Το Μέρος Ανάμεσα μας

Είναι ο παλιός χειμώνας θύμηση σου,
Ομίχλη μακρινή πίσω απ’ τα χόρτα,
Κοιτάζεις κλαίγοντας, μα δεν περνάς την πόρτα.

Κλαίνε οι κάργιες, κλαίνε τα χελιδόνια,
Πηχτή υγρασία θόλωσε τον πορφυρό αέρα,
Πίσω γυρνάς και κρύβεσαι, ψάχνεις την αλατιέρα.

Κραυγές ένδοξες, πόνου και αγωνίας,
Ανοίγεις πύλες στον κορμό του πράσινου πλατάνου,
Με το κλειδί που έψαξες σε στόμα πελεκάνου.

Ήλιος, λες, ονομάζεται το τρεμοπαίζον άστρο,
Πικρή στα μάτια σου άφησε του έρωτα τη γεύση,
Έγκλημα, φθόνος, θάνατος. Φτάνει να δυναστεύσει.

Μισόκλειστα τα μάτια σου, μίσους ακτίνες λάμπουν,
Σε εξωθεί η μουσική σε χρυσαφένιο δρόμο,
Και χαλινάρι αόρατο σε γαργαλά με τρόμο.

Μούχλιασε απ’ τη μια μεριά, Δήμητρα, το λεμόνι,
Μα στο βουνό σε λαχταρά εύφορο το λιβάδι,
Στάχυα, αέρας και χαρτί. Γλυκό, αιώνιο βράδυ.

Κοπάδια χάνονται σε μαύρα νέφη σκόνης,
Η τρικυμία κόπασε. Χαλάρωσε το χέρι,
Πάνω στα βράχια φίλα με, πιάσε τον Αλιγκιέρι.

Στους γόνιμους τους κήπους σου πίνω απ’ τα χρώματα σου,
Ψωμί τρώω απ’ το γέλιο σου σε σπίτι ευτυχίας,
Μπύρα από τη θλίψη σου προ έναρξης λαγνείας.

Εσύ κι όλη η σάρκα σου, γεύεστε το σκοτάδι,
Μέσα απ’ του στήθους μου φωλιές ∙ της σφήκας, της αράχνης,
Γκρίζο, νεκρό και κοφτερό το έδεσμα που ψάχνεις.

Έξω από το σπίτι σου η άνοιξη περιμένει,
Εσένα, την πόρτα να διαβείς, φόβους να αψηφήσεις,
Απ’ την ομίχλη εγώ να βγω,
να σ’ αγκαλιάσω αφήνοντας
το μαζικό, το ασήκωτο,
μαρτύριο της δύσης.

Κάποια Τοσκάνη

Σηκώνεται το ερπετό στα χείλη της ν’ ανέβει,
Τα άστρα του σκότους χάνονται σε φωτεινές εκλείψεις,
Αδρά, απαλά, ερωτικά το χέρι της θωπεύει,
Νιώθει την περηφάνια στα έσχατα της θλίψης
.

Χάνω το κύμα, τη μορφή, το έλλογο σημείο,
Αόριστος αέρας κβαντικός,
Σατανικό και φυσικό, αφύσικο και θείο,
Γίγαντα θάνατος μικρός.

Το μονοπάτι των δομών χωρίζεται στα τρία,
Το Εγώ εξαϋλώνεται σε δάσος σκοτεινό,
Διανύεται αντίστροφα η Θεία Κωμωδία,
Ελπίδα αφήστε όσοι εξέρχεστε από ‘δώ!

Φαλλωρεντία

Το ποίημα όργωσε τα αυλάκια των χειλιών της, και πότισε τη γλώσσα της με τις μεγαλειώδεις γεύσεις της ανεκπλήρωτης ζωής. Τα κάλλη της εξόντωσαν τους δαίμονες του ενδότερου πολέμου. Υγρός οφθαλμός με κοφτερά δόντια διέσχισε το μέτωπο μου και η θεά με ευλόγησε με τις ιθαγενείς ικανότητες της δημιουργίας.

Νέα Σελήνη. Ο καφές ζέστανε το λαρύγγι μου καθώς παρακολουθούσα το πορφυρό τσουνάμι να ζυγώνει. Αναστέναξα και άρχισα να πίνω πιο γρήγορα. Μέσα στο άχρονο σκοτάδι, τα αμέτρητα χέρια του ωκεανού διαπέρασαν το στήθος και την καρδιά μου. Στην αρχή υπήρξε βία. Η συνείδηση εναρμονίστηκε με τη συντροφιά και καταστάλαξαν στην ευδαιμονία.

Ο θεός της πλάνης, καθιστός στο ατελιέ του, ζωγράφιζε σε ένα σκοτεινό χαρτί με δάκρυα και αίμα. Έτριξαν τα κόκαλα μου κάτω από την πένα του. Ο μόχθος της εσωτερικότητας ευδοκιμεί στο αιώνιο Όλον. Έπιασα την κοφτερή λεπίδα της γραφίδας και την έσπασα. Με το κέντρο της έσφαξα το αρχέγονο, κοσμικό ερπετό. Το φως καταστράφηκε. Ήταν το τελευταίο εμπόδιο της διαφώτισης.

Το οντολογικό Είναι, η θεϊκή υπόσταση, η πηγή του πνευματισμού, μεταφράζονται αποκλειστικά με ανακρίβεια. Το άφατο, το απερίγραπτο, και το σκοτεινό αδυνατούν να εναρμονιστούν με το απόλυτο, τη συνείδηση και την ευτυχία. Η γνώση αποτελεί ήττα. Το σφάλμα της κατηγοριοποίησης προέρχεται από όσους αποζητούν την ιδιαιτερότητα, με την ελπίδα της μετατροπής της σε ανωτερότητα. Και κρατάνε σφιχτά την κορδέλα του Εγώ, μη λυθεί και χαθεί στις καταιγίδες.

Εγώ, έχω χάσει το μπλε γιλέκο εδώ και καιρό, και είναι κρίμα. Ταιριάζει τόσο με τη θλίψη που δε χάνεται ποτέ. Η απόγνωση χρειάζεται δράση. Σε ένα παράλληλο σύμπαν η δράση θα τη λυτρώσει, οι ψυχές θα βρουν την πηγή τους και η γνώση θα συνεχίσει με έναν καινούριο τόμο. Με συνοδούς το ξερίζωμα και την απώλεια συνεχίζεται το βάρος της ύπαρξης. Μοναδική περιουσία μένει το Εγώ, αλλά και αυτό πλέον βρίσκεται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή.

Το μεγάλο Γιατί μου είπε να αφοσιωθώ στα μικρά νοήματα του Τώρα. Τώρα κάτι μας είπες Γιατί. Πώς να λειτουργήσει η στιγμή, όταν η σκιά της είναι του θανάτου; Κυρίως όμως, γιατί; Η επίλυση του μυστηρίου γέννησε ένα ακόμα μυστήριο. Πώς βρέθηκα εδώ να λύνω μυστήρια;

Ήταν η νύχτα του γενναίου πειράματος. Η νύχτα του νέφους και του σπαθιού. Νύχτα τρικυμίας με δυσοίωνες αστραπές. Δεν είχε καν νυχτώσει ακόμα. Στο δάσος κυλούσε ένα ρυάκι με βρύα. Ο πόνος επέμενε γλαφυρά, όμως πλέον έδινε στον εαυτό μια γαλήνια εικόνα, βαμμένη με πράσινο βαθύ. Ο Χρόνος καταβροχθίζει το κρέας και σμιλεύει τα κόκαλα. Ο ουρανός έλαμψε με τη σύγκλιση του Χρόνου και τα όντα της φρίκης σκαρφάλωσαν στους δρόμους για να διαπληκτιστούν με τους ανθρώπους. Συνεννόηση δεν επιτευχθεί ποτέ. Πίσω στο παρόν, όσο είναι ακόμα καιρός.

Πάνω από πυρακτωμένα ερείπια, πνιγμένα σε λάβα κ καπνό, αιωρείται μάταια ένα μοντέρνο σύστημα όπου η επιβίωση παρέχεται ελεύθερα σε όλους. Στα αχαρτογράφητα κύματα της αστρικής θάλασσας, οι φράουλες ζευγαρώνουν με τα καλαμάρια και οι αγέννητες ψυχές αναζητούν αμύθητα πλούτη και περίτεχνους φαλλούς. Μικροσκοπικές σκόνες τρέχουν πίσω από την ομορφιά και εύχονται να συμμετάσχουν στο δέος. Ακολουθεί με αργούς ρυθμούς το αναπόφευκτο ξεσκονόπανο της λήθης. Το τέρας έξω προκαλεί με βρισιές. Το τέρας μέσα φουντώνει με οργή. Το τέρας στη μέση απορεί με αυτά τα τέρατα. Η μάγισσα δεν τιμωρεί. Εκδικείται.

Ο Χρόνος επεκτείνεται σε καθοδική σπείρα. Επαναλαμβάνει τα ίδια γεγονότα, κάθε φορά σε μεγαλύτερο βάθος. Στο άπιαστο Τέλος του, βρίσκεται κάτι που σχεδόν αντιληφθήκαμε στις απαρχές της συνείδησης. Οι αφηρημένοι νόμοι της δημιουργίας και της καταστροφής. Το άφθαρτο επέκεινα. Η κίτρινη, κρυσταλλική πύλη που υψώνεται στα είδωλα της εξερεύνησης. Ο χαμένος χρόνος. Η χαμένη Κόλαση.

Κακόμοιρε Προμηθέα. Κατακρεουργούν το συκώτι σου οι λακέδες των τυράννων, και οι θνητοί, αντί να ντυθούν στις πολύχρωμες φλόγες της εξέγερσης που έκλεψες για χάρη τους, κοιτάζουν αποχαυνωμένοι τις νοσηρές κοινοτοπίες, στις κακόβουλες προβολές του Ολύμπου. Ας είναι. Τη σφοδρότητα του πολέμου ακολουθεί μία παράξενη, μυστική ειρήνη. Η πράσινη θεότητα των Άπειρων Χρόνων στο τέλος του κόσμου.

Κβαντική Θεωρία Αιδοίου

Χειμώνας / Μεταμόρφωση

Η επιφάνεια διαθέτει μια τρύπα. Ορίζει ένα στερεό κενό γεμάτο σκοτάδι. Άυλος επισκέπτης που αρνείται κορεσμό. Ό, τι και να τοποθετήσω μέσα, επιμένει να αυτοπροσδιορίζεται ως Τίποτα. Μια μέρα το σκοτάδι θα σωθεί και η αδιάντροπη ηδονή θα δώσει τη θέση της σε αδρή κατάρρευση.

Η ύπαρξη της τρύπας διαφαίνεται στην ανυπαρξία της. Συχνά, το άτομο αγνοεί την πλάνη που το περιβάλλει μέσα της. Ορισμένες φορές έρχεται αντιμέτωπο με την αλήθινη της φύση. Η θέα του τέλους οδηγεί στην πρώτη σημαντική μεταμόρφωση. Η ασυνείδητη ηδονή που προκύπτει από τη γνώση αυτή, κατακλύζει το Είναι. Το άτομο γίνεται ζοφερός άγγελος θανάτου και αγνοεί τις εφτά, υπόλοιπες μεταμορφώσεις που έπονται.

Ακουμπάω το αυτί μου στο στόμιο. Το κενό μέσα στο πιθάρι ηχεί με τη μελωδία του γλυκού Τρόμου. Ο ήχος μετουσιώνεται σε αίμα και θάνατο. Το πιθάρι έσπασε και έγινα δοχείο για το σκοτάδι. Μετράω κενά σύνολα.

Το Τίποτα είναι μη μετρήσιμο. Το κεφάλι στάζει χωροχρονικούς υπολογισμούς από τον καθρέφτη ως τον τάφο. Και όμως, μετριέται από τον κόσμο που το περικλείει. Κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει στα όρια και να μετρήσει. Θα έπρεπε να ακροβατήσει στον αιχμηρό κίνδυνο του αφανισμού. Από μακρυά, οι μοναχοί το λατρεύουν μεταφυσικά και το αντιμετωπίζουν με τύφλωση και νηστεία. Κάθε βιογραφία της θεϊκής υπόστασης εξυμνεί τη διαδικασία της σήψης. Μόνο οι νεκροί μπορούν να την απαθανατίσουν.

Το κενό αυτό ελοχεύει παντού. Σε λέξεις και εραστές. Τέχνη και φαντασία. Θειες και θειους. Μόνο στο όριο αναγνωρίζεται. Ό, τι στη ζωή αναζητά τη λύτρωση της, αποτελεί γονόρροια της τέλεσης του. Ό, τι στο επέκεινα επιζητά την επικύρωση του, ευτελίζεται στα όρια της ρηχότητας του.

Η ανάμνηση καλύπτει το κενό παρόν με άδειο παρελθόν. Αποτρέπει τη συρρίκνωση στο απειροελάχιστο. Η τοπολογική δομή ερμηνεύει το περίγραμμα της μαθηματικής της φύσης στην ασυνέχεια, και ας αποτελεί περιορισμό. Το ανάγλυφο πάτωμα του γκρίζου κελιού προσφέρει ικανοποιητική απόλαυση στις άκρες των δαχτύλων, όταν χαράζουν τη γνώση οι γραμμές του παράδοξου.

Και όμως, μετριέται μία τρύπα. Χρειάζεται χώρο και τρόπο. Ο σκοτεινός, θλιβερός κόσμος που περιστρέφεται αέναα στην πτώση χρειάζεται την ανεξίτηλη ετερογένεια για να γελάσει. Εσχατολογικές παραστάσεις για λίγες μόνο ημέρες πριν το τέλος του κόσμου. Μετά από το Τίποτα κανείς δεν είναι.

Άνοιξη / Έρως

Η πληγή είναι τρύπα. Και η απώλεια. Όταν ξεσκίζεται η σάρκα, υποφέρω από μνήμη. Διακορεύω την πληγή, παρά τον πόνο. Αναζητώ την απελευθέρωση. Ευτυχώς, έρχεται. Για λίγο ακόμα θα έρχεται. Φέρει τον ρευστό κρίκο της γονιμότητας. Το λίκνο του οργιαστικού βίου. Μας οδηγεί και αυτή εκεί που δείχνει το δάχτυλο του Πάνα. Πάντα. Πάνω.

Ανατριχιάζει η καρδιά. Ένα ακόμα περίβλημα του Τίποτα. Το φαλλικό περιβάλλον επιφορτίζεται από ανοιξιάτικες δονήσεις νευρολογικού τύπου. Μια πινελιά οικειότητας, η ομορφιά της οποίας διαφαίνεται σπάνια στη χειμερινή ατμόσφαιρα. Ένας μυς που αντλεί το κενό μέσα του για να παράξει αγάπη. Έντονα. Ατέλειωτα. Προβάρει το πέρασμα του χρόνου. Συμμετρία και αυθεντικότητα. Αλήθεια. Όλα ψέματα. Πνεύματα τυχαιότητας ξεχαλινώνονται στο στήθος.

Αντιδιαμετρικά της τρύπας στο στήθος, ένα ποίημα ανοίγει το στόμα του. Ξερνάει πάνω μου για να γεμίσει τις τρύπες. Όλες τις τρύπες. Στριφογυρίζει και με βρέχει με τα σάλια της οικειότητας. Η εντροπία της ακύρωσης μοχλεύει μέσα μου την έκσταση της καταστροφής. Εξορκίζω την αφή. Συναντώ τη λάμψη. Θυμάμαι τον φαλλό και εκμηδενίζομαι γλυκά.

Δε μου μιλάει πια το φως. Μονάχα μου γαργαλάει την ίριδα με επιλεκτική φασματική επιθυμία. Η τρύπα δεν είναι άδεια. Είναι ανοιχτή. Τι εισβάλλει στο κενό της σκέψης; Οι σκέψεις. Μετά από τον έρωτα κανείς δεν είναι.

Αφρώδης Τήνος

Ο άνθρωπος, ο αφελής αμνός που αποκλίνει από την εμπειρία και αναζητά τυφλά το επέκεινα, αρνείται σθεναρά το τέλος του. Η γνώση του θανάτου, όπως και το κρεμμύδι, δεν προλαβαίνει να καραμελώσει μέσα σε δέκα λεπτά. Θέλει υπομονή και ανακάτεμα. Έτσι, οι περισσότεροι την αντικαθιστούν με ελπίδα για αιώνια, άφθαρτη και συνεχή σταθερότητα της ψυχής. Αν ο εαυτός είναι απλά μια απάτη, τότε η ψυχή είναι διπλά. Ουρλιάζουν οι καψεροί να σκεπάσουν τις σκέψεις τους. Και η οχλαγωγία σκεπάζει τις βραδυνές οργές του θεανθρώπου.

Υπέρμετροι φανφαρονισμοί και άρνηση για πενιχρές ελπίδες. Ελπίδες που δεν αρκούν να γλυκάνουν τη ζωή. Αντιθέτως, αποσπούν από όσα κατέχουν τις αληθινές πιθανότητες. Το παράπτωμα της υπερβολής παραγράφεται μόνο στην περίπτωση του σαρκασμού. Η ζωή στριφογυρνά αργά, θαρρείς όλο στα ίδια, μα αλλάζει όσο σιγοψήνεται. Και όταν ετοιμαστεί, σερβίρεται με λεμόνι στον Κέρβερο. Είμαστε οι πολιορκητές του επέκεινα, μύγες παγιδευμένες πίσω από το τζάμι.

Δεν εμφανίζομαι γραπτώς εμπρός σας για να δικάσω τους νεκρούς. Πρέπει όμως να ξέρουμε πως φτάσαμε ως εδώ. Ο απεχθής δημιουργός νιώθει έπαρση όταν ακούει τις προσευχές. Συνεχώς αναγεννιέται, όλο και πιο τερατώδης. Η τιτανομαχία μαίνεται ακόμα, τόσα χρόνια ύστερα από το τέλος της. Ο άνθρωπος βυθίζεται, χάνεται, και η φαντασίωση παλεύει να προσαρμοστεί, αυξάνοντας εκθετικά τη γελοιότητα της. Τι θα χαθεί πρώτα; Αυτή ή εμείς;

Κανείς δεν τολμά να αναλάβει την ευθύνη της ύπαρξης του. Σε όλες τις στρώσεις της πτώσης κυριαρχεί η ασφάλεια της ανικανότητας. Αυτό είναι το χειρότερο σύμπτωμα της πίστης, είτε στο θεϊκό υποκείμενο, είτε στο ίδιο το Τίποτα. Ο δρόμος της απόλυτης ολοκλήρωσης του ανεκπλήρωτου Εγώ, έρχεται από την άρνηση της πίστης αμφότερων προσήμων. Ο χρόνος κυβερνά τον άνθρωπο και υπόσχεται μονάχα πως θα τον ξεχάσει. Μάρμαρο ο τρόμος του Χρόνου. Λαξεύω κομμάτια και τα θάβω βαθιά, για να βρεθούν από τους άτυχους αρχαιολόγους του μέλλοντος, προτού χαθούν και αυτοί με τη σειρά τους στον τάφο τους. Είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον τρόπο, η υπομονή τελειώνει και αυτή.

Κυνηγώ μπαρμπούνια μέσα στη γλίτσα του βάλτου και πριν το καταλάβω, εγώ ο ίδιος έχω γίνει μπαρμπούνι. Κυνηγημένος αφήνομαι στο σκοτάδι της αυτοθυσίας. Πίσω από την αυλαία ξεπροβάλλει ένας βουκόλος. Τα ίχνη του χάνονται σε κάποια όχθη. Δεν έχει σημασία ποιοι τον αναζητούσαν ή ποια είναι η τελική του θέση… Φτάνει μόνο που ξέρουν τα βαθιά της μάτια.

Βλάβη στο σύστημα συναισθηματικών παρεμβάσεων. Για την ώρα δουλεύει με πατέντες.

Ανά καιρούς συνειδητοποιώ πως έχω ξεχάσει το κέρας μου στο αρχαίο σπίτι. Το κέρατο μου μέσα! Και τώρα μάταια το αναζητώ στις βρώμικες τσέπες μου. Έχει ξεμείνει στα τελευταία δύο δωμάτια του κρανίου μου. Εκεί που κατοικούν οι γυναικείες οργές και οι λυκάνθρωποι. Εκεί το έχω αφήσει! Τα χρόνια περνούν και τα λέπια μου έχουν ασπρίσει.

Η άνοιξη επισκέπτεται το καλοκαίρι και απολαμβάνει μια γουλιά αιωνιότητας σε χαμηλό ποτήρι. Όταν ο νους κατακτά την καταραμένη ιδέα της ελευθερίας, ξεκινά η πολιορκία της αναδημιουργίας σε ον που την αξίζει. Η αγάπη, ο θάνατος και η φύση υπάρχουν στο απειροελάχιστο σημείο που ενώνει το φυσικό με το μυστικό. Και εμείς πια χωρίς θεότητες, ενάντια σε τι θα επαναστατήσουμε μεταφυσικά;

Ριζοσπαστίτσιο

Ποίηση. Η σκοτεινή αφέντρα του Ωκεανού και του Αχανούς. Η συναγωνίστρια, η παρηγορήτρα, η παραμυθού. Η ποίηση, απλωμένη στο σώμα, έλιωνε κάτω από τους 200°C στο γκριλ και γλιστρούσε ηδονικά στις μυτερές χαραμάδες της μελαγχολίας. Σκεπασμένος με καυτό σκοτάδι έπεφτα ελεύθερα. Είδα τα βουνά αντεστραμμένα και τις κορυφές τους να απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο προς τη γη. Προτού χάσω το χρόνο, πρόλαβα και χάιδεψα μία φάλαινα και αυτή μου τραγούδησε τα μυστικά της. Προσποιήθηκα πως τα άκουσα ενώ σκεφτόμουν τα σχέδια μου για τη συνέχεια της πτώσης. Και κάπως έτσι ξεχάστηκα.

Χολή, ψίχα από το ψωμί της Ύδρας έσταζε από τα αμέτρητα της στόματα στο δικό μου. Χείλια ψυχρά δίχως δράση έπλαθαν άηχες λέξεις στο κενό. Χίλιες ψυχές των δράκων βούτηξαν στην Άβυσσο και ανύψωσαν τα ξεραμένα κόκαλα μου, τα ξεχασμένα στις αποστολές και στις αναζητήσεις. Ένα άδειο κουτί κρεμόταν από χέλια, τυλιγμένα στα άψυχα χέρια μου.

Ο μάγος, μελετώντας τις γραφές του, κατέληξε να χάσει τη μορφή του. Έγραφε γρίφους σε γκρι ύφασμα ενώ έγερνε το φάσμα του προς το γέρικο φως. Οι περασμένες μέρες αποθέωσαν το παρόν και ο φθόνος για τα μελλούμενα κατευνάστηκε για μια ακριβώς στιγμή. Ο μάγος είμαι εγώ. Τώρα είμαι χωρίς μορφή. Είμαι ο μάγος που δεν είναι. Δεν είμαι ο μάγος που είναι. Δεν είμαι το είναι μου. Το είναι του μάγου.

Στη μαύρη κουκίδα που στολίζει την καστανή ράχη του λύκου, άναψαν τις τελετουργικές τους φωτιές οι δρυΐδες και στις κορφές της καστανιάς κρέμασαν μύκητες. Αφαίρεσαν τους χρυσοκέντητους μανδύες τους για να ανταλλάξουν απολαύσεις γέρικων σωμάτων. Λάδωσαν οι λευκές τρίχες από κολπικά υγρά και το σπέρμα κυλούσε στις ρυτίδες τους. Ο Φτερωτός Υμένας της Αράχνης ανήλθε από τη λάσπη σαν τρομερή θεότητα μιας ορμής χωρίς διάνυσμα. Η θεότης της ασταμάτητης ηδονής της εσωτερικότητας.

Ένα προσωρινά απερίγραπτο συναίσθημα κατέβαλε τα ενδότερα μου. Ακολούθησε η περιγραφή του. Ήταν μια θλίψη ανεξέλεγκτης καταρροής που προέκυψε από την εύνοια της αποδοχής. Ήταν η παράσταση που έδωσε η καλύτερη φάση. Το θέμα της ήταν η ασάφεια της ειλικρίνειας. Και η υπόσχεση έπαιζε έναν μικρό ρόλο που θα προσδιοριστεί καλύτερα σε δυνητικό σίκουελ.

Για καθορισμένο χρονικό διάστημα αρκούσε η ζωή και ο θάνατος. Ή μάλλον, καλύτερα, η περιστροφή γύρω από τον βυθό τους. Μια δίνη που ονειρεύεται τον εαυτό της. Τα μεγάλα όνειρα διαθέτουν αφαίρεση και κλειστούς χρονικούς βρόχους. Ξυπόλυτος άνεμος. Φιλόξενη σιωπή. Πάντα εκεί, προσμένουν το σβήσιμο του πάθους για να χαρίσουν αγωνία, κρύο και σκοτάδι. Κάποτε, έτυχα ιδρυτής του ναού τους. Ναός που πρόσφερε απελπισία και οι ιέρειες του υπόσχονταν ανυπαρξία.

Κλεισμένος μέσα στο κουτί της συνείδησης, δεν είχα άλλη επιλογή. Ώσπου κοίταξα έξω και μου ψιθύρισα στο αυτί, «η απάντηση είναι στα δέντρα.» Αυτό που βρήκα το αντιλήφθηκα ετεροχρονισμένα. Αν κάποιοι θεωρούν πως έτσι χάνει την αξία του, συγχωρώ το λάθος τους. Άλλωστε, η πενιχρή αγάπη των ακατάβλητων θεών δε συγκρίνεται με αυτή των παροδικών όντων.

Η μέλισσα κοίταξε το σκούρο μπλε του ορίζοντα και κατευθύνθηκε προς το τζάμι. Προς έκπληξη των ανεξάρτητων παρατηρητών, κατάφερε να διασχίσει το ύφασμα της πλάνης και να καταλήξει στην αλήθεια του ονείρου. Οι παρατηρητές ούρλιαζαν παγιδευμένοι στο όνειρο, καθώς η μέλισσα ποδοπατούσε τα ισχνά κορμιά τους, τα χάρτινα και τα ακυρωμένα.

Οι τέσσερις εποχές έγιναν μία. Η μοναδικότητα του εαυτού ράγισε σε δύο ζευγάρια αντιδιαστολών. Η κοσμική ανταπόκριση της έκφρασης εμφανίστηκε σε πρωτοφανές βάθος του Εγώ. Μετά τη δολοφονική μονομαχία των πολλαπλών προσωπικοτήτων ο νικητής ευφράνθηκε έχοντας κερδίσει τον τίτλο του εαυτού. Ο εαυτός κοιτάχτηκε και χαμογέλασε πικρά. Το χέρι του είχε σάρκα και τα μάτια του ανταποκρίνονταν στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Το αίμα κυκλοφόρησε στο στόμα του και πρόφερε μια γλυκιά καλησπέρα από τα βάθη της εσχατιάς.

Κάτω από την πυρακτωμένη αντίσταση, ποίηση και σώμα ενώθηκαν σε μία καρβουνιασμένη συνουσία. Η μυρωδιά ήταν αβάσταχτη. Όσο αβάσταχτη μπορούσε να βαστάξει ο ρυθμός μεταβολής της ψευδαίσθησης.

Περιπλανώμενοι Λαχανο-νομάδες με Αυγολέμονο

Τόσα χρόνια ο ίδιος. Ο κακός του αφηγήματος. Αυτός που τριγυρνάει ανήσυχος σε άδειο σπίτι γυρεύοντας τη μοναξιά. Ο παλιός φίλος, ντυμένος στο ασήμι, απορεί με το αβυσσαλέο κτήνος που αναπτύσσεται στη σκιά μου. Ο καπνός συνεχίζει να βγαίνει από την τρύπα στο μέτωπο μου, και το μόνο που έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια είναι το γκρίζο του χρώμα, που έχει απαλύνει την απόχρωση του. Κοντεύει στο λευκό. Χάθηκε πια αυτή η αρχέγονη έκρηξη που έκανε τις δράκαινες να κοκκινίζουν πίσω από την ξύλινη πόρτα του πνεύματος μου.

Ο καπιταλισμός κρατάει τα αρχεία της ακούσιας εκπόρνευσης μου και απειλεί να τα διαρρεύσει στον Τύπο. Ξεφουσκωμένος τριγυρνώ στα γνώριμα, κακόφημα στέκια, σε μια αφηρημένη διαδικασία αδειάσματος του Εαυτού, και όμως, η ψευδαίσθηση επιμένει. Οι τύραννοι μου με έχουν εγκαταλείψει και έμεινα μόνος να συνεχίζω το έργο τους. Πριν ξημερώσει καταλήγω στους εφτά πέτρινους λόφους. Σε κάθε μία από τις κορυφές με περιμένει και μία τραγόμορφη μάγισσα. Όλες είναι ντυμένες με εβένινα, βικτοριανά φορέματα. Στο κεφάλι της γηραιότερης αιωρείται μία από φλεγόμενες γλώσσες της Πεντηκοστής.

«Μπορείς να κλάψεις τώρα,» με προτρέπει.

Άκομψο το κλάμα. Όταν βουρκώνουν τα μάτια η πρώτη αντίδραση είναι ο έλεγχος. «Ρούφα τα πίσω,» «Σταμάτα το». Πώς να μάθει κανείς να κλαίει, όταν η θλίψη και ο πόνος αποφεύγονται διαρκώς. Και τις λίγες φορές που τα συναντώ, πάντα απρόσμενα, που να θυμηθώ να αφεθώ. Το ένστικτο με αποτρέπει. Μαθημένος να αρνούμαι τα συναισθήματα, προσθέτω σύγχυση στη φυσικότητα της διαδικασίας. Άντρας. Παλικάρι. Ένα λευκό, αδιάφορο δοχείο για να παγιδεύεις μέσα τυφώνες. Τυφώνες που ισοπεδώνουν τα πάντα μέσα, αφήνοντας πίσω άγονη γη. Ή σπάνε το δοχείο και η ορμή τους καταστρέφει τους πάντες γύρω τους. Δίκοποι τυφώνες.

Ο κύκλος της ζωής των άστρων αναπτύσσεται στατικός σε καρτεσιανά διαγράμματα με μία διάσταση τον χρόνο. Από αστρικά νεφελώματα σε νάνους, ή τρύπες. Τέτοιος είναι ο δρόμος της ύπαρξης. Μικρό μέγεθος και πραότητα. Αλλιώς ένα αχανές περιστρεφόμενο κενό που απλώνεται σε αρνητικό χώρο, διαλύοντας οτιδήποτε βρεθεί κοντά του και ρουφώντας τα απομεινάρια στο αχόρταγο του Τίποτα.

Πύρινοι στρόβιλοι κατεβαίνουν από τον ουρανό. Αιθέριες καβαλάρισσες δράκων επεκτείνουν τη δράση τους. Οι φλόγες με ζεσταίνουν σαν ανάμνηση. Απέναντι τους, ένας καραφλός νεκρομάντης πάνω στον αετό του Ερέβους εξαπολύει παγωμένα βλήματα. Προσπαθώ να αποκλιμακώσω την κατάσταση, να τους προτείνω να το συζητήσουν, μα σκοντάφτω στα κόκαλα των προηγούμενων εκδόσεων του εαυτού μου. Τώρα το σώμα μου δεν είναι παρά αυτό ενός αδέξιου τέρατος με ανοιχτές πληγές από τα κέρατα του. Η μάχη μαίνεται. Πολεμιστές σκοτώνουν ιερείς. Αγρότες σκοτώνουν πολεμιστές. Αδέρφια σκοτώνονται μεταξύ τους στο πάτωμα. Ο ίδιος ο θάνατος σκοτώνει τη χλωμή φιγούρα με το μαύρο μανδύα. Η μόνη καταπραϋντική σκέψη είναι πως όλα συμβαίνουν ήδη πάνω από ένα νεκροταφείο.

Η νύχτα δονείται άγρια. Αρχαίες ψυχές άστρων μαζί με τα αποσυντιθέμενα κορμιά δεινοσαύρων ακολουθούν τη γαλάζια γυναίκα, που έρχεται καβαλώντας ένα ελασμοθήριο. Το διάβα της αφήνει λάβα στο έδαφος και χιονοθύελλα στον αέρα. Τα σεντόνια της αναγέννησης.

Με ένα στιλέτο κόβω τον ιστό με τον οποίο με τύλιξε ο θάνατος. Ματώνω κάθε φορά που το μαχαίρι αγγίζει κάποια χορδή της υπαρξιακής πολλαπλότητας. Ματωμένοι ήλιοι, ματωμένες σκιές, δέντρα με κομμένες αρτηρίες για ρίζες και πορφυρές πυραμίδες υποδεικνύουν το αρχέγονο κακό της φύσης. Μέσα από γκρίζα πέταλα, νεκροί με πρόσωπα τεμαχισμένα μου λένε, «όλα θα πάνε καλά.»

Στέκομαι στο σταυροδρόμι και βλέπω τη σκιά μου να χύνεται πάνω στην πινακίδα. Αριστερά ένα πέπλο με ένα μονάχα χέρι να προεξέχει. Δεξιά το άγνωστο. Συνεχίζω ευθεία σε ένα απομονωμένο πάρκο και περνώ ανάμεσα από δύο λεύκες. Η νύχτα στέκεται ακίνητη και ένα μισοφέγγαρο μου γαργαλάει τα γένια. Κάθομαι οκλαδόν και απαγγέλλω το μαγικό άσμα που ξεκλειδώνει το θείο Σκότος. Οι μάγισσες με παρατηρούν. Απαλλάσσω το νου μου από την κρίση και η δημιουργία καταλαμβάνει τον άδειο χώρο κατευθείαν.

Προσγειώνεται μπροστά μου ένα πορφυρό πλατανόφυλλο ντυμένο με τις κηλίδες της αποσύνθεσης. Το τέλος φτάνει πάντα απρόσμενα και μένεις να αναπολείς αυτό που ήταν το τώρα πριν λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Για αυτό κουβαλάω πάντα πάνω μου το μικρό κλειδί του αστέρα. Ξεκλειδώνω τον χρόνο μέσα από παραθυράκια της σχετικότητας και βουτώ στο άχρονο σκοτάδι του υπερπέραν. Έχω ένα φανάρι που τροφοδοτείται από την αρνητική ενέργεια που αποβάλλει η διαστολή του Σύμπαντος και έτσι καθυστερώ ανεπαίσθητα το παγωμένο τέλος του κόσμου. Ξεπροβάλλω από το πρώτο άστρο που έζησε τον σπάνιο, λευκό θάνατο. Ο χρόνος κυλάει πάλι γύρω από τις έξι ακτίνες της νέας μου ύπαρξης. Στιγμή και συνέχεια σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χαράσσουν το δέντρο των μεταφυσικών σημείο, συγκλίνουν στο στέμμα του Εγώ, και ολοκληρώνομαι. Μένει μόνο να ανοίξω τη φλεγόμενη γροθιά μου. Ο κολιός που κρατούσα έχει γίνει.

Ένα ζευγάρι γαλαξιών χορεύουν και φιλιούνται στο χείλος των καταστροφών τους. Ορμώ και τους δαγκώνω, όσο ακόμα τα δόντια μου κρατούν. Θα σκεφτώ αργότερα τις συνέπειες των πράξεων μου. Αστρικό αίμα ρέει στο πηγούνι μου. Το παρελθόν τους κρέμεται από τα χείλη μου από μία βαρυτική αλυσίδα. Το σηκώνω με τα δάχτυλα και το γλείφω. Η ηδονή της γεύσης τους με κυριεύει και δεν αντιλαμβάνομαι τη μορφή που με πλησιάζει, μέχρι να είναι πολύ αργά. Φοράει κουρέλια και τα γυμνά της πόδια είναι γεμάτα μελανιές και σήψη. Δε μιλά. Δεν έχει μάτια. Μόνο στέκεται και περιμένει να αντιδράσω. Αναγνωρίζω την ψυχή της και ικανοποιημένη με προσπερνά.

Η ώρα πέρασε. Καιρός να σκεφτώ τις συνέπειες των πράξεων μου. Τραγικό να ζεις τόσα χρόνια μετά τον θάνατο σου. Αδυνατώ να σηκώσω την πίπα μου και ας αιωρούμαστε χιλιάδες έτη φωτός από την πλησιέστερη μάζα. Έχει προσκολληθεί σαν άγκυρα στο τέλος. Όσο την τραβώ αντιστέκεται. Διαστημικές αράχνες με σκεπάζουν με κουρτίνες ιστού και έτσι όπως παλεύω να απελευθερωθώ από το νεκρικό τους πέπλο, αυτές θρηνούν. Πεθαίνω.

Πεθαίνω ξανά από την αρχή. Αρχίζω. Είμαι δέντρο και ρουφώ λαίμαργα το σπέρμα του ήλιου. Ένα τσεκούρι με πελεκάει και από τον κορμό μου πέφτει μια μάσκα. Το τσεκούρι με παίρνει στους ώμους του και με πηγαίνει στις σκιές. Αυτές φτιάχνουν ένα φέρετρο με τα κομμάτια μου. Μέσα μου κλείνουν έναν νεκρό κισσό. Τον σκότωσε η παγωνιά. Αν είχα ζωή, θα του την έδινα. Η νεκρική μας συγκατοίκηση πάει καλά τα πρώτα χρόνια. Ερωτευόμαστε και τα ξερά μας λαγόνια διαλύονται από την τριβή. Ο έρωτας μας γίνεται φωτιά που συντηρεί τα σιδηρουργία του Ηφαίστου. Η τελευταία ίνα μας καίγεται.

Αναδύομαι μπροστά στον κουτσό θεό και μου προσφέρει κλειδί, στιλέτο και σπαθί. Πάλι ζωντανός ίσα-ίσα. Μία θεόρατη σκιά που παρεισφρέει στις διαστάσεις. Στις αλλαγές δεν υπάρχει συμβιβασμός. Είτε αλλάζουμε εμείς, είτε ο κόσμος αλλάζει σε κάτι που δεν υποστηρίζει ζωή.

Κυνηγός Τεράτων

Η μικρή τίγρη αγκαλιάζει το ξύλο και παριστάνει πως κοιμάται.

Την κοιτάζει ο θλιμμένος Τιτάνας. Αντί για δάκρυα, κλαίει αιώνιες ρυτίδες. Σκέφτεται τη χαμένη θυγατέρα και η πανοπλία του, βαριά και σκουριασμένη, βαραίνει το κορμί του. Παλιές μάχες. Ο θρίαμβος της νίκης. Ξανά και ξανά. Η τύφλωση της νίκης. Αργά και σταθερά.

Στους ώμους του, δεμένα με αλυσίδες, κεφάλια λύκων. Βλέμμα σκυθρωπό, γεμάτο ουλές. Η τίγρη χαμογελά. Στο χέρι του κρατάει σφιχτά έναν πάπυρο. Είναι δεμένος με αγκίστρια. Ένα κακογραμμένο ποίημα, χαραγμένο στο ευαίσθητο μέσο με το πελώριο τσεκούρι που το λένε Σκιά.

Τα όργανα του κρέμονται σε ξεχωριστά φιαλίδια από τη στολή του. Ο εγκέφαλος από τον δεξί γοφό, και η χολή από τον αριστερό. Το πιο σημαντικό όργανο το έχει κρυμμένο σε μια γυάλινη βαλίτσα στο χέρι του και το σκεπάζει με ένα σεντόνι.

Το σπαθί του έχει σφυρηλατηθεί γύρω από ένα καχεκτικό πλάσμα σε εμβρυακή στάση. Όταν το χρησιμοποιεί, πάντα φροντίζει να μην το κοιτάζει. Κάθε μέρα λέει πως θα πάψει να το χρησιμοποιεί. Η τίγρη τρίβεται στο έδαφος παιχνιδιάρικα.

Καρφωμένα στο αριστερό καλάμι του, δύο κλειδιά. Κάποτε ξεκλείδωναν πύλες στις διαστάσεις. Τώρα απλά του υπενθυμίζουν τα μαρτύρια της σάρκας του. Γύρω από τον αφαλό του έχει ζωγραφίσει μαγικούς κύκλους. Ξόρκι προστασίας. Κοιτάζει την τίγρη με ένα βλέμμα κενό. Κάποιοι κύκλοι δεν έχουν χάσει ακόμα τη δύναμη τους.

Κάθε ψηφίδα της ισχύος του τοποθετημένη με ακρίβεια στο σημείο τομής ενός νεκρού που ουρλιάζει βασανισμένος. Άπειρες ψηφίδες. Αναπόδραστο σημείο μοναδικότητας.

Δόντια, κόκαλα, άδεια μάτια. Όλα κρυμμένα πίσω από επιδέσμους. Το σπαθί, θεόρατο, για να τραβάει την προσοχή από την κατάντια του. Τα ισχνά θύματα του τον ακολουθούν με τα χέρια σταυρωμένα, κοιτώντας πίσω. Τρεμάμενα, απελπισμένα. Φιμωμένα.

Η τίγρη όρθια στο ξύλο κοιτάζει προσεχτικά. Έτοιμη για δράση. Το ίδιο έτοιμη και για αδράνεια. Γυμνή, φαντασιώνεται να κυνηγάει σφαιρικά αντικείμενα που οδηγούν σε χωματένιους δρόμους, ανάμεσα από δέντρα. Να περνάει δίπλα από τα κίτρινα άνθη των πικραλίδων. Να φτάνει σε χορτάρι πυκνό από την υγρασία της παραπέρα λίμνης, όπου μία χήνα κοιμάται αμέριμνη. Μία συννεφιασμένη μέρα. Τα σύννεφα να κρύβουν τα αποτρόπαια ερπετά του Χρόνου, που σέρνουν το άρμα του μεγάλου θεριστή.

Πριν τους προφτάσει, φτάνουν να δουν τον καταρράκτη. Τίγρη και κυνηγός.

Το θέρισμα φτάνει.

Η αναγέννηση φτάνει. Άσπρη κηλίδα στο σκοτάδι της Φύσης.

Τώρα πια φτάνει.

Αετοί, χταπόδια και οστρακοειδή φτιαγμένα από άχυρο, πλησιάζουν να λατρέψουν το τέλος του Θέρους.

Ο όλεθρος της νύχτας δηλητηριάζει τον ουρανό και οι ταξιδιώτες περιπλανώνται λαθραία στα νεκροταφεία. Αμίλητοι καταβροχθίζουν τα ξεχασμένα πτώματα. Έπειτα, σκαρφαλώνουν σε πύργους και ουρλιάζουν στη σελήνη. Πριν έρθει το πρωί, κρύβονται σε πλοία που σαλπάρουν, και μαχαιρώνουν πισώπλατα τους ναυτικούς.

Ησυχία. Σκοτάδι. Αφαίμαξη. Απελπισία.

Η τίγρη καταλήγει ανάμεσα στα νούφαρα. Λευκά μανιτάρια φωσφορίζουν στο τρίχωμα της και οι τρύπες του κρανίου της στολίζονται πλέον με νυχτολούλουδα.

Ο κυνηγός συνέχισε μόνος του για λίγο ακόμα.

Χαμένος σε ένα πυκνό δάσος με αμέτρητα, εκτυφλωτικά μονοπάτια.

Δυσαρμόνικα

Σάμος, καλοκαίρι του 521 πΧ. Η λαίλαπα του χρόνου τσιγάριζε αμετανόητα τα μουστάκια μου. Λίγο λάδι από την πίτσα έσταξε στο παντελόνι μου και διαμαρτυρήθηκα μάταια, ενάντια στην εντροπία. Ο αέρας είχε άρωμα δενδρολίβανου και μέσα μου ξυπνούσε αναμνήσεις από εποχές που ο τόπος αυτός δε θα δει για αιώνες. Λαχταρούσα γλυκάκι και έστρεψα την προσοχή μου προς το ημικύκλιο. Ο Πυθαγόρας περηφανευόταν για τα ορθογώνια τρίγωνα του. Σε μια στιγμή αγριότητας άρπαξα ένα που ξεχείλιζε με αφράτη σαντιγί και το δάγκωσα. «Πού είναι η υποτείνουσα σου τώρα,» του φώναξα, ενώ εξοργισμένοι οι φανατικοί μαθητές του με τραβούσαν για να με πετάξουν στο πέλαγος. Χάθηκα άδικα στον βυθό. Δεν προσπάθησα να σωθώ. Από μικρός είχα μάθει να μην κολυμπάω με γεμάτο στομάχι, οπότε αφέθηκα στη δροσερή αγκαλιά της σκοτεινής θάλασσας, καθώς θώπευε απαλά τα απελπισμένα πνευμόνια μου.

Όταν συνήλθα, ήταν πια αργά. Οι αιώνες με ξέβρασαν στην αρκτική έρημο. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες μου και συνειδητοποίησα κάτι τρομερό. Δε φορούσα ρούχα. Το μόνο πράγμα πάνω μου που είχε αντέξει στη φθορά του χρόνου, ήταν ένα αυγό μάτι που μου είχε χαρίσει η μάνα μου και το φορούσα στον λαιμό για φυλαχτό. Ο κρόκος του, σκληρός πλέον, σαν αρχαίο κεχριμπάρι, λειτούργησε ως σκουληκότρυπα, όπως ακριβώς θα είχα προβλέψει αν το γνώριζα εκ των προτέρων. Εγκατέλειψα βιαστικά αυτό το ξερό μέλλον. Πείτε με παλιομοδίτικο, αλλά προτιμώ τους πόλους του πλανήτη όπως προτιμώ και το τζιν μου. Γεμάτους πάγο.

Φυσικά, κάθε απόπειρα διαφυγής συναντά το αδιέξοδο της κοινοτοπίας. Μία μία, οι εκδοχές του εαυτού μου βυθίζονται στο συμβιβασμό ή καίγονται στη λάβα της επανάστασης, αέναα και διαδοχικά. Μία κλειστή επιφάνεια εξέλιξης, με κεντρικό στοιχείο αυτό της στασιμότητας, και με την ελπίδα να νοηματοδοτηθεί σε μια μυστική διάσταση, πέρα από χωροχρόνους, χορωδίες υπερχορδών και εγχώριες χοροεσπερίδες. Γελοίο κίνητρο.

Η γελοιότητα έχει ιδιαίτερο κύρος στο ανελέητο τσίρκο του σύγχρονου παραλογισμού. Οι λιγοστές θεότητες που έχουν επιζήσει, είναι πλέον υποχείρια των ανθρώπων, και μέχρι τώρα δεν πηγαίνει ιδιαίτερα καλά αυτό. Το Ασύλληπτο ξεχειλίζει από την υπολογιστική ισχύ των μηχανών μας. Τα σημάδια των νεφών πιέζουν την αδιαβατική φωτιά της αθανασίας και τα παροδικά όντα εξεμούν από τον ίλιγγο, λίγο πριν πέσουν άψυχα στο χώμα. Ελάχιστα τα πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς απέναντι στην αλόγιστη καταστροφή. Ακόμα και τα δάκρυα είναι πλέον τετριμμένα.

Το ταξίδι όμως δε σταματάει στην απόγνωση. Υπάρχει ένα δυσπρόσιτο μονοπάτι που μου είχε δείξει κάποτε ο παππούς μου. Λίγο πριν την κοιλάδα του τσαγιού, κάτω από έναν θεόρατο βράχο, βρίσκεται η κρύπτη που οδηγεί στον Πυριφλεγέθοντα. Εκεί, μέσα στον πηλό που κοχλάζει, κολύμπησα ξέγνοιαστος για πρώτη φορά, αφού πρώτα απαλλάχτηκα από τα βάρη των προγόνων μου. Η σάρκα μου έλιωσε και τα οστά μου διαλύθηκαν. Ένα αβυσσαλέο ερπετό έφαγε το κρεμαστό αυγό-μάτι μου, και μαζί την τελευταία μορφή σύνδεσης που είχα με την ύλη. Ό,τι ήμουν και ό,τι είχα, χάθηκαν όλα και έτσι κατέληξα στο Έρεβος. Εκεί που δεν υπάρχουν μάτια, δε βλέπεις τίποτα, συνεπώς βλέπεις το Τίποτα. Όπου και αν κοιτάξεις σε αυτή την αδιάστατη σήραγγα, φαίνεται πως συνεχίζει ατέρμονα. Και όμως, ένα βήμα αρκεί για το τέλος της διαδρομής που ονομάζεται Άβυσσος.

Από εκεί ξεπρόβαλλε ο πελώριος βάτραχος από τα Άσματα του Μαλντορόρ. Στάθηκε εμπρός μου άφοβα. Ατάραχος με ρώτησε, «πόσο κακό ακόμα;»

«Μέχρι να αδειάσει ο κόσμος,» αποκρίθηκα.

«Τόσο κακό για το τίποτα, λοιπόν,» είπε και παρέμεινε ακίνητος, ώσπου χάθηκε τελικά από την όραση μου.

Ο Μαιτρ στη Μαργαρίτα

Τον κάμπο σαν αγνάντευα, ψηλά απ’ τη Μαργαρίτα,
Στο οπτικό πεδίο μου μπήκες και μου ‘πες «Κοίτα!»
Σφιχτά στο χέρι κράταγες την φαλλική γρανίτα,
Κι ύστερα σπέρμα έσταξε στον στύφνο και στα βλίτα
.

Ηλιόλουστο πρωινό. Η μυρωδιά του καφέ και τα ρουθούνια ερωτοτροπούσαν ειδυλλιακά. Στο βάθος της αυγής, ένας τιτάνας με σώμα αστεροειδούς έσβηνε το γαλάζιο του ουρανού με τα θεόρατα πλοκάμια του Ερέβους, ενώ πιο χαμηλά, έσκιζε τον πλανήτη με τα εκατομμύρια, αδαμάντινα νύχια του. Αποφάσισα τότε να ζητήσω μείωση ενοικίου για τον επόμενο μήνα, λίγο πριν αφανιστώ ολοκληρωτικά στην σκόνη που περικλείει την ανυπαρξία. Στα ψυχεδελικά ταξίδια της απόγνωσης, στα χαλαρωτικά λιβάδια και στα δάση που τραγουδούν, ο ήλιος καίει την βαριά σάρκα, ξεραίνει τα κόκαλα, και το Είναι, στην τελευταία στιγμή πριν την ανυπαρξία, θυμάται το αίσθημα της απεραντοσύνης. Ο εαυτός της ανάμνησης, ένας ξένος, ανίκανος να αναστηθεί, προσπαθεί να μας αποξενώσει από το μέλλον.

Πληκτρολογώντας για τρίτη φορά λανθασμένο ρούνο, ο ουρανός κλειδώθηκε στην αιώνια νύχτα. Διέκρινα τις χαμένες ευκαιρίες μέσα στη μούχλα της τέντας και νοστάλγησα τις μέρες της άγνοιας. Κάτι κουνήθηκε άβολα στο στομάχι μου. Η ναυτία προήλθε από την έλξη της εκμηδένισης, το μιαρό προαίσθημα της μελλοντικής εκπλήρωσης των ζωτικών ενεργειών. Προαίσθημα μιας ύπαρξης που ορίζεται από τη μη-ύπαρξη. Ατέρμονες διακλαδώσεις καταλήγουν στην ύστατη αρχή και ο κύκλος επαναλαμβάνεται από το εναρκτήριο τέλος. Τελικά το να προσθέσω γωνιές στην εμφάνιση μου, δεν έκανε τίποτα για την αγωνία της ύπαρξης.

Τι να ειπωθεί για το κάτω μέρος της κλεψύδρας; Είναι ανοιχτό ή κλειστό; Δυστυχώς, παύουμε να μαθαίνουμε στην μέση της. Οι φωτιές του τελευταίου θέρους πλησιάζουν και μόνο λίγοι τρωγλοδύτες θα σωθούν. Στη διάρκεια της μίζερης ζωής τους, τα παιδιά τους θα μας καταριούνται με μένος και θλίψη.

Πως να ήξερα πως θα ερχόταν ένα θέρος και μαζί του ο πρώτος φόβος για τον θεριστή. Το απαλό χάδι των Δρυάδων, πριν από τον άγριο βιασμό του Κερασφόρου. Τα κύμβαλα του Ηφαίστου ηχούν με τον ιερότατο ρυθμό του έρωτα προκαλώντας θλάση τρίτου βαθμού στο απαραβίαστο σπήλαιο της καρδιάς. Εκκρίσεις ερωτικού νέκταρ στη μοναδική ανθισμένη νησίδα που επιπλέει στην άβυσσο.

Την είδα εκεί. Εξουθενωμένος από τη μεταμόρφωση στην Απουσία, ένιωσα την επιστροφή στο Εγώ. Αυτή την φορά δεν ήταν τόσο άσχημα. Η Ερωμένη. Η Δασκάλα. Η Κυνηγός. Η γυναίκα νυχτερίδα. Η καλλιτεχνική έκρηξη χρωμάτων του νου και του κορμιού στεκόταν μπροστά μου, καθώς ένα-ένα μετατρέπονταν τα μέλη μου σε φως πολύ υψηλής συχνότητας. Ο τανυστής της ολοκλήρωσης διέπεται ιθυφαλλικά από την απόλαυση του έρωτα βουτηγμένη στην άβυσσο της ευφυΐας.

Μια απειροελάχιστη σφαίρα επιπλέει στο Χάος. Στροβιλίζεται. Πίσω της αφήνει μια αδιάστατη σπείρα καπνού με ρυθμό μεταβολής την ομορφιά για την οποία αξίζει κανείς να ζει. Κατεύθυνση προς το βυθό της αγάπης. Εκεί η γνώση παρηγορεί τον φόβο και η ηρεμία βρίσκει στέρεο έδαφος επάνω στα κύματα του ωκεανού. Στην πανδαισία της ζωής, κάτω από την σκιά της ανύπαρκτης ακινησίας αράζουν άγρια τριαντάφυλλα. Οι ατέρμονοι βρόχοι της φαύλης ματαιότητας οδηγούν τις λέξεις «όχι πια» να περαστούν στο τέλος της σελίδας.

Οι Κοσμικές Οσμές του Δάσους

Γράφω τώρα που το πράττειν έληξε. Ακούγονται αισθητά περισσότερες φωνές από όταν ήμουν νεότερος και πολλές από αυτές πια δεν προέρχονται από το κεφάλι μου. Ακούω μία να σκαρφαλώνει από το παράθυρο, μία άλλη ψιθυρίζει από τον εξαερισμό του μπάνιου, κάποια γαργαλάει άβολα το δέρμα μου. Οι βόλτες στα βουνά έχουν ελαττωθεί αισθητά από όταν αντίκρισα το πτώμα μου χωμένο σε έναν θάμνο. Ένα στοιχειό από παρμεζάνα και ντοματίνια μου απαγορεύει την είσοδο στην κουζίνα. Αν είχα πρόσβαση σε μαγιονέζα θα το είχα φάει. Ωστόσο, παραμένω νηστικός, φοβισμένος και μόνος. Έτσι το είχα προβλέψει και θεωρώ τον εαυτό μου προετοιμασμένο. Ο εαυτός μου διαφωνεί και διαλύεται σε καινούριες, αόριστες ψευδαισθήσεις. Τίποτα δεν είναι όπως νομίζουμε.

Θα σηκωνόμουν να φύγω, όμως ακατονόμαστα πλοκάμια με κρατάνε δέσμιο στο πάτωμα, από όταν θυσίασα την άγνοια στην Παραφροσύνη. Ακόμα και στους εφιάλτες μου, κακόβουλες μάγισσες μου ρίχνουν ξόρκια ακινησίας. Ατελείωτη η κατάρα της Ανίας. Πρέπει να συνεχίσουμε να νομίζουμε.

Ο Τρόμος παραμένει στην κατάλληλη απόσταση. Τον κοιτάζω με ενδιαφέρον, μα δεν τολμώ να πλησιάσω. Αν έφτανα πολύ κοντά θα με αφάνιζε στο εμβριθές σκοτάδι του, στο ασύλληπτο κακό του. Όταν κάνω να απομακρυνθώ, η περιέργεια με οδηγεί πίσω σε αυτόν. Έχω καταδικάσει βολικά την συνείδηση μου να παραμένει αέναος δορυφόρος της υπαρξιακής απελπισίας. Εάν πάψουμε να νομίζουμε θα καταρρεύσουμε κι εμείς στο Τίποτα.

Έπαψα να ελπίζω πως θα δραπετεύσω. Δεν σταμάτησα να προσπαθώ, αντιλαμβάνομαι όμως την φθορά στην επανάληψη της κάθε προσπάθειας. Ο Χρόνος τελειώνει. Οι λέξεις τελειώνουν. Οι ιστορίες τελειώνουν. Η ζωντάνια τελείωσε. Το Τίποτα στο οποίο θα καταλήξουμε δεν αποτελεί την ψευδαίσθηση του Τίποτα που έχουμε συνηθίσει.

Ο Χρόνος παρατηρεί. Διαπερνώ ανενόχλητος τα μάτια του και γνωρίζω αμέτρητα σύμπαντα. Η αχανής έκταση της ανακάλυψης ανάβει μία μικρή φλόγα μέσα μου. Μετά κουράζομαι και κάθομαι να ξαποστάσω σε κάποιο πρωτόγνωρο μέρος. Η φωτιά σβήνει. Τα ανέκφραστα μάτια του Χρόνου συνεχίζουν να με κοιτάζουν. Κουράστηκα, γιατί με κοιτάζει; Άφησε με να ηρεμήσω! Σηκώνομαι ηττημένος και τα κόκαλα μου τρίζουν αθόρυβα και αφήνουν σκόνη πίσω μου. Κάθε φορά που βουτάμε στο Τίποτα, αφήνουμε μέσα νεκρό το Είναι μας και αναγεννιόμαστε.

Το τελεσίγραφο της Δημιουργίας βρυχάται απαίσια πάνω μου. Το δέρμα μου γεμίζει φουσκάλες με ασύμμετρα στόματα που με κοροϊδεύουν. Έπειτα συνουσιάζονται μεταξύ τους, εκσπερματώνουν το πύον τους στο ανίκανο σώμα μου, διαχωρίζονται αιματηρά και τρέχουν να κρυφτούν πίσω από τα έπιπλα. Σταγόνες από την υγρασία στο ταβάνι πέφτουν στο κατακρεουργημένο, βεβηλωμένο μου κορμί. Καταφέρνω να γλιστρήσω ένα τσιγάρο στο στόμα μου και να το ανάψω. Γεύομαι την στωική αποδοχή της θλίψης και παραδόξως την απολαμβάνω. Η χαοτική ταραχή της εξωγενούς καταστροφής επισκιάζεται από τον εκκωφαντικό θόρυβο μέσα μου. Η αναγέννηση απαιτεί τεράστια ποσά ενέργειας, δανεισμένης από το Τίποτα, και το βαρύτατο κόστος της κοσμεί έντονα το ψυχολογικό μας Ανάγλυφο.

Κάποιες πύλες με παρασύρουν για να με αποβάλλουν σε υπονόμους, γεμάτους από ό,τι απέρριψε ο Χωροχρόνος. Ανοίγω το στόμα για να αναπνεύσω και καταπίνω το πηχτό υγρό της λήθης. Ανίκανος να κρατηθώ από την υφή και τη βρώμα, αισθάνομαι ναυτία. Η βαρύτητα γίνεται απροσδιόριστη και οι σταθερότερες εκφάνσεις του εαυτού αποσυντίθενται και κατρακυλούν στις διαστάσεις της ακύρωσης, από όπου δεν ανακτάται ποτέ, τίποτα. Το δυσβάσταχτο τραύμα της Αναγέννησης είναι όμορφο.

Παγιδευμένος στα εντόσθια του εβένινου Κενού οσμίζομαι την δυσωδία της ύπαρξης και την ακολουθώ κολυμπώντας στα κόπρανα. Θυμάμαι την αρχέγονη ταλαιπωρία της πρώτης Γέννησης. Από τα εντερικά τοιχώματα εκτείνονται μιαρά δόντια. Ξεπροβάλλω γδαρμένος από έναν πρωκτό σε σήψη. Αναλογίζομαι το ταξίδι γεμάτος αηδία. Μία περίπτωση όπου σημασία τελικά έχει ο προορισμός. Υπάρχει ομορφιά στην Απουσία, στην Ακύρωση, στην Άρνηση.

Το σκοτάδι μέσα μου δονείται αγχωμένο. Προσπαθεί να με προειδοποιήσει. Οι φωνές δυνάμωσαν τώρα και προκαλούν σύγχυση. Δυσκολεύομαι να διασχίσω το δάσος. Πλησιάζω στα όρια των αντοχών μου. Φωνές, οσμές, ναυτία. Δεν μπορώ να μάθω τίποτα, όταν σκοπός μου είναι η γνώση του Τίποτα. Πλοκάμια, μάτια, δόντια. Χάνω τον έλεγχο. Πύον, αίμα, κόπρανα. Η αποτυχία μου φαντάζει ανακουφιστική. Ίλιγγος. Η τάση της γνώσης αδειάζει από τις ανοιχτές, μολυσμένες πληγές μου. Αντιλαμβάνομαι πως δεν θα υπάρξει επιστροφή. Το σπίτι αφανίστηκε ανεπίστρεπτα. Η επιθυμία φουσκώνει αόριστα μέσα μου, χωρίς αντικείμενο. Υφίσταμαι επιτέλους την εσωτερική, μυστική εμπειρία. Οι δαιδαλώδεις κατακόμβες της φιλοσοφίας περιστρέφονται και συγκρούονται μπροστά μου. Τα δεσμά πέφτουν άυλα στο Χάος. Ειρωνικά, απομένει η θρησκευτική λατρεία του Τίποτα.