Το Αέναα Πεπερασμένο Άπειρο των Ορίων

Θρυμματίζω σύμβολα, γεύομαι τον πολτό τους.
Δεν έχουνε την παραμικρή γεύση του Πραγματικού.
Τα μικρά αυγά στο δέρμα μου εκκολάπτονται.
Αναδύονται χιλιάδες έντομα. Γεύονται τον πολτό μου.

Έντονη ζύμωση.

Ο χυμός από τις πληγές μου, όλκιμος και πηχτός.
Σιωπηλές κραυγές αποστάζουν το φως από μέσα μου.
Ακάθαρτο σκοτάδι, ένα βήμα πριν από το τίποτα.
Εκεί που γεννιέται ο μακάριος έρωτας με το Είναι.

Φυλλοβόλα δέντρα.

Τα βρύα των λαγώνων μου ξεκολλούν και αφήνουν σχισμές στο δέρμα.
Σκιερές σπηλιές, μαύροι αστέρες.
Ταράζονται στο άγγιγμα.
Ρέουν λουλούδια.

Ποώδες αίμα.

Γλυκές απολαύσεις, πικρές απολαύσεις.
Βίαιοι παλμοί οργισμένης ευχαρίστησης.
Η βραδινή βοή τυλίγεται απαλά γύρω από τα αυτιά μου και τα ξεριζώνει.
Η αύρα της δυστυχίας κυλάει στους ώμους.

Εκλεπτυσμένες γλώσσες.

Το ηλιακό φως θερμαίνει τον φαλλικό βράχο.
Η αναμονή γίνεται ήπιο λιπαντικό.
Γλιστράει μέσα. Απαλό άγγιγμα, ζωηρό.
Διεσταλμένη η ουσία αποθέτει το νέκταρ της.

Ευαίσθητο στίγμα.

Πάλλονται τα λεπτά σου πέταλα.
Οι θηλές, οξείες, τρεμοπαίζουν εκστατικά.
Από το μισάνοιχτο στόμα σου, ξεπροβάλλει λεπτή γλώσσα.
Τα νύχια σου κατακρεουργούν όλες τις δομές του σύμπαντος,
τα κέντρα των καρπών,
τα ακατανόητα σύμβολα,
το αφηρημένο αντικείμενο,
την ανεξήγητη απουσία,
τη διαδικασία του Γίγνεσθαι,
την αφυδατωμένη πλάτη μου.
Διαβάζουμε τα σχέδια του αίματος μου στο σεντόνι και το νόημα τους μας διαφεύγει.
Έτσι μονάχα η εμπειρία εκπληρώνεται.

Προσωρινά Άτιτλο

Ανασαίνω τον λαιμό σου. Κάθε εκπνοή τραχεία, κάθε εισπνοή μοίρα και νεύρα. Κατεβάζω αργά τον θυρεοειδή σου. Στον ένα πνεύμονα κρατώ τον φάρυγγα σου, στον άλλο τον λάρυγγα. Και ξημεροβραδιάζω αναστενάζοντας, κάτω από τα παραθυρεοείδια σου.

Μην οπισθοχωρείς ακέφαλο σώμα. Σβήσε την ταραχή από το πρόσωπο σου, κεφάλι δίχως σώμα. Δεν είναι ιστορία τρόμου. Είναι ιστορία αγάπης.

Και είναι οι μέρες που ο έρωτας μου ξεχειλίζει.

Δεν υπάρχει κίνημα. Υπάρχει μόνο η κίνηση του συνόλου που σε παρασέρνει. Μείνε και θα κινηθείς. Έχω απομνημονεύσει τη λαγκρανζιανή όλων των σωματιδίων σου για να ξέρω πάντα που χάνεσαι και να σε βρίσκω. Θα ανάβω κεριά με κεραυνούς για να φωτίζω τις σκοτεινές γούνες των λύκων και τα λευκά φορέματα των αγίων. Εκεί μέσα κρύβεσαι συνήθως. Λιπόθυμο σχεδόν. Εγκλωβισμένο στην απύθμενη βαρύτητα του παρελθόντος. Σε σηκώνω και ρωτάς, πόσο ακόμα. Ως το τέλος. Το τέλος που γαργαλάει τις φτέρνες μας.

Τα δόντια του σεληνόφωτος διψούν για το αίμα μας. Προσπάθησα να γράψω για τα λουλούδια. Για το γαλάζιο και για το πράσινο. Για τα ρυάκια και για τα πουλιά. Μα οι μνήμες που τα έσωζαν έχουν χαθεί μέσα σε νέφος, ρύπους και φωτιά. Σε λίγο θα σωθούν και αυτά και δε θα γράφω για τίποτα. Όπως τώρα.

Ανάμεσα στη φασαρία από φωνές των τεράτων, μια φωνή ξεχωρίζει δυσοίωνα. Η κραυγή επαναπροσδιορίζει μέσα μας το φάσμα του πραγματικού με πινελιές αιματηρού εφιάλτη. Ευτυχώς, θυμήθηκα να πάρω μαζί μου μισό καλαμπόκι. Άλλη μία φορά. Άλλη μία μέρα. Ηλίθιος. Τρελός. Ο ήλιος ξεραίνει και θρυμματίζει το δέρμα. Τιμωρός. Απέναντι, αψηφώντας τον, στέκεται μόνο μια πενιχρή σκιά. Υψώνω απειλητικά το καλαμπόκι και τον προκαλώ να με πάρει. Το ζω, ή το θυμάμαι; Είναι το ίδιο. Όπως και τότε. Οι φλόγες έκαιγαν και καίνε, μα δε ζεσταίνουν.

Τη θλιβερή μέρα εκείνη γράφτηκε μια ιστορία. Στην προσπάθεια του να διαχωριστεί από το Όλον, περιστράφηκε γύρω από το κέντρο του τόσο σφιχτά, που όσα το κρατούσαν ζωντανό αποκρούστηκαν ως δυνάμεις ετερονομίας. Έτσι έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Ακέραιο, αυτόνομο. Μία μαύρη τρύπα υποσιτισμού και παράνοιας. Κόκκινο, κολλώδες υγρό έσταζε από τα δόντια, ακύρωνε τα δόντια, το σώμα, την ύλη, τα πεδία. Λίγη ταυτότητα ξέμεινε μόνο στην πράξη, μια πράξη που απλώθηκε στον χώρο και τον κατάπιε από μέσα. Δεν έμεινε μέρος ούτε για επιδόρπιο.

Έμεινε γυμνό να κυλιέται στα βράχια. Να τρίβεται. Να γλιστρά. Να πέφτει στα μαλακά. Δεν υπάρχουν πιο χλοερά και καταπράσινα εδάφη από τις ασελγείς χαράδρες των οπισθίων αρχαίων τρολ. Οι αρχαίοι, πέτρινοι γίγαντες τις ακινησίας το λυπούνται και το τρέφουν. Πέρασαν οι καιροί που ήταν πέτρα. Αρνείται, γιατί πλέον είναι φωτιά. Η αλλαγή κυλάει στο αίμα του, μαζί με θρόμβους από σκόνη και άλατα. Γέννημα των βουνών, η καρδιά ζητάει να αναπαυθεί και πάλι εκεί. Όχι, ακόμα.

Η κωλυσιεργία τρέφει τη θλίψη και η θλίψη καλλιεργεί την κωλυσιεργία. Μα η φλόγα και η ροή είναι εκεί που κάποτε δεν ήταν τίποτα πέρα από αυτό που είναι. Το Είναι. Η μάσκα του τίποτα.

Αντί για μαλλιά, ένα αμπέλι απλώνεται στο κεφάλι του και τα κλαδιά του έχουν βαρύνει. Τα σταφύλια έγιναν. Δεν ήταν πια. Απλά δεν το ήξεραν.

Παλιός Τόπος

Οσμές θανάτου κι αίματος φεύγουν από το χώμα.
Βαθύ, μακάβριο της φύσης το τραγούδι.
Είναι αργά. Τα πτώματα, δικά μας.
Δεν καταλάβαμε ποτέ, και τώρα από το στόμα

ούτε άχνα. Μήτε αυτιά να ακούσουνε τους ήχους.
Τα νήματα που αποικούν τον κόσμο.
Υφές, τροφές. Κόκαλα και νύχια.
Τα σάπια μας κορμιά, γεμάτα τυμβωρύχους,

έγιναν κρύπτες. Ο κάθε νους χαμένη βιβλιοθήκη.
Σελίδες, τόμοι. Όλα πια σκόνη.
Νευρώνες ξεροί, ανενεργοί,
στεγνές οι διακλαδώσεις. Μαζί μας χάθηκαν οι λύκοι,

τα όρνια, τα τσακάλια. Μας έφαγαν οι μύκητες και τα βακτήρια.
Φρενήρης αποικοδόμηση.
Οξέα, ένζυμα. Υγρά και σάρκες
στέγνωσαν. Μαζί τους στέρεψαν αξίες και μυστήρια

των εκλεκτών του Θεού. Το πτώμα του θεού κι αυτό σαπίζει
στις θάλασσες των άστρων.
Το κενό – απ’ το αίμα του – υγρό.
Το αίμα διάφανο σαν το μετάξι. Ποτάμι που στο βάθος συνεχίζει

μέσα σε σκότος. Και όλο και σκοτεινότερο γίνεται το σκοτάδι,
χωρίς μάτια να δουν.
Να τρομοκρατηθούν.
Ακόμα ακούγεται τραγούδι. Αν φαίνεται ατέλειωτο αυτό το βράδυ,

κι αυτό τελειώνει. Κάποια πλατάνια, άρρωστα θα δώσουν κάποια φύλλα.
Κίτρινα, πενιχρά.
Κακόμοιρα.
Τροφή για μύκητες γλυκιά. Διάρκεια σύντομη σε κρύο και καπνίλα,

πάνε κι αυτά. Χωρίς τις μέλισσες τους ξέμεινε η γύρη.
Άγονο σπέρμα σ’ άγονη γη.
Έδαφος πλούσιο σε πλαστικό.
Το τραγούδι σωπαίνει. Ο μολυσμένος αέρας ψάχνει να φθείρει

κάτι, όμως δε βρίσκει. Το λυκόφως δε διαπερνά το νέφος.
Κανείς δε βλέπει. Κανείς δεν έμεινε να δει.
Μόνο οι σκιές, προοπτικές του παρελθόντος.

Πίσω μας θάμνοι εύχονται: Ρίξε ουρανέ φως
και κάψε τους ανθρώπους.

Σχισμήνη

Χαμένη στον Κάτω Κόσμο. Μία σκιά που περιφέρεται ακίνητη στο παγωμένο, λευκό σκοτάδι. Παγιδευμένη σε ένα δωμάτιο, ένα κελί χωρίς κάγκελα. Δεν υπάρχει δωμάτιο. Πού και πού κοιτάζω έξω. Μαύρα κλαδιά σχηματίζουν απειροελάχιστα σύμβολα στο χιόνι. Η νουβέλα των λύκων. Μια απάντηση χωρίς ερώτηση. Η γλώσσα του έρωτα βαθιά μέσα στον κόλπο της ψυχής. Εκεί που δε φαίνεται τίποτα, δεν ακούγεται τίποτα. Δείχνει, όμως. Και διηγείται.

Η ιστορία μου διαδραματίστηκε με όλες τις ντετερμινιστικές συμφορές των καταραμένων. Κι όμως, δεν ήμουν καταραμένη. Ήμουν γυναίκα. Το άγος τον Λαβδακιδών, μια ακόμα μάσκα της πατριαρχίας. Με δάκρυα χαρτογράφησα τη μνήμη. Δάκρυα που έκαψαν αυλάκια στο νεκρωμένο μου δέρμα. Αίμα δεν είχε απομείνει. Έτρεξε μόνο σκόνη.

Έξω μαινόταν το πρωινό τιτίβισμα των αρπακτικών πτηνών και στο δωμάτιο μου επέμεναν οι σκιές. Σκιές αντρών σε μάχη που βαστούσαν τρομερά, φαλλικά όπλα για να τους προσέξουν. Σκιά του άρχοντα, που νόμιζε πως επιβάλλοντας τη σταθερότητα του νόμου, θα γλίτωνε τη μεταβλητότητα της ζωής, τη φθορά, τον θάνατο. Σκιά της αδερφής. Σκιά της γραμμής πίσω από το κεφάλι της, οδός για τον Άδη. Σκιά του πατέρα, που έβλεπε μόνο σκιά. Σκιά της μητέρας, που είναι η σκιά της γιαγιάς. Άντρες που απαίτησαν να κάνουν κτήμα τους τη γνώση, το νόμο, την εξουσία, έκαψαν τον κόσμο και άφησαν μόνο σκιές. Γυναίκες που βρέθηκαν στο δρόμο τους και έγιναν σκιές.

Γύρευαν την αλήθεια του εαυτού, τυφλά και επίμονα. Βρήκαν μόνο σκοτάδι και σήψη. Κάποιες συνέχισαν βαθύτερα. Κάποιες γύρισαν πίσω για να βρουν πως δεν υπάρχει γυρισμός. Λίγες, κατάλαβαν, και έμειναν ακίνητες μέχρι να εξαφανιστούν. Γιατί εδώ, στον βυθό του τέλους, δεν υπάρχει ψήγμα εαυτού. Δεν υπάρχει μέρος για την Αλήθεια.

Το κουφάρι της αδερφής μου ταλαντεύεται και με τιμωρεί. Η αδερφή. Ηρωική, ασυμβίβαστη, επαναστατική, γενναία, σθεναρή, δίκαια, θαρραλέα, ατρόμητη, απτόητη, έντιμη, δυναμική. Συγγνώμη. Νόμιζα υπάρχει χρόνος. Ή μάλλον, ήλπιζα πως με τον χρόνο το πρόβλημα θα λυθεί. Για να είμαι ειλικρινής, ευχόμουν απλώς να ξεχαστεί. Δεν ξέρω. Φοβόμουν. Δεν έκανα τίποτα.

Δεν έκανα τίποτα όταν η έριδα έγινε εξουσία. Ούτε όταν η εξουσία έφερε προδοσία. Και όταν η προδοσία προκάλεσε πολιορκία, πάλι διατήρησα τη σιωπή. Γιατί για τους άντρες γύρω μου, ακόμα και η φωνή μου ήταν σιωπή. Έμεινα άπρακτη, γιατί είχα μάθει να φοβάμαι την πράξη. Είχα μάθει να πιστεύω στη δικαιοσύνη, στη λογική, ιδέες που ανήκαν στους άντρες. Σκληρή δοκιμασία, να προσκολλάσαι στη λογική, στη φαινομενολογία της ζωής. Εγώ δεν ήθελα το δίκιο, το λογικό, τη λύση. Ήθελα τους ανθρώπους. Ήθελα την αδερφή μου.

Για αυτό και τόλμησα μερικές λέξεις στην αδερφή μου. Λέξεις που δεν εννοούσαν αυτό που σήμαιναν. Δεν είχα λέξεις για αυτό που ήθελα να πω. Η αδερφή μου αντέκρουσε τις λέξεις. Γιατί κοιτούσε αυτές και όχι τα δάκρυα στα μάτια μου. Έπειτα έφυγε και έμειναν μόνο οι αλλαγές στα σωματίδια της ατμόσφαιρας που δονήθηκαν από τις λέξεις. Άχρηστες λέξεις. Ανάλυσε μου με σιωπή. Ανάλυσε με, με σιωπή.

Η σκιά που κρέμεται, η σκιά που ήταν αδερφή μου λέει: Ένα ποίημα αρκεί χωρίς το όνειρο.

Εγώ αποκρίνομαι: Και το όνειρο αρκεί χωρίς το ποίημα.

Γεννήθηκα από μια πράξη άγνοιας και ύβρεως. Έτσι έμαθα να σέβομαι. Έμεινα άπρακτη όταν με αγκάλιασε η μητέρα μου, λίγο πριν κρεμαστεί. Έτσι έμαθα να αποστασιοποιούμαι. Άπρακτη όταν ο πατέρας μου τυφλώθηκε από την αλήθεια. Έτσι έμαθα να μην αναζητώ. Άπρακτη όταν τον είδα να χάνεται στο δάσος. Έμαθα να υπομένω. Άπρακτη όταν τα αδέρφια μου αλληλοαναιρέθηκαν με ξίφη. Έμαθα να μη διαφωνώ. Ίσα που έπραξα με την αδερφή μου, πριν χαθεί. Έμαθα να μην μπλέκομαι. Η μόνη μου αληθινή πράξη ήταν ο έρωτας. Και η πατριαρχία με δολοφόνησε για αυτό.

Δε με πειράζει που είμαι πια σκιά. Δε με ενοχλούν τα κρεμασμένα, διαμελισμένα κουφάρια γύρω μου. Δε μετανιώνω που δεν έπραξα. Λυπάμαι μόνο που όλοι αυτοί που πράττουν, όλοι αυτοί που κινούνται αδιάκοπα, ψάχνοντας την πλάνη της σταθερότητας, δεν κοντοστάθηκαν να υπάρξουν. Να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Δεν υπάρχει κίνημα. Υπάρχει κίνηση που σε παρασέρνει. Όταν καταλάβεις αυτό που θέλεις, το έχεις ήδη.

Θέρως

Η ζωή κάποτε, μετέωρη τώρα πάνω από τα κεφάλια μου. Η φθορά της συνείδησης δεν έχει φτάσει ακόμα στους εγκέφαλους, αλλά την αισθάνομαι να ξύνει τον φλοιό από τα κόκαλα σε όλο το σώμα μου.

Επιθυμώ να γίνω επιθυμία. Επιθυμώ τον χρόνο. Κι όσα επιθυμώ στροβιλίζουν γύρω από ένα χρονικό σημείο, σε κάποιο ζεστό, στεγνό απόγευμα.

Θέλω να θυμάμαι το τέλος. Μα το τέλος αργεί, το ζω κάθε μέρα, δεν υπάρχει πουθενά στο μέλλον. Για αυτό δεν μπορώ να θυμηθώ το τέλος. Θυμάμαι μόνο τα δάκρυα.

Ο νυχτερινός ουρανός κρατά τις σημειώσεις του χρόνου. Η ιστορία του ταυτίζεται με την ιστορία μας, παρά τις αποστάσεις. Ας είναι τα έτη του φωτός. Το σκότος είναι ήδη εδώ – ήτανε πάντα – και ψιθυρίζει ποιήματα αντί της ιστορίας.

Το έτος διαρκεί εννέα μήνες. Το καλοκαίρι αδειάζει τον χρόνο. Ο χρόνος διαρκεί ολοένα και λιγότερο. Μετριέται σε τέλη, πριν το Τέλος.

Θέλω το σώμα σου στον χρόνο. Το θέλω δίχως χρόνο.

Επιθυμώ την επιθυμία σου. Την καπηλεύομαι και την αντικαθιστώ. Ανασαίνω πίσω από τον λαιμό σου και ελπίζω να σε γλιτώσω από τον τρόμο του τέλους. Τον τρόμο του Εγώ. Εγώ είμαι το τέλος.

Το καλοκαίρι σχίζει σαν σκλήθρα τον χρόνο. Σχίζει, ανάμεσα από τα δάχτυλα μου, την ιδρωμένη σάρκα και τα φθαρμένα κόκαλα. Στάζει ασταμάτητα το μαύρο αίμα. Τα οστά μετουσιώνονται σε πορφυρή φασαρία. Κι όμως, δεν είναι ούτε αυτό το τέλος.

Κάποια από τα κεφάλια μου πέφτουν σαν ώριμα φρούτα στον σωρό από αρχαία σήψη. Οι παρατημένες συγκομιδές των περασμένων καλοκαιριών. Ιστορίες βγαλμένες από το άπειρο και πεταμένες στον λάκκο της μνήμης. Κάθε χρόνο, το άπειρο διαθέτει λιγότερες ιστορίες. Αραιώνει το άπειρο;

Ή μήπως μικραίνουν τα χέρια μου;

Κρύβομαι από τη λιακάδα μέσα στην πυκνή, καταπράσινη φυλλωσιά σου. Κι αν ξεγυμνώνουν κάποιοι χειμώνες τα κλαδιά σου, το θέρος επιστρέφεις με νέα ζωή.

Τελευταίο Θέρος

Στα άχρονα κλαδιά του τελευταίου θέρους,

Στη συννεφιά, δύο πουλιά, μαύρα πουλιά,
Η Μνήμη και η Σκέψη,

επάνω προσγειωθήκαν.

Θλιμμένος τα κοιτάζω, τα παρακαλώ,

Όσο αράζουν στωικά, χωρίς αρχαία μαγικά,
Χωρίς μνήμη και σκέψη,

τον κόσμο να αλλάξουν.

Σας έστειλαν οι μάγισσες; Σας έστειλε ο Όντιν;

Τι σημασία έχουν πια; Τα μάταια, τα κοσμικά,
Η φήμη και η στέψη,

όλοι οι θεοί έχουν πεθάνει.

Τα άχρονα κλαδιά είναι σαν τις τσουκνίδες,

Δεν είναι λεία, δροσερά, μα τοξικά και κοφτερά,
Τι λύμη έχουν εκθρέψει,

τους σκίζουνε τα πόδια.

Προσεύχομαι να βρέξει, μα ούτε μια στάλα,

Και τα θεόρατα πουλιά, μου λένε επιβλητικά,
«Συντρίμμι να μουσκέψει,

κανείς θεός δεν πρόκειται, ξέχνα την προσευχή σου.»

Τα σύμβολα ξεχάστηκαν, οι οιωνοί, οι ρούνοι,

Τώρα μονάχα ερημιά, ερείπια και καταχνιά,
Τ’ ασήμι έχει στερέψει,

στέρεψε η ελπίδα.

Με ένα φτερούγισμα χαθήκαν,

Έμεινε πάλι η μοναξιά, η θλίψη, η κατάντια, η σήψη, το αίμα το πηχτό, τα δάκρυα, η ζέστη, η σιχαμένη μυρωδιά,
Ψοφίμι δίχως βλέψη,

από τα άχρονα κλαδιά του τελευταίου θέρους.

Υπαιτιακό

Αυτό είναι αυτό.

Δεσμός ταυτολογικός, αυγουστιάτικος ήλιος που χαϊδεύει αργά το σώμα.

Σώμα γυμνό.

Στο τελευταίο δωμάτιο, εκεί που ταλαντώνεται το χάος κι η ηδονή.

Βιβλίο παλιό.

Φτιαγμένο από μαρτυρίες, μνήμες και συνεντεύξεις.

Σκοτάδι πηχτό.

Ερωτηματικό σπαρμένο από σπείρα γαλαξία.

Πνιγμός. Πνιγμός.

Στης θάλασσας το ταραγμένο κύμα.

Πόνος παλιός.

Αξέχαστος, στου νου το βάθος.

Χρόνος στεγνός.

Στεγνά, ξερά τα χείλη.

Μέλλον αδρό.

Μαζί μου μένεις.

Ιστορικό κενό.

Πληγώνεσαι. Πληγώνεις.

Ευγενικός.

Θρήνος γλυκός που θεραπεύει.

Άλλος σχεδόν.

Το παρελθόν ξανά νομίζω πως αλλάζει.

Ατέρμονο ουρανό.

Το βλέμμα σου γυρεύει κι όταν τον βρει τρομάζει.

Μέρος αξέχαστο.

Μέσα στο αυτοκίνητο, χιλιόμετρα, ραδιόφωνο, παιχνίδι.

Ποιο μυστικό;

Στο χώμα έσκαψα λαβύρινθο βαθιά, έριξα μέσα τον καρπό μου.

Μόνος, γυμνός.

Μια καταιγίδα από γυαλί σπάει την πέτρινη σκεπή, σκίζει το ξύλο του δαπέδου.

Εγώ είμαι αυτός.

Παρά το χάος, το κακό, τη διακοπή, τον πόνο, τη γνώση, την αβεβαιότητα. Βρήκα τον θάνατο μου.

Υπερκαινοφανής

Πεταμένοι στον κόσμο,
Απροστάτευτοι,
Ανασφαλείς,
Ύπνος της ύπαρξης βαθύς.

Δείκτες του χρόνου,
Κλαδιά από δυόσμο,
Στο πρόσωπο της νύχτας παρηγοριά ζητείς.

Πλούσιοι και μόνοι,
Ο καναπές,
Οι γλάστρες,
Τα βιβλία,
Αιχμάλωτοι του πόνου.

Ταξιδευτές κατάκοιτοι τ’ ονείρου,
Σφυρηλατούμαστε στο νύκτιο αμόνι,
Πνιγμένοι ψάχνουμε για ίχνη οξυγόνου.

Κι όταν στερεύει ο ύπνος,
Η αντάρα,
Τ’ όνειρο,
Το σκοτάδι,
Από το στόμα χάνεται η γεύση του σιδήρου.

Ξημέρωσε. Μαζί και η θλίψη.
Σε σήψη βρίσκεται μέσ’ στην ψυχή ο κύκνος,
Δε μας καλύπτει τώρα πια, το χάδι του απείρου.

Εμείς; Εγώ. Χρόνια ποτέ μας μόνος,
Σ’ άρνηση,
Μαύρος,
Σε σιωπή,
Σε αντεστραμμένα ύψη.

Ο εαυτός ατέλειωτος, όμως ποτέ γεμάτος,
Αυτός, εσύ, εγώ, αυτή. Όλα μαζί συγχρόνως,
Ώσπου της τρέλας η βαριά, όλα να τα συνθλίψει.

Δε διώχνω κανένα.
Το σκότος,
Το ψέμα,
Τη φωτιά,
Τον πόνο,
Τη συνήθεια,
Το φως,
Τον έρωτα,
Την αγωνία,
Το μάταιο,
Την εξορία,
Τον φθόνο,
Άξιζε ακόμα και της ταπείνωσης ο πάτος.

Μόνο η νύχτα πια μοιάζει σε εμένα,
Η ξάστερη, η καθαρή, στεγνή και παγωμένη.

Νύχτα, και εγώ είμαι σκοτεινός, κρύος, μ’ άστρα γεμάτος,

Όλα τα αστέρια καίγονται και τίποτα δε μένει.

Όρκος Οπής

Ήταν η μέρα που βρέθηκα απεγνωσμένος στο βρεγμένο άλσος, ενώ αρχέγονες νυχτερίδες από φωτιά και νέφος μου ρουφούσαν αχόρταγα το αίμα. Πήρα μια ακόμη ανάσα ενάντια στον θάνατο. Άλλη μια μάχη, προτού ο αρχαίος λήθαργος επιστρέψει από το μέλλον. Η Σελήνη κεντούσε τη γέννηση στον αργαλειό της, και ξεφορτωνόταν τις κομμένες κλωστές. Με τα πόδια στη γη, και το σπαθί ευθυγραμμισμένο στη νοητή γραμμή που ενώνει τις ουράνιες σφαίρες, κυκλοφόρησαν ελεύθερα στο αίμα οι θεραπευτικές δυνάμεις της θηλυκότητας. Κοίταξα τον κίνδυνο με φόβο και τον πλησίασα. Μία γραμμή φωτός από τις πύλες της συνείδησης εξαΰλωσε τους φτερωτούς δαίμονες.

Μέσα στο κελί αναγνώρισα την παντοτινή θέα της κλίμακας. Από το άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ένα χέρι που ακτινοβολούσε μαύρο φως. Από το άγνωστο έβρεχε μετεωρίτες. Η πορφυρή βασίλισσα επέστρεψε και τα πιόνια θυσίασαν αναμνήσεις προς τιμήν της. Το μάτι γυάλισε με μίσος ενάντια στον δημιουργό. Η σάρκα ξεκόλλησε και κύλησε σε ρυάκια μάγματος. Ηλεκτρονικές χιονοπτώσεις διαδόθηκαν στις ριζωματικές απαρχές της κοσμογονίας. Οι απειροελάχιστες ψηφίδες της συνείδησης επαναπροσδιόρισαν τη δημιουργία με αντιφασιστικές κραυγές, πνίγοντας τη βουή του θανάτου με αλλόκοτες στοιβάδες κρέατος. Σάρκα του τάφου σιωπή.

Δρόσισε ο έρωτας τη μοναξιά, όπως η καλοκαιρινή μπόρα το ξερό χώμα. Κατέληξα στο μεταίχμιο του επέκεινα. Κοίταξα τον χάρτη. Δεν έπρεπε να πάρω εκείνη τη στροφή στον τετραδιάστατο υπερχώρο.

Πλέον κοιτάζω τον χάρτη και ξέρω. Το σημείο της επιστροφής συμπίπτει με το τέλος. Μόνο με θάνατο καλλιεργείται η αναγέννηση και ο θάνατος στερεύει χρόνο με το χρόνο. Θα έρθει η μέρα που η χθόνια αφετηρία θα απέχει μια πτώση ακόμα.

Γη. Ένα γαλαζοπράσινο νεκροταφείο. Δράκοι φυλάνε τα σύνορα γης και ουρανού. Κάτω, η Κόλαση, το σιδηρουργείο της ψυχής. Ευλογεί με φωτιά. Χαρίζει ατσάλι. Αρκεί στο τέλος να βρεις την έξοδο κάτω από τον πρωκτό του Εωσφόρου. Η επανάσταση επιμένει να σιγοβράζει για χρόνια στις ρίζες της αδικίας και της συμπόνιας. Σιγοβράζει πάνω από ασύλληπτη θερμότητα. Ο κόσμος εξατμίζεται περιμένοντας στην τραπεζαρία, και αυτή ακόμα να γίνει.

Αναρωτήθηκα, σκέφτηκα, απόρησα. Και έσταζε το αίμα από τις μολυσμένες μου πληγές. Ακόμα και ο χρόνος, το καύσιμο της μνήμης, καθορίζει τα γεγονότα με αναξιόπιστη αφήγηση. Ο διττός χρόνος. Το αντίγραφο του Εγώ. Αναποτελεσματικές έλξεις του έλλογου σημείου με το συναισθηματικό τραπεζοειδές που χωρίζονται αιωνίως από το μετέωρο κενό της ασυμβατότητας. Το σώμα στη διαφοροποίηση του προσεγγίζει το τέρας. Κατέχει τη δυνατότητα αλλά παράλληλα την κρύβει από το υποκείμενο. Μόνο κοιτώντας το στιγμιαία, με την άκρη του ματιού και για μηδενικό χρόνο, φέρνει εις τέρας.

Όταν οι κεραυνοί θα καίνε τις νευρικές απολήξεις, η τελευταία ανάμνηση θα είναι αυτή της γεύσης. Στη γενεαλογία των στιγμών δεν επικρατεί ούτε η ευθυμία, ούτε η ειλικρίνεια, αν και αμφότερες συνδράμουν στο σφίξιμο του εβένινου κλοιού. Αυτό που σημαδεύει τη ριζωματική επέκταση στις αχανείς άκρες της φιλίας λέγεται σιωπή.

Θεωρία Ετερωτικών Χορδών

Ο χώρος, περισσότερο κενός.
Σπόροι της ύλης μόνοι.
Μιλάς σε βιντεοκλήση.

Οι σφαίρες των ηλεκτρονίων ασαφείς.
Απαγορευμένα φορτία χωρίς φιλί.
Βάζεις να φας λίγα κεράσια.

Τίποτα δεν αγγίζει τίποτα.
Ούτε η κούπα, ούτε η χτένα, ούτε ο ιδρώτας στο λαιμό.
Καις τα μαλλιά σου σε σπείρες.

Οι μέρες και τα χιλιόμετρα άγουν την αιτιότητα.
Υψούν την εντροπία.
Ρωτάς, «τι σκέφτεσαι;»

Σκέφτομαι τον καφέ και το αλάτι,
Το σκελετωμένο σώμα χωρίς όργανα,
Το πλυντήριο και το άπλωμα των ρούχων.

Τους ήχους στο σπίτι μας,
Την ανοιχτή μπαλκονόπορτα,
Τις φράουλες και τα ζυμαρικά.

Σκέφτομαι τον έρωτα καθώς διαπερνάει το κενό.
Σκέφτομαι πως τίποτα δεν αγγίζει τίποτα.
Κι όμως, εσύ φοράς ένα ζευγάρι από τις κάλτσες μου.