Χαμένη στον Κάτω Κόσμο. Μία σκιά που περιφέρεται ακίνητη στο παγωμένο, λευκό σκοτάδι. Παγιδευμένη σε ένα δωμάτιο, ένα κελί χωρίς κάγκελα. Δεν υπάρχει δωμάτιο. Πού και πού κοιτάζω έξω. Μαύρα κλαδιά σχηματίζουν απειροελάχιστα σύμβολα στο χιόνι. Η νουβέλα των λύκων. Μια απάντηση χωρίς ερώτηση. Η γλώσσα του έρωτα βαθιά μέσα στον κόλπο της ψυχής. Εκεί που δε φαίνεται τίποτα, δεν ακούγεται τίποτα. Δείχνει, όμως. Και διηγείται.
Η ιστορία μου διαδραματίστηκε με όλες τις ντετερμινιστικές συμφορές των καταραμένων. Κι όμως, δεν ήμουν καταραμένη. Ήμουν γυναίκα. Το άγος τον Λαβδακιδών, μια ακόμα μάσκα της πατριαρχίας. Με δάκρυα χαρτογράφησα τη μνήμη. Δάκρυα που έκαψαν αυλάκια στο νεκρωμένο μου δέρμα. Αίμα δεν είχε απομείνει. Έτρεξε μόνο σκόνη.
Έξω μαινόταν το πρωινό τιτίβισμα των αρπακτικών πτηνών και στο δωμάτιο μου επέμεναν οι σκιές. Σκιές αντρών σε μάχη που βαστούσαν τρομερά, φαλλικά όπλα για να τους προσέξουν. Σκιά του άρχοντα, που νόμιζε πως επιβάλλοντας τη σταθερότητα του νόμου, θα γλίτωνε τη μεταβλητότητα της ζωής, τη φθορά, τον θάνατο. Σκιά της αδερφής. Σκιά της γραμμής πίσω από το κεφάλι της, οδός για τον Άδη. Σκιά του πατέρα, που έβλεπε μόνο σκιά. Σκιά της μητέρας, που είναι η σκιά της γιαγιάς. Άντρες που απαίτησαν να κάνουν κτήμα τους τη γνώση, το νόμο, την εξουσία, έκαψαν τον κόσμο και άφησαν μόνο σκιές. Γυναίκες που βρέθηκαν στο δρόμο τους και έγιναν σκιές.
Γύρευαν την αλήθεια του εαυτού, τυφλά και επίμονα. Βρήκαν μόνο σκοτάδι και σήψη. Κάποιες συνέχισαν βαθύτερα. Κάποιες γύρισαν πίσω για να βρουν πως δεν υπάρχει γυρισμός. Λίγες, κατάλαβαν, και έμειναν ακίνητες μέχρι να εξαφανιστούν. Γιατί εδώ, στον βυθό του τέλους, δεν υπάρχει ψήγμα εαυτού. Δεν υπάρχει μέρος για την Αλήθεια.
Το κουφάρι της αδερφής μου ταλαντεύεται και με τιμωρεί. Η αδερφή. Ηρωική, ασυμβίβαστη, επαναστατική, γενναία, σθεναρή, δίκαια, θαρραλέα, ατρόμητη, απτόητη, έντιμη, δυναμική. Συγγνώμη. Νόμιζα υπάρχει χρόνος. Ή μάλλον, ήλπιζα πως με τον χρόνο το πρόβλημα θα λυθεί. Για να είμαι ειλικρινής, ευχόμουν απλώς να ξεχαστεί. Δεν ξέρω. Φοβόμουν. Δεν έκανα τίποτα.
Δεν έκανα τίποτα όταν η έριδα έγινε εξουσία. Ούτε όταν η εξουσία έφερε προδοσία. Και όταν η προδοσία προκάλεσε πολιορκία, πάλι διατήρησα τη σιωπή. Γιατί για τους άντρες γύρω μου, ακόμα και η φωνή μου ήταν σιωπή. Έμεινα άπρακτη, γιατί είχα μάθει να φοβάμαι την πράξη. Είχα μάθει να πιστεύω στη δικαιοσύνη, στη λογική, ιδέες που ανήκαν στους άντρες. Σκληρή δοκιμασία, να προσκολλάσαι στη λογική, στη φαινομενολογία της ζωής. Εγώ δεν ήθελα το δίκιο, το λογικό, τη λύση. Ήθελα τους ανθρώπους. Ήθελα την αδερφή μου.
Για αυτό και τόλμησα μερικές λέξεις στην αδερφή μου. Λέξεις που δεν εννοούσαν αυτό που σήμαιναν. Δεν είχα λέξεις για αυτό που ήθελα να πω. Η αδερφή μου αντέκρουσε τις λέξεις. Γιατί κοιτούσε αυτές και όχι τα δάκρυα στα μάτια μου. Έπειτα έφυγε και έμειναν μόνο οι αλλαγές στα σωματίδια της ατμόσφαιρας που δονήθηκαν από τις λέξεις. Άχρηστες λέξεις. Ανάλυσε μου με σιωπή. Ανάλυσε με, με σιωπή.
Η σκιά που κρέμεται, η σκιά που ήταν αδερφή μου λέει: Ένα ποίημα αρκεί χωρίς το όνειρο.
Εγώ αποκρίνομαι: Και το όνειρο αρκεί χωρίς το ποίημα.
Γεννήθηκα από μια πράξη άγνοιας και ύβρεως. Έτσι έμαθα να σέβομαι. Έμεινα άπρακτη όταν με αγκάλιασε η μητέρα μου, λίγο πριν κρεμαστεί. Έτσι έμαθα να αποστασιοποιούμαι. Άπρακτη όταν ο πατέρας μου τυφλώθηκε από την αλήθεια. Έτσι έμαθα να μην αναζητώ. Άπρακτη όταν τον είδα να χάνεται στο δάσος. Έμαθα να υπομένω. Άπρακτη όταν τα αδέρφια μου αλληλοαναιρέθηκαν με ξίφη. Έμαθα να μη διαφωνώ. Ίσα που έπραξα με την αδερφή μου, πριν χαθεί. Έμαθα να μην μπλέκομαι. Η μόνη μου αληθινή πράξη ήταν ο έρωτας. Και η πατριαρχία με δολοφόνησε για αυτό.
Δε με πειράζει που είμαι πια σκιά. Δε με ενοχλούν τα κρεμασμένα, διαμελισμένα κουφάρια γύρω μου. Δε μετανιώνω που δεν έπραξα. Λυπάμαι μόνο που όλοι αυτοί που πράττουν, όλοι αυτοί που κινούνται αδιάκοπα, ψάχνοντας την πλάνη της σταθερότητας, δεν κοντοστάθηκαν να υπάρξουν. Να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Δεν υπάρχει κίνημα. Υπάρχει κίνηση που σε παρασέρνει. Όταν καταλάβεις αυτό που θέλεις, το έχεις ήδη.