Unbound Soul

In shadows deep, where freedom lies,
A spirit roams beneath the skies.
No crown to bear, no chains to bind,
A sovereign soul, in heart and mind.

Through realms unseen, this rebel roves,
Defying kings, transcending thrones.
No earthly ruler claims their heart,
In every beat, Anarchy’s art.

Among the stars, they find their kin,
A cosmic dance, where rebels spin.
No allegiance sworn, no fealty paid,
To empires built on power’s blade.

In whispered winds, their anthem sings,
A melody of freedom’s wings.
They live, they die, unapologetically,
A testament to what could be.

No earthly realm can ever shroud,
The boundless spirit, fierce and proud.
In life, in death, forevermore,
An Anarchist, their spirit soars.

Ρεβυθικά Λουκανικομάχεια

Η ζωή είναι ένα θέατρο λιβελουλεύσεων, όπου οι ηθοποιοί αποκαλύπτουν τις απροσδόκητες συνθέσεις της ανθρώπινης ψυχής και οι λέξεις των αλλότριων ηχούν ανόητα. Εδώ, στη σκηνή της πραγματικότητας, οι μάσκες πέφτουν, και οι προσωπικότητες αναδύονται από τα βάθη του εσωτερικού εαυτού μας, χορεύοντας τον πολύπλοκο χορό της ύπαρξης.

Στην απέραντη αυλαία της πραγματικότητας, οι συναισθηματικές καμπυλώσεις των ηθοποιών ενώνονται με τις πράξεις τους, καταστρώνοντας ένα παζλ που μόνο ο χρόνος μπορεί να αποκαλύψει. Οι λέξεις χορεύουν στον αέρα, σε μελωδίες που προξενούν κλαυσίγελο. Και όμως, η μεγαλύτερη εκφραστική δύναμη βρίσκεται στη σιωπή. Είναι η σιωπή που αποτελεί την παράσταση της αξιοπρέπειας, επιτρέποντάς μας να αποκρυφτούμε πίσω από τις σκιές του εαυτού μας και να διαλέξουμε ποιοι θα είμαστε.

Στο σκηνικό, οι ηθοποιοί περπατούν ανάμεσα στις διαστάσεις, ενώ οι πράξεις τους αφήνουν αποτυπώματα που επαναλαμβάνονται. Τα πρόσωπα μπλέκονται και αναμειγνύονται, καθιστώντας δύσκολη τη διάκριση του πραγματικού από το ψεύτικο. Και εκεί, μέσα στην αντίθεση της πραγματικότητας και της φαντασίας, αποκτάμε μια νέα αίσθηση. Κάθε λεπτομέρεια ανοίγει τις πύλες προς έναν παράξενο κόσμο. Οι σκηνές ανατρέπονται, αποκαλύπτοντας μια πραγματικότητα κάτω από τα πρόσωπα των ηθοποιών. Και εδώ, σε αυτό τον χορό της ανατροπής, αναγνωρίζουμε πως η πραγματικότητα είναι περισσότερο παράδοξη από κάθε φαντασία.

Καθώς η παράσταση προχωρά και οι μάσκες αντικαθίστανται από νέα πρόσωπα, οι ψυχές μας παραμένουν άγνωστες. Είναι μέσα σε αυτόν τον αιώνιο χορό που ανακαλύπτουμε τον πραγματικό εαυτό μας και αφηγούμαστε τις ιστορίες μας με αλληγορίες. Η πλοκή αποτυπώνεται μπροστά μας, με αναφορές που οδηγούν τη μηχανή που αποκαλύπτει τις πολύπλοκες συνδέσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Ο χορός συνεχίζεται, οι μάσκες γίνονται πιο σκοτεινές και η πραγματικότητα επιδεινώνεται. Οι ηθοποιοί πλέον φέρνουν στην επιφάνεια τα κρυφά και ανεξερεύνητα μυστικά τους. Η προσπάθεια για απελευθέρωση από τον δυσάρεστο μονόλογο μας οδηγεί σε έναν λαβύρινθο εσωτερικής καταστροφής.

Οι λέξεις των αλλότριων πλέον ακούγονται εχθρικές. Ο κόσμος περιβάλλεται από σκοτάδι, και η αλήθεια είναι χαμένη σε έναν οργιώδη καταιγισμό ψεύτικων υποσχέσεων. Οι σκιές μας μεγαλώνουν, και η αναπάντεχη αποκάλυψη του πραγματικού εαυτού μας συντρίβει. Στον μακάβριο χορό της αυτοκαταστροφής, αναγνωρίζουμε πως η ζωή είναι μια διαδρομή προς την αναστροφή της εξουσίας.

Οι συναισθηματικές κορυφές και πτώσεις αποτυπώνονται με στυγνή ακρίβεια. Οι ψυχές μας είναι περιτριγυρισμένες από πνεύματα που αναζητούν κάθαρση. Η παράσταση συνεχίζεται με ανατριχιαστική αγωνία, ενώ οι νέες μάσκες αποκαλύπτουν πόνο και αδυναμία. Στον παραισθησιακό κόσμο αυτού του θεάτρου, οι πραγματικότητες μεταμορφώνονται, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό εφιαλτικών εικόνων.

Η σιωπή πλέον είναι θανατηφόρα, αφήνοντας στο παρασκήνιο του θεάτρου την αγωνία. Είναι η σιωπή που καταδικάζει στην αιώνια μοναξιά και τον φόβο της απόρριψης. Οι ψυχές μας περιπλέκονται σε αυτόν τον μακάβριο δίαυλο, προσπαθώντας να αποδράσουν από το βασίλειο της απελπισίας. Ανακαλύπτουμε πως η αξιοπρέπεια μας είναι ένα παραμύθι, και η μόνη αλήθεια είναι η αναπόφευκτη πτώση στον παραλογισμό.

Καθώς φτάνει το τέλος, κάτι από εμάς παραμένει εγκλωβισμένο στην παράσταση. Οι ερμηνείες αποκαλύπτουν τις αληθινές μας επιθυμίες, τις σκοτεινές μας ευχές, και την απεγνωσμένη αναζήτησή μας για νόημα. Στη σκοτεινή παράσταση, καταλαβαίνουμε πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μια ατέρμονη τραγωδία, και οι ψυχές μας καταδικασμένες να παίζουν τον ίδιο ρόλο, καθημερινά, σε αυτόν τον χορό.

Αναρωτιόμαστε πού βρίσκεται η ηθική στη σύνθεση της αποπροσανατολισμένης πραγματικότητας. Κάθε ψυχή αγωνίζεται για να βρει την κατεύθυνσή της, αλλά συναντά μόνο την έκσταση της ανυπόληπτης και ανεξέλεγκτης ορμής. Η αντίληψη του καλού και του κακού φαίνεται να έχει χαθεί σε αντιφάσεις. Οι πράξεις των ηθοποιών, τόσο καλές όσο και κακές, αλληλεπιδρούν στον μυστηριώδη χορό, και καμία δε φαίνεται να έχει μόνιμο χαρακτήρα. Η ηθική αναζητείται στα βάθη, αλλά αποδεικνύεται ότι είναι ένα χαμένο μυστήριο.

Ανάμεσα στις σκιές της πραγματικότητας, η ανηθικότητα είναι ίσως η μοναδική δυνατή διέξοδος από το χάος. Η συναίσθηση της σιωπής, η αντίληψη του πόνου και της έξαρσης, και η προσπάθεια να κατανοήσουμε τις σκοτεινές πτυχές μας, μπορεί να αποτελέσουν τον δρόμο για να αποκτήσουμε μια εσωτερική πυξίδα. Στην έρημο της απελπισίας, συνεχίζουμε να αναζητούμε το φλαμίνγκο που θα μας οδηγήσει στις ατέλειωτες κοιλάδες των πιθανοτήτων. Ίσως, από εκεί, ανάμεσα στα όρια του μηδενός και του απείρου, να βρούμε την απάντηση, και να ανακαλύψουμε την αληθινή αξία.

Αλλά καθώς οι ηθοποιοί περιστρέφονται σε αυτόν τον μακάβριο χορό, κάτι ανεξήγητο πλησιάζει από το άγνωστο. Μια παράξενη αίσθηση κοσμικού τρόμου απλώνεται στον αέρα, καθώς αντιλαμβανόμαστε τη μικρότητά μας στον απέραντο χορό των αστεριών και των γαλαξιών. Η προσπάθεια να εξιχνιάσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, αποτυγχάνει. Σκεπτόμενοι την άνευ προηγουμένου αβεβαιότητα και τη μοναξιά μας στην ατελείωτη εκτελεστική μας φυλακή, αντιλαμβανόμαστε πως είμαστε απλώς ηθοποιοί που παίζουν τον ρόλο τους.

Παρατηρούμε τα αστέρια να αναστέλλονται στο μαύρο του διαστήματος, μέχρι που αισθανόμαστε την απώλεια της ανθρώπινης εμπειρίας και την απόρριψη της ύπαρξής μας στο άπειρο του σύμπαντος. Με ανησυχία, αντιλαμβανόμαστε πως όσο πιο πολύ προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε πελάγη ανυπαρξίας και αμφιβολίας. Η ηθική μας είναι μια αμαρτία, μια προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την ανεξέλεγκτη φύση μας. Παραδίδουμε τον εαυτό μας στην ανεξέλεγκτη συνθετότητα του σύμπαντος. Εντός του χορού, μπορεί να μην υπάρχει ηθική ή νόημα, αλλά υπάρχει η προσπάθεια να κατανοήσουμε, να αναζητήσουμε και να αγκαλιάσουμε την άπειρη ομορφιά και σκοτεινότητα, πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης.

Ο χορός επιταχύνεται, υπερκαινοφανείς εκρήξεις φωτίζουν τον αστρικό ορίζοντα. Τα ρεβίθια αποκαλύπτονται σε οραματικά σύμβολα, ως ένδειξη προστασίας από την καταιγιστική δύναμη της αποσύνθεσης. Οι εκρήξεις πετάνε από το πάτωμα του θεάτρου, σχηματίζοντας πανίσχυρους ουρανοξύστες από πέρατα αγνώστων διαστάσεων. Οι ανθρώπινες φιγούρες συγχωνεύονται και καταντούν ένα με το καταιγιστικό θέαμα. Σε αυτήν την απείρων διαστάσεων περίτεχνη χορογραφία, οι ρεβιθιές γίνονται φωτογραφίες μιας εξουσίας που αποσυνθέτει την ύπαρξη και ξεδιπλώνει νέους κόσμους.

Καθώς οι εκρήξεις κατακλύζουν τον χορό, οι μάσκες αποκαλύπτουν τις ταυτότητες των ηθοποιών και ταυτόχρονα εξαφανίζονται, αφήνοντας τις προσωπικότητες να ενωθούν με την απέραντη οντότητα. Οι ηθοποιοί είναι πλέον κομμάτι της εκρηκτικής απόλαυσης του ανυπόληπτου κοσμικού θεάτρου, καθορίζοντας τον ρυθμό της απόλυτης δράσης που ανατρέπει τις εννοιολογικές μας αντιλήψεις.

Ανακαλύπτουμε μέσα από αυτήν την επική περιπέτεια την ποίηση της ζωής. Οι εκρήξεις γίνονται σπίθες που ανάβουν τις φλόγες της δημιουργικότητας και της αναζήτησης. Μέσα από τις αντιξοότητες, οι ηθοποιοί στο πανηγυρικό φινάλε αγκαλιάζουν την αλληλεγγύη και την αγάπη που τους συνδέει.

Στο φως των εκρήξεων, τα ρεβίθια είναι πλέον γεύση νέας αρχής, μία πανσέληνος που διαπερνά τον ουρανό και φωτίζει τα βήματά μας. Και με αυτήν τη μελωδία, αναγνωρίζουμε την ουσία της ζωής, τον στοιχειωμένο δρόμο που μας οδηγεί προς το άγνωστο.

Και με αυτήν την ελπιδοφόρα χαρά, αποχαιρετούμε τη σκηνή. Αναπνέουμε βαθιά την αυγή, γνωρίζοντας πως ο κόσμος είναι ανανεώσιμος, γεμάτος δράση, ρεβίθια και εκρήξεις υπερκαινοφανών. Και εμείς, σαν παίκτες του θεάτρου, χορεύουμε με πάθος, αφοσίωση και αισιοδοξία, ενωμένοι στην ανεξάντλητη ματαιοδοξία που μας καθοδηγεί προς την πληρότητα και την αναζήτηση της αλήθειας.

Στον Χρόνο Αιώνια

Στον χρόνο αιώνια, περπατάς,
Σε δρόμους μνήμης πλανιέσαι,
Τα βήματα σου γρήγορα και νευρικά,
Το γήρας μελαγχολικά κεντάς.

Μια ζωή που πέρναγε, ξαφνικά απόμεινε,
Σε λησμονιά καλύπτεται το παρελθόν,
Στην οδό του θανάτου αβέβαιη περπατάς,
Στον χρόνο αιώνια, παγιδευμένη η ψυχή σου.

Αχ, πού πήγαν τα χρόνια εκείνα τα γλυκά,
Οι στιγμές που ανθίζανε σαν τα γεράνια,
Στον αργό ρυθμό του χρόνου, χάνονται πλέον,
Σκορπάνε στον αιθέρα, σαν εκπνοές.

Η μνήμη σου κουρνιάζει, αχνή και αμυδρή,
Σαν παλιός καθρέφτης, θολά τα περιγράφει,
Σε σκιές ομοιώνονται, όσα αγάπησες ποτέ,
Στον χρόνο αιώνια, σκορπίζεται η ουσία τους.

Αχ, να μπορούσες να αναστενάξεις για το παρελθόν,
Να το φιλήσεις ακόμα μια φορά με ζήλο,
Μα ο χρόνος που περνά, δε γυρίζει πίσω,
Στον χρόνο αιώνια, γίνεται απώλεια το χθες.

Σε χώρο απροσδιόριστο της νοσταλγίας,
Απ’ την ανάμνηση χάνονται οι συνδέσεις,
Ο χρόνος σε προσπερνά, σαν άφαντος τροχός,
Στον δρόμο που πας, κάνεις προσκύνημα.

Καθώς η μέρα αυγάζει και η νύχτα αποχωρεί,
Στο φως του ξημερώματος φιλάς το πρόσωπό μου,
Στο πέρασμα της ώρας, ανθίζουν οι ελπίδες,
Στον χρόνο αιώνια, η αναγέννηση της ψυχής σου.

Μέσα στην πρώτη αχτίδα του ήλιου, αισιοδοξία γεννιέται,
Σαν αστέρι παραμένει η αγάπη, φωτεινή και ζωντανή,
Στον βυθό της εμπειρίας, ανακαλύπτεις μυστικά,
Στον χρόνο αιώνια, μια αγκαλιά με το παρελθόν σου.

Και καθώς περπατάς προς το πεπρωμένο,
Η νοσταλγία θα σου χαρίσει ένα τελευταίο χαμόγελο,
Στο στερνό βήμα που θα πάρεις, η ψυχή σου θα ξανανιώσει,
Στον χρόνο αιώνια, η αληθινή ομορφιά της ύπαρξής σου.

Κι ας περάσει ο χρόνος, θα είσαι πάντα εδώ,
Στο χρόνο αιώνια, η ψυχή σου θα συνεχίσει να τραγουδά,
Στα άσματα του, θα γίνεις ένα με την απεριόριστη ουσία,
Στον χρόνο αιώνια, η παλίρροια του παρελθόντος σου.

Κι αν ο χρόνος σιγοντάρει την πορεία του,
Κι αν οι ώρες φεύγουν σαν υπερκαινοφανείς του πέρατος,
Στην καρδιά σου αντέχει η νοσταλγία,
Στον χρόνο αιώνια, η αγάπη παραμένει αμετάβλητη.

Οι στιγμές που ζήσαμε, όνειρα και χαρές,
Κολυμπούν στον ατέρμονο ποταμό της αιτιότητας,
Σε μια σύγχρονη αλχημεία, αγκαλιάζεις το χθες,
Στον χρόνο αιώνια, οι αναμνήσεις – πανσέληνος.

Καθώς η ψύχρα αγκαλιάζει το ξημέρωμα,
Κι οι χρυσοί αστέρες χορεύουν αόρατοι στον ουρανό,
Στην ατέλειωτη συμφωνία του γίγνεσθαι,
Στον χρόνο αιώνια, υπολογίζεις το παρόν.

Κι ο χρόνος φεύγει, σαν χαμένος τροχός,
Και η ζωή μεταφέρεται στην αιωνιότητα,
Στη συναυλία του χρόνου, η μουσική αχόρταγη,
Στον χρόνο αιώνια, η ψυχή σου χορεύει.

Στα βήματα του τέλους, ένα τραγούδι ακόμα,
Η ζωή, μια παράσταση που ολοκληρώνεται,
Κι αν οι μέρες περνούν, το παρελθόν αν μαραίνεται,
Στον χρόνο αιώνια, η ζωή ανανεώνεται.

Και μες στον χρόνο, αιώνια συνεχίζει το τραγούδι,
Ρέει στην αιωνιότητα,
Κι ανατέλλει η αυγή του αύριο,
Στον χρόνο αιώνια, η ψυχή σου θα παίζει με τη μνήμη μου.

Χώναν ο Βάρβαρος

Διασχίζω έναν κήπο γεμάτο φύλλα και βροχή. Τα φτερά μου, φτιαγμένα από ανθρώπινα πτώματα, στάζουν πορφυρή υγρασία. Δεν είμαι μόνος. Πίσω μου ακολουθεί μια σειρά φαντασμάτων, με λευκά πρόσωπα και μακρυά νύχια. Προσπαθώ να αυξήσω την ταχύτητα μου, για να μη μας δούνε μαζί, αλλά με φτάνουν. «Μη σταματάς,» μου λένε. «Μη σταματάς ποτέ.»

Λένε πως στα άκρα της αμφισβήτησης κρέμονται οι ρίζες της ευκαιρίας. Αμφιβάλλω για αυτό. Ίσως, να είναι αλήθεια ότι οι πιο προκλητικές αμφισβητήσεις μας ωθούν να αναζητήσουμε νέες προοπτικές, να εκτιμήσουμε την αλλαγή και να ανακαλύψουμε αδιερεύνητα μονοπάτια. Αλλά η ευκαιρία κρύβεται κάπου ανάμεσα στην ισορροπία και την αμφιβολία. Δεν είναι στα άκρα, αλλά στην αβεβαιότητα που μας ωθεί να επιδιώξουμε κάτι πέρα από τα γνωστά όρια μας. Οι ρίζες της βρίσκονται στην παράδοξη γοητεία του αμφίβολου, εκεί όπου η απρόβλεπτη συνάντηση με το άγνωστο μπορεί να μας οδηγήσει σε αδυναμίες που δε φανταζόμασταν.

Ενώ η ευκαιρία αργοπεθαίνει στα άκρα της αμφισβήτησης, ο έρωτας εξακολουθεί να αναπνέει μέσα από την παράδοξη ομορφιά του. Ο έρωτας δεν είναι συμβόλαιο ίσων μερών των εαυτών. Όπως στον οργασμό οι σταγόνες ποικίλουν, καμία έκρηξη δεν αποτελεί δίκαιη μοιρασιά. Είναι ένας χορός απρόβλεπτος, όπου οι επιθυμίες διαστέλλονται και συρρικνώνονται, όπου οι αντιθέσεις συνδυάζονται και οι αντίθετοι πόλοι έλκονται. Ο έρωτας απαιτεί τόλμη, αφοσίωση και ανοιχτή καρδιά. Μπορεί να είναι δυνατός και ευάλωτος ταυτόχρονα, οδηγώντας μας σε απροσδόκητες εμπειρίες και βαθύτερη συνδεσιμότητα.

«Σκοπεύεις να φέρεις όλες αυτές τις πορτοκάλι μπάλες μαζί σου;» ρωτάω τη γυναίκα που ήταν ενσωματωμένη στην ουσία του έρωτα.
«Ναι, δεν πάω πουθενά χωρίς αυτές. Σε ενοχλούν;»
«Ποτέ δε θα με ενοχλούσε κάτι που έρχεται μαζί σου.»

Η σιγή του δρόμου διακόπηκε από κραυγές αδέσποτων σκύλων. Οι καθρέφτες στο δωμάτιο αντανακλούσαν το ίδιο πρόσωπο, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ξαφνικά, οι εικόνες ζωντάνεψαν, βγήκαν από το πλαίσιο τους, και με αγκάλιασαν. Το σώμα μου ενώθηκε με τα σώματα τους και μια φωνή – η δική μου; – είπε «καταργώντας τη δυαδικότητα σώματος και νου, αντικαθίσταται η αγάπη του θεού με την αγάπη του εαυτού». Έτσι, για πρώτη φορά, απέκτησα το ασαφές αίσθημα της πραγματικότητας.

Η σκέψη μου μετέφερε σε έναν κόσμο χωρίς δοχείο, χωρίς όρια και περιορισμούς. Ήταν ένας ατέλειωτος προσανατολισμός, όπου η λογική και η φαντασία συναντιόντουσαν σε αμφίβολη αγκαλιά. Καθώς περπατούσα μεταξύ των αστραπιαίων συναισθημάτων, οι αντιθέσεις συγχωνεύονταν και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα ανέβαινε και κατέβαινε όπως τα παλιά, αρμονικά όργανα.

Σε αυτόν τον παράλογο διάβα των εναντίων, το χρόνος ακούμπησε το πουθενά και εξαφανίστηκε. Η στιγμή εκτελείτο στο μυστηριώδες κομμάτι της διάρκειας, ενώ οι ώρες έσβηναν σαν φεγγαρόφωτα στην άβυσσο του αιώνιου πλάσματος. Κάτω από έναν ουρανό από ανατριχιαστικά χρώματα, περίπλοκα νοήματα άνθιζαν σαν αστέρια σε αλλόκοτο ποίημα.

Στον κόσμο αυτό της απόλυτης ελευθερίας, έγινα το πέρασμα που δένει το φως με το σκοτάδι, το χαμόγελο με το δάκρυ, το απόκοσμο με το ανθρώπινο. Ήμουν ένας περιπλανώμενος φιλόσοφος των αντιθέσεων, αλλοπαρμένος από τις αλήθειες που άφηναν τον ανεξήγητο μπελά της συνύπαρξης. Εκεί, σε αυτόν τον άφθαρτο κόσμο, γνώρισα τον εαυτό μου, τον άλλον μου εαυτό, και τον ουδέτερο εαυτό που συνυπάρχει στα παράδοξα διλήμματα.

Και καθώς ο χρόνος ανυπότακτος περιφερόταν στα άπειρα, συνειδητοποίησα πως εκείνο το μέρος ήταν μια αναπόσπαστη επέκταση της ίδιας μου της ψυχής. Ήμουν ο ήλιος και το φεγγάρι, η αρχή και το τέλος, το παρόν και το αόριστο, όλα ενώνονταν στην ψυχή μου, σε μια παράλογη, φιλοσοφική συμπρωταγώνιση. Και εκεί, στο κέντρο του αιώνιου παραλόγου, αναγνώρισα την ουσία της ύπαρξης, τον χορό της αντιφάσεων που διαρκεί για πάντα στο μυστήριο της αλλαγής.

Το σώμα έψαχνε να βρει που άφησε τα όργανά του. Περιφερόταν σε λαβύρινθους αναμνήσεων και αβέβαιων σκέψεων, προσπαθώντας να εντοπίσει τον εαυτό του στον παράδοξο χορό του παρελθόντος και του παρόντος. Κάθε βήμα ήταν μια επιστροφή στο μηδέν, όπου η πραγματικότητα ανασυντάσσεται και αφήνει τον άνθρωπο με τον πόνο του να είναι τόσο κοντά στην αλήθεια, αλλά τόσο μακριά από αυτήν.

Μέσα στο χάος του εαυτού, βρήκε τη μοίρα του ανθρώπου: να φαντασιώνεται πως είναι αντάξιος εχθρός των δράκων, ενώ πεθαίνει αυνανιζόμενος μπροστά σε μια οθόνη. Στο πέρασμα του χρόνου, η πραγματικότητα εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από την οικοδόμηση ψευδαισθήσεων και ψιθυριστών ονείρων που οδήγησαν τον εαυτό του στην πραγματική ουσία της μη ύπαρξης.

Έσκαβε αχόρταγα μέσα στο κεφάλι και, όταν βρήκε υποθάλαμο, ακούστηκε ο εκκωφαντικός κρότος της έκρηξης που τον μετέτρεψε σε ιδέα. Ένας ανθρώπινος νους που αφηγείται την περίεργη ιστορία της υπαρξιακής του απώλειας, όταν ανακάλυψε την αλήθεια της ύπαρξής του μέσα από τα βάθη της σκέψης.

Ένα σώμα χωρίς όργανα, μια αθάνατη πλάση, ακολουθεί τη ροή της αναπνοής της σχιζοφρενούς. Η Βογόμιλος, χαμογελώντας, στέκεται δίπλα της, σαν να έχει αντλήσει από την ουσία της, και προσπαθεί να την επαναφέρει στην πλήρη επαφή με την πραγματικότητα. Σε μια διαστρεβλωμένη χορογραφία, οι δύο μορφές συνδέονται μεταξύ τους και δημιουργούν έναν εφήμερο χορό απεριόριστων συναισθημάτων.

Η κοπέλα σωπαίνει και κοιτά. Το σκοτάδι σκίζεται και οι τοίχοι ανατρέπονται. Καιρός για νέα πραγματικότητα. Στον κόσμο της υπερβολικής επινόησης, η πραγματικότητα διαλύεται και οι σκέψεις ταξιδεύουν πέρα από τα όρια του γνωστού. Ένα νέο τοπίο αναδύεται, γεμάτο από αβέβαιες μορφές και απρόβλεπτες ιδέες που περιτριγυρίζουν.

Σε πεδία χωρίς σύνορα, όπου οι μορφές διαλύονται και οι δομές απελευθερώνονται, βρίσκουμε την τέχνη μας. Σε αυτήν την ονειροπολησία, η τέχνη μας αναδύεται από το βάθος της συνείδησής μας και διαμορφώνει νέες συνθέσεις που καθρεφτίζουν τις αναστατώσεις του παράλογου και της φιλοσοφίας. Στο πεδίο της δημιουργικής απελευθέρωσης, χορεύουμε με το άγνωστο, υπνωτισμένοι από την απεριόριστη ελευθερία του πνεύματος και της αισθητικής.

Όταν η μελαγχολία κυριεύει, εμφανίζεται το φλαμίνγκο να μας θυμίσει το ταξίδι του θανάτου. Τα ροζ φτερά του λευκαίνονται στο αχνό φως του ηλιοβασιλέματος, και αποκτά μια ονειρική διάσταση. Το περίεργο πουλί, που φλέγεται στην περίεργη ομορφιά του, περνά διακριτικά μπροστά μας. Μας κοιτά με τα ματωμένα του μάτια, αποκρυσταλλωμένο στην ασάφεια της ύπαρξής του.

Τα συναρπαστικά πτηνά, πετούν ανάμεσα στα παράλληλα σύμπαντα και τα μυστικά του κόσμου ξεδιπλώνονται στο πέταγμα τους. Τα φτερά τους αγκαλιάζουν τη διαστροφή της πραγματικότητας, και ανεβαίνουν προς τον ουρανό που δεν έχει ορίζοντες. Πετούν σε χρόνους που συγχωρούν τις αντιφάσεις και τις ασυνέπειες, και αντανακλούν τα φώτα της αιωνιότητας. Είναι οι αλχημιστές του πνεύματος, που θαυμάζουν τις πολυσύνθετες όψεις της πραγματικότητας και διασχίζουν τα όρια του αδιανόητου.

Ένα αυγό ερχόταν από το παρελθόν. Και το αυγό αυτό είχε χιλιάδες μάτια με κόρες που οδηγούσαν στο απέραντο τίποτα. Ανοίγοντας το αυγό, είδα τις διαφορετικές όψεις του εαυτού μου που με κοίταζαν πίσω. Ήταν όλες εγώ, αλλά παράλληλες πραγματικότητες που έδιναν σάρκα και οστά στην αβέβαιη ύπαρξή μου. Είδα τον εαυτό μου να κοιτά το τίποτα, αλλά το τίποτα ήταν επίσης εγώ. Ήμουν ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, το τίποτα και το παντοτινό.

Το μέλλον φαίνεται γεμάτο από τεχνολογίες ελέγχου και καταδίωξης. Κάθε προσπάθεια για εξουσία και κυριαρχία διαποτίζει την αύρα του αυριανού κόσμου. Όμως, η πραγματική τεχνολογία του μέλλοντος είναι η ίδια η απαισιοδοξία που θα καταναλώνει τον κόσμο. Είναι η συγχώρεση που θα αποτρέπει τις εκρήξεις, η αποδοχή που θα πνίγει την αντίσταση. Σε αυτήν την αντίφαση αποκτάμε συναίσθηση της ουσίας μας.

Σε κάθε δυσοίωνο χαμό που πλησιάζει, αντιστέκεται μια ζωή και από τη ματαιότητα της στάζει το περήφανο αίμα μιας απέραντης στιγμής. Στον απόηχο της αμφισβήτησης και της εσωτερικής καταστροφής, αναδύεται η ουσία του ανθρώπινου πνεύματος. Είναι η υπομονή που γεννά τη δύναμη και η απόγνωση που δίνει έννοια στην ύπαρξη. Εν τέλει, είναι η θαρραλέα κούρσα μιας ζωής που αναδεικνύει την ουσία του ανθρώπινου πνεύματος.

Δε γνωρίζω ποια αρετή φέρνει τους οιωνούς. Ξέρω πως τους διώχνει η απληστία. Σε αυτήν την ανύποπτη πραγματικότητα, οι προφητείες και οι προβλέψεις εξαφανίζονται. Είναι η ανάγκη για περισσότερα που αλλοτριώνει τον κόσμο και τον αναστατώνει. Οι οιωνοί αποσυνδέονται από τις ρίζες της πραγματικότητας και γίνονται αχόρταγοι για το τέλος. Είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να επιβραδύνει την αληθινή ουσία του κόσμου.

Μια λίμνη από αίμα βρισκόταν κάτω από υφάσματα και αλυσίδες. Κάποιοι σκηνοθετούν τον θάνατο τους για να εξαφανιστούν. Εγώ σκηνοθέτησα τη γέννηση μου, και κανείς ως τώρα δεν έχει αντιληφθεί την ανυπαρξία μου. Στον μακρινό ορίζοντα της αλήθειας, οι πράξεις μας συνυπάρχουν με τις άγνωστες συνέπειές τους. Είμαστε σκηνοθέτες και ηθοποιοί στο θέατρο του απροσδιόριστου, περιμένοντας να ανακαλύψουμε την πραγματική ουσία της ύπαρξής μας.

Ο θάνατος δεν είναι και τόσο άσχημος άμα τον γνωρίσεις καλύτερα. Ειδικά αν δοκιμάσεις το αγριογούρουνο στη γάστρα που φτιάχνει. Στην ένωση της ζωής και του θανάτου, αναγνωρίζουμε την ανάγκη για αίσθηση και αφύπνιση. Είναι η γεύση της δυστοπίας που τροφοδοτεί την ελπίδα, και o θρήνος που δημιουργεί τη χαρά. Σε αυτήν την αντίθεση αποκτούμε την αληθινή γνώση.

Όταν τα λεμόνια σου δίνουν ζωή, μάλλον είχες σκορβούτο. Σε αυτόν τον ατέλειωτο κύκλο της ύπαρξης, οι γνώσεις μας είναι συχνά περίπλοκα παραληρήματα. Η ισορροπία μας διαταράσσεται από τα αντιθετικά στοιχεία του κόσμου. Οι οξύτατες αντιδράσεις δημιουργούν αντιφάσεις που περιπλέκονται με την ύπαρξή μας. Σε αυτήν την εξίσου αληθινή και ψεύτικη πραγματικότητα, αναρωτιόμαστε αν η ζωή που μας δίνεται είναι απλώς μια παράφραση της πραγματικότητας.

Ανηφορικά, για πάντα, στο σημείο εκκίνησης. Η επανάληψη των αρχικών βημάτων μας παραπέμπει στον περίπλοκο χορό του χρόνου. Οι στροβιλιστικοί κύκλοι μας παρασέρνουν στην ατέλειωτη διαδρομή της ύπαρξης. Με κοιτάζουν από τα παράθυρα καθώς τους προσπερνώ, ξανά και ξανά, ενώ κινούμαι μόνο ανοδικά. Οι ίδιοι, σε όλα τα ύψη.

Και ξανά, τα ίδια από την αρχή. Φωτιά, στάχτη, αίμα. Η αρχή ίδια, ξανά. Σε αυτήν την αναπάντεχη επανάληψη των γεγονότων, ο χρόνος αντανακλά την απόλυτη περιοδικότητα της ζωής. Καθώς ο κόσμος αποδομείται και επανοικοδομείται, η πραγματικότητα επαναλαμβάνεται στον αιώνιο κύκλο της ύπαρξης.

Don’t be so harsh to the songs of my past

Don’t be so harsh to the songs of my past,
Within their melodies, memories are amassed.
They are traces of moments, whispers of time,
Unveiling my life, both bitter and sublime.

Each and every note, carrying a tale,
A journey of the triumphs or failure’s gentle sail.
In harmonies woven, emotions unfurled,
They paint the canvas of my world.

Please, let me slip away into forgotten dreams,
Inside the love, the loss, and everything in between.
Capture the essence of my heart’s desire,
Ignite old hells that set my soul afire.

Just for a moment, let me hear their call,
In melodies of longing, in rhythms that console.
For in the alcoves of these songs, you’ll find,
The echoes of my journey, intertwined.

Σώμα χωρίς Όργανα

Σε πεδία δίχως σύνορα,
Όπου οι μορφές διαλύονται, οι δομές απελευθερώνονται,
Εκεί βρίσκεται μια κατάσταση αέναης ρευστότητας,
Όπου τα σώματα επιδιώκουν τη γαλήνη.

Το Σώμα, ελεύθερο και θαρραλέο,
Ξεπερνά τα πεδία της σάρκας και του συνειδητού σκέλους,
Δεν ετεροκαθορίζεται πια από κανόνες,
Αλλά περιπλανιέται σε μυστήρια.

Χωρίς όργανα να καθορίζουν ρόλους ή να διαμορφώνουν τη μοίρα,
Χωρίς ιεραρχίες να περιορίζουν την απέραντη ροή,
Αγνή ένταση, ένας χορός χωρίς αδράνεια,
Μια ατελείωτη εξέλιξη, όπου η ζωή μπορεί να ανθίσει.

Σε αυτόν τον αιθέριο κόσμο, βρίσκουμε την τέχνη μας.

Ο Χρόνος είναι Βαρύτητα

Ο χρόνος είναι βαρύτητα,
Τα γόνατα τρίζουν,
Οι στιγμές στον αέρα,
Στερεωμένες σαν σύννεφα που περνούν.

Ο χρόνος είναι πόνος στο στήθος,
Του Σίσυφου ο βράχος,
Κι όσο περνά, πιο βαρύς γίνεται,
Σαν το σκοτάδι που σκεπάζει την αυγή.

Ο χρόνος είναι αναίτιο ταξίδι,
Μια αέναη πορεία προς το τέλος,
Κι όσο προχωράς,
Γίνεσαι πουλί στον ουρανό.

Ο χρόνος είναι κρίση και απόφαση,
Τα σημάδια του κυριεύουν το σώμα,
Και κάθε αναπνοή που παίρνουμε,
Φεύγει σαν βοριάς.

Ο χρόνος είναι μυστήριο και μαγεία,
Ένας αρχέγονος χορός,
Και αυτοί που τον αγαπούν,
Το κάνουν με μια μικρή μελαγχολία στην καρδιά.

Νεκρομαντισμός

Χόρευε με έναν κόκκινο μανδύα.

Σάρκα δε σκέπαζε τον θώρακα,
ούτε τα σωθικά του. Μόνο τα χέρια του.
Κενά τα μάτια του.

Αν κάποτε υπήρξε άνθρωπος,
πλέον το ‘χει ξεχάσει. Έβλεπε.
Δεν έψαχνε.

Στα βάθη του νου του
έκρυβε σκοτεινά μυστικά,
και αντί για καρδιά
είχε βυθό μελαγχολίας.

Διαβάζει το μονόλογο της νύχτας,
ζωγραφίζοντας με τα λόγια του
το αστρόφεγγο μακάβριας ομίχλης.

Νεκρομαντισμός,
μοναχικός και ατελείωτος.

Σκοτεινή νύχτα του χειμώνα
κάτω απ’ τα πόδια του πέρασε
και δεν το κατάλαβε.

Ήταν εκεί,
αλλά και πάλι όχι.
Σύννεφα κυνηγούσαν τη σελήνη,
και τα δέντρα χόρευαν
με τους ανέμους του χειμώνα.

Τότε ακούστηκε η φωνή της νύχτας
σαν σφύριγμα από σφαίρα.
Ο τρόμος τον πάγωσε,
ανακατεύτηκε και ξέρασε.
Κατάλαβε πως η φωνή ήταν δική του.

Χόρευε με τον κόκκινο μανδύα του,
στο σκοτάδι και το κρύο του χειμώνα.
Από μακριά, οι άνθρωποι τον παρακολουθούσαν,
αλλά δεν τον έβλεπαν.

Ήταν αόρατος για αυτούς,
μια φαντασία στο νυσταλέο φως της νύχτας,
ένας νεκρομαντικός ποιητής
στο άδειο τοπίο της ψυχής του.

Μακαραιώνια με Κιμά

Μαγειρεύω επάνω στην ακτίνα ενός αστέρα, που απέχει εκατομμύρια χρόνια φωτός από τον πλανήτη σας. Η θερμότητα του ηλιακού φλογισμένου αερίου δημιούργησε την ακαταμάχητη γεύση της, αλλά πλέον η αρχέγονη σούπα χάνεται στη μνήμη καθώς η πλάνη της αντανάκλασης φανερώνει την αλήθεια της νύχτας. Η σιωπή της μοναξιάς μας θαμπώνεται από τις αποστάσεις των άστρων. Η σκοτεινή παρουσία των άστρων κρυφοκοιτάζει τη μοναξιά μας, ενώ η αναζήτησή μας για ενασχόληση σε αυτή τη σκληρή και ανελέητη κοσμική σύμπραξις παραμένει χωρίς απάντηση.

Και έτσι, όπως οι ακτίνες του λυκόφωτος πέφτουν θολές στην άμμο, η απόσταση μεταξύ του εαυτού μου και της πραγματικότητας διευρύνεται. Η αντιβαρύτητα του παραλόγου με απομακρύνει ολοένα και περισσότερο από τις ομίχλες της αιτιότητας, και οι σκιές των σκελετών αναδύονται από τις άμμους της αβεβαιότητας. Η φωνή μου καθρεφτίζεται στο κενό, καθώς η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο αόρατη από ποτέ. Το μυστήριο της ύπαρξης αποκαλύπτει το σκοτεινό της πρόσωπο και η σιωπή των αστέρων φέρνει ένα ανεξήγητο αίσθημα αγωνίας. Στην απόσταση, ένας φάρος ανάβει το φως του, όμως η σκιά του μεγαλώνει και καλύπτει τα πάντα με την αμφισβητούμενη πραγματικότητα της ύπαρξης.

Η νύχτα είναι γεμάτη με αίμα και σκοτάδι, καθώς οι παλιοί θεοί του τρόμου χορεύουν γύρω από τον αναστατωμένο εγκέφαλο μου. Ένας από αυτούς είναι ο Ιανός, ο θεός του τέλους με τα τρία πρόσωπα: Λίμπιντο, Λήθη, και Θάνατος. Όταν στερεύει ο θάνατος, η πίστη σαπίζει και απομένει μόνο η σιωπηρή πανωλεθρία των ονείρων. Ο Ιανός χαμογελά, καθώς οι παλαίμαχοι θεοί συνεχίζουν να χορεύουν με μανία και ο ουρανός στάζει μαύρο νερό.

Η σκοτεινή πραγματικότητα συνθλίβει το πνεύμα και το σώμα, όμως υπάρχει μια επικίνδυνη ομορφιά στην απόλυτη απελευθέρωση. Όταν η μαυρίλα εξατμιστεί και μείνει μόνο το κενό, αποκαλύπτεται ένας κόσμος από αβέβαιες σκέψεις και αναμνήσεις. Σαν να βυθίζεται στα βαθιά νερά ενός ανεξερεύνητου ωκεανού, η σκέψη ταξιδεύει στο πέρασμα του χρόνου και του χώρου. Στο άπειρο κενό του σύμπαντος, η Κασσάνδρα φωνάζει την αλήθεια, αλλά οι ήχοι της χάνονται στην απέραντη σιωπή. Κοιτάζει το κενό μέσα της. Άδειο από νόημα. Σε μια στιγμή απελευθερωτικής έκστασης, νιώθει αποστροφή για τη δικαίωση της ύπαρξης της μέσω του κέρδους. Κάπου στον ουρανό, φαντάζεται ένα μέρος όπου η δυσωδία του συστήματος δε θα τη φτάνει. Μόνο μετά τον θάνατο ακούγονται καθαρά τα ουρλιαχτά της Κασσάνδρας.

Οι κοιλάδες των χιλίων εαυτών είναι ένας άγνωστος κόσμος, ένας χώρος όπου η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παρασυρθεί στην απώλεια. Εκεί, η μοναξιά είναι η μόνη συνοδός της ψυχής, και οι σκιές είναι ο μόνος φωτισμός. Δεν υπάρχει πρόσωπο στις κοιλάδες των χιλίων εαυτών. Μόνο μια γνάθος που έπεσε εκεί κατά λάθος, θαρρείς από πάθος. Αλλά κάτι αλλάζει, η γνάθος που έπεσε κατά λάθος στο έδαφος από πάθος, είναι ο μοναδικός ήχος που ακούγεται σε αυτή τη σκοτεινή ερημιά. Καθώς προσπαθώ να ακούσω καλύτερα, το Είναι φεύγει από μέσα μου, μια κραυγή τη φορά.

Τρέφεται ο αθάνατος με την απόλαυση που αντλεί από τη δημιουργικότητα της δυστυχίας του και στα πνευμόνια του μεγαλώνει το αυγό που πρόκειται να γίνει σώμα του. Στον ζοφερό χώρο του μυαλού του, οι σκέψεις κυλούν σαν αίμα στα βρώμικα του φτερά. Αγνώριστος και αλλόκοτος, αναζητά την τέχνη της αυτοκαταστροφής, καθώς η έκφραση της αγωνίας του είναι η μόνη ευχαρίστηση του. Τα μάτια του ακούν το κλάμα των δυστυχισμένων σε μια πόλη που αρνείται να τους αναγνωρίσει, ενώ τα αυτιά του διηγούνται μια ιστορία μέσα από τους ήχους της απόγνωσης και της απόλυτης ερήμωσης. Καθώς ο αθάνατος εκπνέει τη ζωή του, το αυγό μεγαλώνει μέσα του, έτοιμο να βγει στην επιφάνεια ως ένα νέο τέρας του σκότους. Κρύβεται από τη συνέπεια του Είναι στο μέγα κύμα εναλλασσόμενης μοναδικότητας του εαυτού.

Σε μια στιγμή, ο κόσμος σταματά να περιστρέφεται. Όλα γίνονται ασπρόμαυρα και η ανάσα του χρόνου εξαπλώνεται σαν παγωτό πάνω από τα πάντα, θολώνοντας τα χρώματα και σκεπάζοντας το τραγούδι της νύχτας. Κάπου μέσα στον αόρατο καπνό του σκότους χορεύει η λάβα σε διπλή έλικα, σαν την αγάπη μέσα στον φόβο. Ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς ζωή, αλλά με ατελείωτη ομορφιά και σιωπηλή απόλαυση.

Με αγγίζει μία μυστηριακή λάμψη. Στο στενό διάδρομο πίσω από το μπαρ, ένας άνδρας κρατά στα χέρια του μία κυψέλη. Μια φωτεινή ακτίνα περνά από το κέντρο της, δημιουργώντας μια σκοτεινή σιλουέτα μέσα στο δωμάτιο. «Είναι καιρός», λέει στον εαυτό του. Η κυψέλη, ανοίγεται αργά-αργά. Κρύβει στην καρδιά της την ατέρμονη ισχύ της αβύσσου. Τα τρία κλειδιά της απελευθέρωσης. Θυσία, Θάνατος, και Απώλεια.

Η απόσταση αφήνει τον ουρανό αστείρευτο, κενό και απόλυτα απρόσωπο. Στο βάθος, ένας ήλιος που δεν έχει υπάρξει ποτέ καίει ασήμαντα. Ψάχνω για κάποιο νόημα σε αυτή την απόλυτη έλλειψη ελπίδας. Βρίσκω το φάσμα της απελπισίας, αβέβαιο σαν τις ατομικές τροχιές, και περιορισμένο πάλι σαν αυτές. Μετά από αιώνες τριβής δε βρίσκω ούτε ένα ψήγμα εαυτού.

Ξαφνικά, ένας παράξενος θόρυβος διακόπτει τη σιωπή και ένας αόρατος διάδρομος ανοίγεται μπροστά μου. Περπατώ μέσα στον διάδρομο. Τα βήματά μου γίνονται πιο βαριά και αργά, ενώ εικόνες από το παρελθόν αναμιγνύονται με το παρόν. Η διαστολή του χάους από μέσα συναντά τη θύελλα χάους που μαίνεται έξω. Το σώμα διαλύεται χωρίς αντίσταση και απομένει η απατηλή μοναδικότητα του Είναι. Χάνω την ίδια μου την ύπαρξη σε παρελθόν, παρόν, μέλλον, και σε έναν ακόμα χρόνο, κάθετο στην αξονική γραμμή της αιτιότητας, από εκεί που προέρχεται η παράδοξη ένωση του Εγώ με το Τίποτα. Δε μου τελειώνει ο χρόνος. Εγώ τελειώνω από τον χρόνο. Και καταλαβαίνω.

Το δώρο της γνώσης είναι το Τίποτα.

Όμως, τίποτα δεν είναι βαρετό.

Η πραγματικότητα αλλάζει μορφή. Βρίσκομαι σπίτι, κολλημένος σε έναν περίεργο σχηματισμό στον ουρανό, μέσα σε ένα θολό, μη-αναγνωρίσιμο σύμπαν. Οι τοίχοι του δωματίου αποκτούν σάρκα και οστά, ενώ τα έπιπλα αρχίζουν να μιλούν με ανθρώπινες φωνές. Τα παράθυρα γίνονται πύλες σε έναν άλλο κόσμο, ενώ η βροχή κατακλύζει το δωμάτιο με μια απόκοσμη μαγεία. Το φθινόπωρο κάθεται να ξαποστάσει δίπλα μου, απέναντι από το τζάκι. Παρακολουθεί απαθές, χαζεμένο στις φλόγες, ενώ η φαντασία καίει ανεξήγητα σύμβολα, και η πραγματικότητα, σαν καπνός, φεύγει προς την αχανή απροσδιοριστία της μοναδικότητας.

Στη μεστή ζέστη του δωματίου ένα χέρι εμφανίζεται και χαϊδεύει το άνθος της ζωής μου.Ταυτόχρονα, ακούγεται ένας θόρυβος από το άλλο άκρο του δωματίου, κάτι σαν τα πτερύγια ενός γιγαντιαίου ερπετού. Πράσινα βρύα και φύκια έχουν φυτρώσει παντού στο σώμα μου από την ακινησία στον βυθό της κρυστάλλινης κοίτης. Δε με ενοχλεί πια, γιατί έχω κάτι να προσμένω. Έρχεται η πράα θλίψη, στεγνό φως στο μαύρο βάθος του φθινοπώρου. Έρχεται και φέρνει τη λύτρωση της αγάπης στον θάνατο. Την ελάφρυνση του αίματος στο σκοτάδι. Γραβιέρα, γράπα και ψωμί, γιατί η απελπισία ταιριάζει άψογα με μικρά τσιμπούσια.

Το απομεσήμερο, ακούω το ουρλιαχτό και τους λυγμούς των καρπών. Θάνατος και Είναι ενώνονται στη σαρκοφάγο της υποτέλειας, μέχρι να πέσει ησυχία. Το αίμα γίνεται σίδερο. Η ανάσα, φωτιά. Μένω μόνος και κανένας. Πάει καιρός που μπόρεσα να κοιμηθώ τόσο καλά.