο του ατελείωτου σούρουπου.
Εκεί που τα αστέρια σβήνουν.
Εκεί βρίσκω μια περίεργη άνεση,
μια ήσυχη πείνα που μεγαλώνει με κάθε εκπνοή.

Εκεί,
Περιπλανιέμαι,
Καταβροχθίζοντας το Έρεβος.

Ημερολόγιο

Καταστράφηκε ένα καλό σήμερα για ένα κακό χθες.
Άστο να πάει.
Ο χρόνος ανελέητος.
Σφρίγος ψυχής σιγά σιγά σκορπάει.
Σεντούκι των αναμνήσεων.
Κλείνει τη θλίψη.
Η ήττα, η αποστροφή, βρίσκουν τη λύση.

Η έκβαση του σήμερα, σκιά του χθες.
Με συντροφιά τους φόβους, και τις ψυχρές σκιές.
Ανεπίστρεπτα τα χρόνια που χαθήκαν,
Και οι χαρές που μέσα μας, για πάντα ξεχαστήκαν.

Σαν φουκαριάρικο το αύριο, αβέβαιο κοιτά.
Επιμένει, το όνειρο να φυλά.
Αναλλοίωτη η ελπίδα, μέσα μας φωλιάζει,
Ακόμα κι αν το παρελθόν μας παρακμάζει.

Λάθη, που ο χρόνος δεν ξεχνά.
Σε κάθε αναπνοή.
Σε κάθε βήμα,
Κάθε μάχη,
Κάθε δάκρυ,
Κάθε ρίγος,
Πόνο,
Αγάπη,
Φλόγα,
Υπόσχεση,
Νίκη,
Πλημμύρα,
Φως,
Ένωση,
Κραυγή,
Φθορά,
Σκοτάδι,
Κάθε ήττα.
Σε κάθε αύριο,
Αγκαλιά με την απώλεια.

Κάθε νέα αυγή, μας υπενθυμίζει πως η έκβαση, δεν είναι τελική.
Σε κάθε λύπη και κάθε αποστροφή,
Οι στιγμές μας ανήκουν σε εμάς.

Από τη σκόνη του χθες, μια αρχή κρυφή, εύχεται μια πιο γλυκιά ζωή.

Κάθε πτώση,
Κάθε άστρο που σβήνει,
Κάθε έκβαση της νύχτας,
Κάθε αυγή που φέρνει ανεπίστρεπτες μέρες,
Σαν νερό κυλούν, τις καρδιές ποτίζουν,
Με μια ελπίδα αναλλοίωτη.

Φουκαριάρικο το χθες,
Ας το αφήσουμε να πάει, στο άγνωστο.

Με κάθε στίχο,
Με κάθε λέξη που κυλά,
Κάθε ματιά που βλέπει μάτια,
Κάθε χορό ατσούμπαλο,
Κάθε παράφωνο τραγούδι,
Με κάθε τσιγάρο που μοιράζεται μεταξύ φίλων,
Το σεντούκι των ονείρων, θα ‘ναι πάντα γεμάτο.

Η έκβαση του αύριο, στα χέρια μας κρατιέται,
Τρομαγμένη αυτή,
Τρομαγμένα και τα χέρια μας.

Σε ένα τετράδιο παλιό,
Κιτρινιασμένο,
Η ζωή επαληθεύει, πως πάντα ανατέλλει.

Δεν Υπάρχει Διέξοδος

Δεν υπάρχει διέξοδος από εδώ.

Ο λαβύρινθος της σκέψης στρίβει, διακλαδώνεται, σταματά, γυρίζει.
Λαβύρινθος χωρίς τέλος.
Ηχώ ονείρων αντηχεί σε βαθείς θαλάμους.
Μνήμες σκιάζουν τους τοίχους,
Εικόνες τρεμοπαίζουν για το τι ήταν και τι θα μπορούσε να είναι.
Ένα βουβό φιλμ στο εσωτερικό του κρανίου.

Δεν υπάρχει διαφυγή από αυτόν τον ανελέητο χείμαρρο.
Το ακατάπαυστο ποτάμι της συνείδησης σκαλίζει φαράγγια στην ψυχή.
Κύμα που σκάει κόντρα στις όχθες της λογικής, διαβρώνοντας τις άκρες των στιγμών.

Τη νύχτα, το μυαλό βρυχάται πιο δυνατά,
Θηρίο λυμένο.
Φόβοι,
Ελπίδες,
Τύψεις.
Φύλλα του φθινοπώρου, πιασμένα σε μια ριπή ανέμου, που φυσάει για το κενό.

Αναζητώ το ήρεμο μέρος.
Τον αιθέρα που διαλύει τη σκέψη.
Να ξεκουραστεί ο νους,
Ανενόχλητος από τις καταιγίδες της ενδοσκόπησης,
Σε μια ήσυχη λιμνούλα που αντανακλά μόνο τον ουρανό.

Αβάσταχτος νους.

Πεισματάρης φύλακας που δεν κοιμάται ποτέ,
Φρουρώντας τις πύλες με αμείλικτη εγρήγορση,
Κρατώντας με δέσμιο σε αυτό το βλοσυρό βασίλειο.

Δεν υπάρχει διέξοδος από εδώ.

Ίσως, η διαφυγή δεν έγκειται στη φυγή,
Αλλά στην παράδοση στο ρεύμα.
Ίσως, τα κύματα να ξεπλύνουν τις παλίρροιες της σκέψης.
Ίσως, το φύλλο καταλήξει στον ωκεανό.
Να μην αγωνίζεται, αλλά να παρασύρεται,
Βρίσκοντας ειρήνη στο ρεύμα.

Ψάχνω πάλι τη γαλήνη στην αγκαλιά του.
Στα μονοπάτια του που προκαλούν τόσο φόβο.

Φυλακή και καταφύγιο.
Ένας κόσμος απέραντος, χωρίς διέξοδο.

Στάδια Αποσύνθεσης

Ι. Φρέσκο

Στην ησυχία της αυγής, αποσύρθηκε η τελευταία πνοή.
Μια σιωπηλή, γαλήνια ανάπαυση, στην απαλή ταραχή της φύσης.
Το δέρμα, μια ωχρότητα.
Χλωμό και δροσερό.
Η φλόγα της ζωής σβηστή.
Ήρεμο.
Σκληρό.
Φρέσκο, εύθραυστο στάδιο.
Μια ιστορία γυρίζει σελίδα.
Το άρωμα της γης.
Ο ήσυχος αέρας.
Ένας ψίθυρος, απαλός, ασύγκριτος.
Σωπαίνει ο χρόνος.
Όταν η ζωή ανατρέπεται.

II. Πρήξιμο

Πρησμένο από την ανάσα της φύσης, το σώμα σηκώνεται.
Κοροϊδία του θανάτου.
Αέρια αναδεύονται μέσα.
Διαστέλλονται.
Μια γκροτέσκα, απρογραμμάτιστη επίπληξη.
Το φούσκωμα, απόδειξη αλλαγής.
Στον κύκλο της φύσης, όχι και τόσο περίεργο.
Μια μεταμόρφωση, αργή και σίγουρη.
Η μορφή του σώματος δεν αντέχει.
Ένα βρωμερό άρωμα διαπερνά τον αέρα.
Υπενθυμίζει, απότομα και ωμά.
Ξετυλίγεται το παραμύθι, ως ζωή στο θάνατο.

III. Ενεργητική αποσύνθεση

Το σώμα σπάει.
Η φύση χειρίζεται δυνάμεις που το κάνουν να υποχωρεί.
Η σάρκα διαλύεται με ένθερμη βιασύνη.
Έχει μια πικρή γεύση.
Τα σκουλήκια γιορτάζουν
Τα μικρόβια ευδοκιμούν.
Η ζωή στερεύει.
Τα υγρά εισχωρούν στο έδαφος, με έναν ρουφηχτό ήχο.
Οι αποχρώσεις ξεθωριάζουν σε ένα φάσμα σκοτεινό, σάπιο.
Δραστήρια, πολύβουη φθορά.
Ζοφερή, αναπόφευκτη έκσταση.

IV. Προχωρημένη αποσύνθεση

Η σάρκα υποχωρεί.
Τα οστά αναδύονται.
Το σώμα ακούει το κάλεσμα της φύσης.
Η γη ανακτά τα απομεινάρια από τις φευγαλέες φλόγες της ζωής.
Ο κάποτε μαλακός ιστός, τώρα έχει φύγει τραβηγμένος από το χώμα.
Παραμένει ένας σκελετός, αιχμηρός.
Η ουσία των άκαρπων κερδών της ζωής.
Βασιλεύει ησυχία.
Η ουσία του σώματος εξασθενεί.
Η αποσύνθεση προχωρά.
Αργή.
Ακριβής.
Αναπόφευκτη.

V. Ξηρά Υπολείμματα

Σκόνη σε σκόνη, ο κύκλος τελειώνει.
Οστά και στάχτη, του χρόνου άχτι.
Το τελικό στάδιο.
Γαλήνιο και ελεύθερο.
Χωρίς σάρκα.
Χωρίς άρωμα θανάτου.
Χωρίς έκσταση.
Σιωπή.
Φαντάσματος ανάσα.
Χλωμά οστά, με απαλούς ψιθύρους, διηγούνται το τελευταίο μέρος της ιστορίας.
Μια έντονη υπενθύμιση του ρόλου της φύσης ως σχεδιαστή μας.
Από φρέσκοι ​​στη σκόνη, όλοι κατεβαίνουμε.
Τα στάδια της παρακμής, είναι οι αποδείξεις της ζωής.