Ηλεκτρομαγνητικό Αιδοίο

Περιφραγμένος από τόμους, απελπισμένος στην απομόνωση από την εξάντληση της ύπαρξης, κοίταξα έξω και θυμήθηκα πως έχει φτάσει η Άνοιξη. Ο εκπληκτικός κολυμβόσαθος, ο εμπνευστής του φαλλού, αιωρούνταν ανέμελος στον ουρανό και με χαιρέτησε πονηρά. Κάποτε, συνειδητοποιούσα την αγάπη αργά, κυρίως λόγω αναστατώσεων χρονικής διαστολής. Πλέον, έμαθα να στρεβλώνω τις συναισθηματικές μετακινήσεις μου σε μία λωρίδα Möbius, και να ταξιδεύω κάθετα, σε διαστάσεις που μου αρνούνταν η φύση μου. Με αυτόν το τρόπο μάλιστα, φτάνω πολύ νωρίτερα από τα φωτόνια που έχω ανακλάσει και βρίσκω χρόνο να καπνίσω την πίπα μου και να μελετήσω τις προφητείες του Δρυ από τον ναό της Δωδώνης. Οι αποκρίσεις αυτών των αναζητήσεων με εκπλήσσουν, όχι πάντοτε θετικά, σίγουρα όμως με την αναγκαιότητα της επιστροφής στον εσωτερικό μου, μυστικό κόσμο. Τις περισσότερες φορές βρίσκω ένα πένθιμο κενό, ωστόσο δεν πτοούμαι. Ο μυστικιστής πάντοτε ερωτεύεται την απουσία.

Έχει ειπωθεί πως η ψυχή του ανθρώπου οδηγείται από δύο άλογα. Αυτή την στιγμή στη δική μου έχουν μαζευτεί πάνω από τριάντα και ακούω να έρχονται κι άλλα. Στα πόσα άλογα αποδομεί κανείς την διαρχία του συναισθηματικού Γίγνεσθαι; Πολλά χρώματα, που τα περισσότερα δεν ανήκουν καν στο οπτικό φάσμα, τυφλώνουν την σκέψη, υπερθερμαίνουν την φαντασία, ή δημιουργούν καρκινώματα στους στοχασμούς μου. Το αποτέλεσμα, αυτή η σούπα του Λόγου από την οποία συχνά κάτι λείπει, κι όταν σπάνια πετυχαίνω τη γεύση, η ποσότητα δεν φτάνει για να χορτάσεις.

Τελετές της σάρκας στις απόμακρες νησίδες του χρόνου. Μια ρωγμή άνοιξε στις διαστάσεις και από μέσα έσταξε μια σταγόνα αίματος στο χώμα. Στο σημείο που έπεσε, φύτρωσε μια αρχαία ανάμνηση από το μέλλον. Χρόνος προς υπάρχειν. Χρόνος του είναι προς θάνατον. Η ανία, ως ανοιχτό σύνολο της ύπαρξης, ορίζει την άρνηση της και με αυτή επιβεβαιώνεται. Ατομικότητα και συλλογικότητα. Οι αντιθέσεις αλληλοσυμπληρώνονται. Ο Χρόνος περνάει. Δεν κάθεται για ένα «γεια», να πιει έναν εσπρέσο, να δει τι κάνεις… Και η ώρα πέρασε, κι ούτε αυτή την είδαμε λίγο, να ανταλλάξουμε νέα, να την χαρούμε. Ούτε τα περασμένα μεγαλεία αποτυπώθηκαν επαρκώς, έγιναν περασμένα ξεχασμένα. Εγκαταλειμμένος, σε ελεύθερη πτώση προς την Άβυσσο, έχοντας αφήσει την ψυχή μου πίσω, σκέφτομαι: δε βαριέσαι, θα περάσει κι αυτό. Ο χρόνος είναι δημιουργία, είναι και καταστροφή. Πάνω από όλα ο Χρόνος είναι Ανία. Ανία που προκύπτει από το παράδοξο της επιθυμίας να μετουσιώνεται το Γίγνεσθαι σε Είναι. Έτσι χάνεται η στιγμή και το μελάτο αυγό, γίνεται σφιχτό.

Το GPS έγραφε «Κωκυτός». Ροή από αιματοβαμμένα χέρια του πάθους. Ενοχικές κραυγές αγωνίας. Ο θρήνος της Μίνθης, καθώς τρομαγμένη κρύβεται από το μένος της Άνοιξης. Επόμενη στάση για καύσιμα στα 10 χλμ. Η καθημερινότητα παραπονιόταν ενοχλητικά. Ήθελε να κάνουμε στάση για τουαλέτα. Στον ορίζοντα, το τέλος διαλυόταν σε στατικό θόρυβο. Σταμάτησα σε μια άκρη απρόθυμα, μα δεν το έδειξα. Γιατί ποτέ δεν το δείχνω; Φυσικά, ήταν ήδη αργά. Το σκάφος μου τυλίχθηκε στις φλόγες και από το πεδίο αστεροειδών ξεχύθηκαν τεράστιοι ελέφαντες καταστρέφοντας πλανήτες και δορυφόρους στο διάβα τους. Η περίσταση έμοιαζε να κορυφώνεται. Ευτυχώς είχα πάνω μου, σε μια σχισμένη σελίδα πενταγράμμου, ένα εκρηκτικό κρεσέντο. Άλλος ένας επικός θάνατος. Η αντίθεση της ζωής, άρα και της Ανίας. Ο πιο απόκρυφος ερωτισμός, αυτός στον οποίο ο εαυτός χάνεται ολοσχερώς.

Μετά τον θάνατο, η αναγέννηση. Η αιώνια επιστροφή. Ο νησιωτικός φλοιός υφαίνει τους νευρώνες του γύρω από τον αρχέγονο μου νου. Το τίποτα συγκεντρώνεται πάλι στο Εγώ και ψηλαφίζει το χώρο. Από το επέκεινα, πίσω στην πραγματικότητα. Ως Πραγματικότητα ονομάζω τη φαντασία που γεννιέται από την ψευδαίσθηση ενός αυτοπροσδιορισμένου Είναι. Ο έρπητας των ανησυχιών και του άγχους απλώνεται στον πολτό από δέρμα, μύες και κόκαλα που αποτελούν την νέα μου ύπαρξη, σηματοδοτώντας την αναγκαιότητα του επόμενου θανάτου. Οι Νόμοι και η Ηθική, θεότητες του πολιτισμού εναντιώνονται μάταια στους αρχέγονους τιτάνες. Τον Τρόμο και την Αδιαφορία. Χύνομαι μαινόμενος στο πεδίο της μάχης τους και λούζομαι με αστραπές και λάβα, ώσπου να θυμηθώ τον Πόνο. Και τον θυμάμαι. Και μετά είναι αργά. Ξεγελάω τους εαυτούς μου με επιλογές. Ας μην ξεχνάμε: ως αντίθετο του ντετερμινισμού ορίζεται η τυχαιότητα, η οποία επίσης δεν συνεπάγεται την ελευθερία της βούλησης. Ποιός λόγος υπάρχει για να δεχτούμε αυτή την αυθαίρετη ιδέα; Η τελευταία επιζώσα θεότητα κατέβηκε από την μηχανή της και άναψε τσιγάρο. Έπειτα μου εκμυστηρεύτηκε πως ούτε αυτή ξέρει.

Το διαστημόπλοιο του Εωσφόρου διέσχισε το αμυδρά φωτισμένο σκότος, σημαίνοντας τον φόνο της τελευταίας εξουσίας. Η ορθάνοιχτη πύλη του Χρόνου με κοίταξε απειλητικά και έφαγα τα λέπια μου από το άγχος. Η μάστιγα των άστρων ενσωματώνει ασύμμετρα τον φόβο και την ελπίδα. Κι ας αιωρούμαι ημιθανής στις άκρες του νέφους του Όορτ. Τα όρνια καταβροχθίζουν τις σάρκες μου. Αξέχαστος θάνατος. Ξανά.

Μάμπο Αιαία (ή ο Χορός της Κίρκης)

Ρούφηξα την πίπα μου και κοίταξα από το παράθυρο. Τριάντα τέσσερα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Ένα φως διέσχισε τον ασέληνο ουρανό και άκουσα το απαλό χτύπημα στην πόρτα. Ένα μπαρμπούνι μπήκε ήσυχα στο δωμάτιο και με κοίταξε γυρνώντας κάθετα το κεφάλι του στο βλέμμα μου. «Ήρθε το τελευταίο σας ραντεβού, μία κυρία… Κίρκη!», με ενημέρωσε κρατώντας την αναπνοή του. «Μάγισσα Κίρκη», το διόρθωσε η επιβλητική φωνή από πίσω του. «Πέρασε Κίρκη. Να σου βάλω το συνηθισμένο;», την ρώτησα και κατευθύνθηκα προς το μπαρ, στρέφοντας για μια τελευταία στιγμή την προσοχή μου στο μπαρμπούνι. «Σε ευχαριστώ Εντ Μάρκο, δεν θα σε χρειαστώ άλλο απόψε.», του είπα και το πέταξα στο κουρκούτι να ετοιμαστεί για το τηγάνισμα. «Χωρίς πάγο, παρακαλώ.», ζήτησε η Κίρκη ενώ άδειαζα ουίσκι σε δύο ποτήρια. «Ας συνεχίσουμε από εκεί που το αφήσαμε στην προηγούμενη συνεδρία, από όταν ενημερώθηκες ότι κάποιοι ναυτικοί ξεμπάρκαραν στο νησί σου και έπειτα. Αν μπορείς συνέχισε χωρίς εισαγωγικά, για λόγους αισθητικής του κειμένου.», της πρότεινα. «Εντάξει», είπε.

Με συγχωρείς, εννοούσα «Εντάξει». Ενώ λοιπόν ετοιμαζόμουν να τακτοποιήσω τις μυστήριες, απογευματινές μου υποθέσεις, οι λύκοι με ενημέρωσαν ότι στο νησί άραξε ένα πλοίο γεμάτο ταλαιπωρημένους ναυτικούς. Όπως γνωρίζεις, δεν υπάρχει κάτι πιο εξαντλητικό από τις αυθαίρετες απαιτήσεις ενός ταλαιπωρημένου άντρα. Φυσικά, ίσως να έχεις ήδη ακούσει την εκδοχή του Ομήρου, που εκτός από τους οφθαλμούς, υπήρξε τυφλός και απέναντι στην φεμινιστική αναγκαιότητα της εποχής του. Ακόμα και τώρα που σε παρατηρώ να κρατάς σημειώσεις, δεν παύω να ανησυχώ για την αρσενική σου αποτύπωση. Μολαταύτα, ας συνεχίσω. Καπετάνιος του πλοίου ο γνωστός κατακτητής της Τροίας, ο βασιλεύς της Ιθάκης, ο «πολυμήχανος» ανήρ. Αυτός που φαντασιωνόταν πως η γυναίκα του τον προσμένει πιστή και αγέρωχη απέναντι στους νταβραντισμένους μνηστήρες, ενώ ο ίδιος θαλασσογυρνούσε και βίαζε κόλπους και λιμάνια. Ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που γεννήθηκε στο προνόμιο και νόμιζε τον κόσμο παιχνίδι του.

Στέλνει τους συντρόφους του να εξερευνήσουν το νησί και να γεμίσουν πόσιμο νερό τα φλασκιά τους και τρόφιμα τα σακιά τους. Αναπόφευκτα φτάνουν στο παλάτι μου. Αντικρίζουν το μεγαλείο μου και αναρωτιούνται που είναι ο κύρης μου. Μία ανεπαίσθητη ταλάντωση του φρυδιού μου, τους προειδοποιεί. Μαθαίνοντας πως ζω εδώ μονάχη, τους μπαίνουν ιδέες. Διότι ακόμα και αυτοί οι αγράμματοι χωριάτες, θαρρούν τους εαυτούς τους αντάξιους της θεάς που ακτινοβολεί μπροστά τους. Καθώς μου εξηγούν πως πρέπει να αισθάνομαι και να νιώθω, ενώ ταυτόχρονα ούτε ένας δεν με έχει κοιτάξει στο πρόσωπο, αγανακτώ. Απαντώ πως έχω γνωρίσει γουρούνια με περισσότερο ενδιαφέρον από τέτοιους πολεμοχαρείς, χυδαίους αγροίκους και τότε αποφασίζω να τους μεταμορφώσω σε αυτά, μήπως και με διασκεδάσουν λίγο περισσότερο. Φυσικά, ο Όμηρος κάπου εδώ υπονοεί πως «τους μεταμόρφωσα σε γουρούνια» σημαίνει πως τους επέτρεψα να πλαγιάσουν μαζί μου και να φερθούν σαν γουρούνια στους κόλπους μου. Είμαι η πανούργα μάγισσα Κίρκη. Θεά των βοτάνων, συντάκτρια των μορφών, οργή της φύσης. Μα ο κακ-Όμηρος θεώρησε πως η λαγνεία μου χορταίνει με μούτσους και λοστρόμους. Τους άγγιξα, λέει, με το ραβδάκι μου και τους μετέτρεψα σε ζώα στο κρεβάτι μου.

Δεν τους άγγιξα με τίποτα. Ένα βλέμμα αρκούσε να τους κατατροπώσει. Η μαγεία μου πηγάζει από την διαίσθηση, όχι από τη μελέτη. Τίποτα δε δαμάζει ισχυρότερα τον αυθαίρετο νου, από τα απαγορευμένα του Αρχεγόνου. Τους παράτησα να παίζουν στις λάσπες και αποσύρθηκα στην κάμαρα μου με τα παιχνίδια μου, που την ερωτική τους δεινότητα ούτε οι στρατοί της Τροίας και των Ελλήνων μαζί δεν φτάνουν. Οι μέρες πέρασαν, και ο άτολμος μονάρχης που είχε μείνει πίσω «να φυλάει το πλοίο», άρχισε να αγχώνεται. Δειλά δειλά -όπως στην Τροία- πήρε τις ακτές και τα δάση, αναζητώντας τους υποτακτικούς του, μιας κι ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μόνος του. Ανακαλύπτει το ανάκτορο με τους χοίρους και χάνει τον έλεγχο. Αρχίζει να ουρλιάζει υστερικά και να με απειλεί με τα σπαθιά του, το σιδερένιο και το σάρκινο. Βία. Βιασμός. Το ύστατο επιχείρημα του άντρα. Κάποιες φορές, το πρωταρχικό.

Η απόκριση μου άστραψε στον χώρο. Οι σάρκες ενός χοίρου άνοιξαν και οι φλέβες του πετάχτηκαν σαν κλωνάρια βάτου βάφοντας με κόκκινες πινελιές. Ενός άλλου έλιωσαν και έπεσαν από τα κόκαλα του. Τα σπαθιά του Οδυσσέα έπεσαν αμφότερα. Βάλθηκε να με ικετεύει γονυπετής, κλαίγοντας, όπως κάνουν οι αφέντες χωρίς λακέδες. Γέλασα τόσο αυτάρεσκα που στο νησί έγινε σεισμός και ο βασιλιάς της Ιθάκης έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και λιποθύμησε. Την επόμενη μέρα τους συνόδευσα στο πλοίο τους και τους αποχαιρέτησα ειρωνικά, γνωρίζοντας πως δεν θα τολμήσουν να επιστρέψουν ποτέ.

Την ιστορία βέβαια την ξέρουν όλοι διαφορετικά. Το αφήγημα αρσενικής προέλευσης, που θέλει την πλανεύτρα Κίρκη να παίρνει το μάθημα της από τον ιδιοφυή και ρωμαλέο Οδυσσέα, για τον οποίο ακόμη λιώνει. Η πανέμορφη Κίρκη, θυγατέρα της Εκάτης και των άστρων. Η οξυδερκής θεά με το κοφτερό μυαλό, που θερίζει τις θάλασσες της Γνώσης. Η πανίσχυρη, η καταξιωμένη, η αυγή της επιστήμης. Η αρχόντισσα των στοιχείων που ανατρέπει βασίλεια. Πώς να υποταχθεί σε δούλους και κυβερνήτες; Η Κίρκη είναι ερωτευμένη μοναχά με την ανεξαρτησία.

«Οι καιροί αλλάζουν Κίρκη.», της είπα επαναφέροντας τα εισαγωγικά για ευελιξία διαλόγου και για να σημάνω το επικείμενο κλείσιμο του κειμένου. «Αρκετά αργά, ωστόσο αλλάζουν. Περισσότερες γυναίκες λένε την ιστορία τους και ο κόσμος πλέον ακούει πιο προσεχτικά.». «Μη με πατρονάρεις. Ήθελα απλώς να μιλήσω και το έκανα. Ο κόσμος αλλάζει πολύ αργά, και ούτως ή άλλως η οργή της γυναίκας για το αλόγιστο κακό που υπέστη, θα πάρει αιώνες να ξεθυμάνει. Άλλωστε, τα ζωηρά άνθη της Ύπαρξης μου πάλλονται σπινθηροβόλα και αρνούμαι να αμελήσω να τα απολαύσω για χάρη του βάλτου που τα περιβάλλει. Και κάτι τελευταίο. Μπορεί η μορφή σου να είναι αυτή μίας μαύρης σκιάς με προεξέχοντα κόκαλα που φωσφορίζουν, μα ξέρω πως φέρεις ρίζες αντρικές και δεν υπάρχουν πολλά που μπορείς να κάνεις.», με διέκοψε. «Θα ξεκινήσω λέγοντας την ιστορία σου», πρότεινα. «Αμφιβάλλω ότι θα το κάνεις σωστά».

Με πλήρωσε και έφυγε. Αφού αποθήκευσα τις σελινόριζες στο θησαυροφυλάκιο, έλιωσα ζοφερά σε μια υγρή γωνιά της βιβλιοθήκης. Έξω οι νυχτερίδες τιτίβιζαν στην ομίχλη. Είδα τις νέες ρωγμές που εμφανίστηκαν στα βιβλία μου και αναστέναξα.

Ξεζουμέρκα

Με μάτια τέσσερα κοιτάζει η καμινάδα,
Τους φίλους που ξεκίνησαν για Νότο,
Προς τα βουνά, στο ορατό το χνώτο,
Αφού γοργά χορτάσαν την κοιλάδα.

Το στόμα μπουκωμένο με βατράχια,
Κράζει τη μια, φιλοσοφεί την άλλη,
Κι όσο το τσίπουρο αργά φέρνει τη ζάλη,
Κατευθυνόμαστε αγέρωχοι στα βράχια.

Το σούρουπο στο θέατρο παίζονται παραστάσεις
Φόβος και γέλιο, ανούσιες δηλώσεις,
Μπερδεύονται του χωροχρόνου οι στρώσεις,
Ύστερα στο δωμάτιο, αδυνατείς να κλάσεις.

Με κόκαλα ξεκούραστα και αναβράζον πνεύμα,
Κάποιοι θα εξερευνήσουν το φαράγγι,
Οι υπόλοιποι θα πουν «Δεν είναι ανάγκη»,
Και θα ανταμώσουνε τ’ απόγευμα για γεύμα.

Ήδη, γύρω απ΄ την φλόγα, νιώθουν μια νοσταλγία,
Προτού στα σπίτια τους γυρίσουν,
Κάποιες φωτιές δεν δύνανται να σβήσουν,
Τουλάχιστον ως της ζωής την ύστατη αργία.

~

Σύντροφος πιστός πάντα ο Χάρων,
Τα βράδια μου κατεύναζε την τρέλα.
Μα στην κορφή, κρατώντας την Κανέλα,
με προσκαλεί καινοφανής βασίλισσα κανθάρων!

Μελανές Ντροπές

Δεν ήταν στην απέραντη βιβλιοθήκη η μεγαλύτερη μου ντροπή. Και μάλλον δεν ήταν Φλεβάρης.

Κάπου στον δρόμο, έπεσαν τα συναισθήματα μου κάθετα στις διαστάσεις και έκτοτε τα έχω χάσει. Μαζί τους χάθηκε και η μεγαλύτερη μου ντροπή. Πρόσφατα συνειδητοποίησα πως μου λείπουν. Δεν γνωρίζω αν θα τα βρω ποτέ μπροστά μου και όταν υπολογίζω τη διαστολή του χρόνου, οι ελπίδες μου καταρρέουν.

Φοβάμαι πως δεν μετανιώνω τίποτα. Αυτό δεν σημαίνει πως μου αρέσει εδώ που βρίσκομαι. Απλώς οι εναλλακτικές δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο θέλγητρο. Μερικές φορές ξεχνάω, και προσπαθώ να μην κάνω κάτι που θα μετανιώσω. Έπειτα ανακαλώ, και κάνω αυτό που πρέπει, χωρίς να το μετανιώνω. Μετανιώνω που δεν αντιλήφθηκα την στιγμή, όταν έριξα τα συναισθήματα μου στην μελανή τρύπα των διαστάσεων. Αν ήξερα, θα ταξίδευα πίσω στον χρόνο και θα τα έπαιρνα πίσω. Ίσως αργότερα να το έχω ήδη κάνει.

Ζορίστηκα περισσότερο που στερήθηκα την θλίψη. Όταν πέθανε ο παππούς μου, την αναζήτησα μανιωδώς. Για καλή μου τύχη, με βρήκε μόνη της λίγες μέρες μετά, στο άχρονο, αδιάστατο σύμπαν μιας σελίδας. Όταν τελείωσε η σελίδα, γλίστρησε από τα δάχτυλα μου και έχασα και πάλι την τροχιά της.

Το πρόβλημα μου με τα μυστικά, ήταν πως τα κρατούσα κρυφά ακόμα και από τον εαυτό μου. Καμία τύχη και με αυτά λοιπόν.

Θυμάμαι ένα βράδυ που ξύπνησα και ένιωσα κάποιον να ξαπλώνει δίπλα μου. Με το αριστερό μου χέρι ακούμπησα ένα ξένο χέρι. Τρομοκρατήθηκα και το άρπαξα, μέχρι που πέσαμε από το κρεβάτι παλεύοντας. Κατάφερα να σηκωθώ και να ανάψω το φως. Δεν ήταν κανείς εκεί. Είχα κοιμηθεί πάνω στο δεξί μου χέρι, με αποτέλεσμα να μουδιάσει και να το νομίζω ξένο. Το κοίταξα. Ήταν μελανιασμένο. Είχα επιτεθεί με μένος επιβίωσης στο ίδιο μου το χέρι.

Για χρόνια, τα συναισθήματα μου μουδιάζουν σε ένα παράλληλο κενό της ύπαρξης μου. Τι θα κάνω άραγε, όταν ένα βράδυ ξυπνήσω και τα νιώσω δίπλα μου;

Ανεμοδαρμένη Θλίψη

Οι Ερινύες ξαμολήθηκαν από τις σκοτεινές τους γωνίες και μου ξέσκισαν τις σάρκες. Ενώ σπάραζα μέσα στα αίματα, ημιλιπόθυμος στον θρόνο του μένους, χάιδεψε τα ρουθούνια μου το άρωμα φρέσκου καφέ. Απενεργοποίησα τις Ερινύες, τις ρύθμισα για το επόμενο πρωί και ξεκίνησα να απολαύσω το μοναχικό πρωινό μου. Καταβρόχθισα ό,τι βρήκα στο κέρας της Αμάλθειας και έπειτα κάθισα στο τζάκι. Κάπου στο medium rare σηκώθηκα και πήγα στην πολυθρόνα, όπου έμεινα πέντε λεπτά να απλωθούν τα λαχταριστά ζουμιά μου ομοιόμορφα στο σώμα. Τότε παρατήρησα την θλίψη που υποβόσκει στο σκοτεινό υπόβαθρο της αέναης μεταβολής που αποτελεί την ψευδαίσθηση του εαυτού μου.

Οι συνεχείς μάχες με την θλίψη οδηγούν στην απάθεια. Η στέρηση του πάθους στερεύει τις πηγές του λυρισμού. Στείρα η ποιήτρια ζητιανεύει λέξεις στους άδειους δρόμους ενός παρηκμασμένου βασιλείου. Τα κτίρια βυθισμένα στην άμμο κρατούν κρυφά τα μυστικά τους. Στην κορυφή της πυραμίδας, ένας μαύρος βασιλίσκος ρουφάει λιγκουίνι από ανθρώπινα πτώματα που πέθαναν αγκαλιασμένα. Αχώνευτη η ανθρωπότητα δοκιμάζει τις αντοχές της πρησμένης του κοιλιάς. Προσπαθεί να ξεράσει. Η σάρκα του διογκώνεται και μια καυτή έκρηξη από μέσα του τον απαλλάσσει από το τελευταίο γεύμα του και όλα τα επόμενα. Τα κουφάρια σέρνονται διαλυμένα από τα γαστρικά υγρά και οι καβαλάρηδες τις αποκάλυψης βγαίνουν να τα συμμαζέψουν. Με σπαθί και τόξο. Με ζυγό και δρεπάνι. Τα κακόμοιρα ανθρωπάκια ουρλιάζουν καθώς αφανίζονται βάναυσα από τον φιλεύσπλαχνο θεό τους. Ο βασιλεύς του ουρανού σκορπάει τις φωτεινές του αχτίνες στην αποτρόπαια γενοκτονία και η μυρωδιά της σήψης αιωρείται αβάσταχτη. Ένα τερατόμορφο κτήνος με ανάσα από φωτιά κοιτάζει ντροπιασμένο το μαρτύριο που εκτυλίσσεται εμπρός του και σημειώνει κάποιες ιδέες στο τετράδιο του. Το τέλος του είδους των ανθρώπων αποδείχτηκε τρομερότερο από κάθε φαντασία και κάθε φύση.

Μία κερασφόρα γυναίκα, ντυμένη με ένα κουρέλι περιφέρεται και τραβάει τις ξερές ρίζες από την άγονη γη. Το σκληρό της σαγόνι στάζει λάβα. Στοιβάζει τις ρίζες για την πυρά καθώς τα χιλιάδες μάτια υποκρίνονται αδιαφορία. Την ανάβει και τα μάτια υποκρίνονται έκπληξη.

«Γιατί τώρα;», αναρωτιούνται.

Επειδή έχει έρθει το τέλος και τρέχουμε όλες να προλάβουμε να σώσουμε ό,τι μπορούμε. Είναι πια αργά. Ωστόσο, πάντα είναι πια αργά. Ο Φένριρ αποφασίζει να μην καταβροχθίσει τον ήλιο. Περασμένα ξεχασμένα. Άστρο και λύκος αγκαλιάζονται σφιχτά και περιμένουν το σκοτάδι και το κρύο. Ο έρωτας δεν θα τους σώσει. Θα τους κρατήσει όμως γενναίους, όσο διανύουν το τέλος.

Στην άλλη πλευρά του πλανήτη, η πανσέληνος χαμογελάει σαρδόνια, ενώ φωτίζει με πένθιμο φως τον ωκεανό από αίμα που πνίγει τα πάντα. Πάνω σε έναν κίονα καθισμένη η μυστηριώδης Σφιγξ, ρωτάει τους γρίφους της και ευχαριστιέται την σιωπή που επιστρέφει από την πορφυρή ατμόσφαιρα. Στον απέναντι κίονα κρέμονται δεμένοι κάποιοι σοφοί γέροντες. Τους έχει ξεριζώσει τις γλώσσες και τα βλέφαρα. Ξεκινάει να αυνανίζεται μπροστά τους και αυτοί ωρύονται μουγκοί με καυτά δάκρυα να τρέχουν από τους ακρωτηριασμένους οφθαλμούς τους. Αβοήθητοι απέναντι στην αλήθεια, ικανοποιούν την ισχυρότερη της φαντασίωση. Ο ανόσιος οργασμός της τους αποκεφαλίζει. Η σοφία τους παραμένει ίδια με πριν.

Κάτω σε μία σπηλιά, ένας θεόρατος πολεμιστής καρφώνει τις σκουριασμένες σπάθες του στο πέτρινο δάπεδο, ανοίγει διάπλατα το γερασμένο αιδοίο του και το προσφέρει για καταφύγιο. Κάποιες ψυχές εισέρχονται στη ζεστή του τρώγλη, ελπίζοντας να πεθάνουν ήσυχες στην αφάνεια. Ξεσκίζει το στήθος του και τους το προσφέρει για τροφή. Τα μεγαλοπρεπή φτερά του φιλτράρουν την δυσωδία από την επιφάνεια. Το αμυδρό, κόκκινο φως που έρχεται από το μακρινό άνοιγμα του εδάφους, δίνει σχήμα σε πελώριες μορφές και αρχέγονα ερείπια. Μία από τις μορφές γλείφει το ρυάκι από αίμα που στάζει από την οροφή και δηλώνει κλαίγοντας, ότι γεύεται μέσα του το τελευταίο φως της σελήνης.

Ακούω βήματα αλόγου. Ο τελευταίος καβαλάρης διασχίζει αμέριμνος την καταστροφή και κοντοστέκεται να με χαζέψει. Καλύπτεται ολόκληρος από ένα εβένινο σάβανο που την κορυφή του τρυπούν αμέτρητα κέρατα, σαν από πλατώνι. Δεν δείχνει τόσο βιαστικός όσο οι υπόλοιποι συνάδερφοι του. Του γνέφω με την κούπα μου. Το σύμπαν γεμίζει τρύπες, καταρρέει και ένα κατάμαυρο νέφος που στροβιλίζεται καταπίνει τα απομεινάρια στην απύθμενη σπείρα του.

Μια μεγάλη έκπληξη περιμένει τις Ερινύες το επόμενο πρωί.

Πείνα Κωλάδα

Ήμασταν στο όγδοο ποτήρι. Από όλα τα ποτήρια μου, αυτό μας χωρούσε πιο άνετα για να καθίσουμε να πιούμε τα κοκτέιλ μας. Ο ήλιος έσβηνε αργά στο τζάκι και έριξα λίγο υδρογόνο να δυναμώσει. Το γραμμόφωνο έπαιζε σκάκι με την φλόγα ενός κεριού. Ο προφέσορας Μπαράπα Ταγκόρε ακούμπησε την μισοφαγωμένη ανθοδέσμη στο τραπέζι και μου αποκάλυψε τον πόνο του.

Χιλιάδες χρόνια πριν, στο μυθικό δάσος των θρυμματισμένων νυχιών, ενώθηκε ερωτικά με την Μητέρα του Ζωοδόχου Λιμού και απέκτησε δύο κόρες, την Κινέρεια και τη Βοτρύτη. Για να τις προστατέψει από τις δυσοίωνες συνέπειες της ανόσιας συνουσίας, απομακρύνθηκε από τον κόσμο της ατέρμονης περιπέτειας και της αχόρταγης γνώσης. Έφτιαξε μία καινούρια ζωή, μακρυά από καταραμένες τελετές και πικρές προφητείες, μία ζωή ήρεμη για αυτόν και τις μονάκριβες του κόρες. Έκρυψε από αυτές το μιαρό γένος τους και τους χάρισε την ανιαρή ξεγνοιασιά της καθημερινότητας.

Δεν έπαψε ποτέ να φοβάται. Μελέτησε ενδελεχώς τα απόκρυφα κείμενα, και ανακάλυψε την αποτρόπαια σημασία που έχουν οι απόγονοι του για τους υπηρέτες του Ζωοδόχου Λιμού. Σε έναν χώρο, κρυφό από τα κορίτσια, συνέλεγε με μανία φυλαχτά για ξόρκια και τελετές άμυνας από τους απεσταλμένους της μοχθηρής οργάνωσης. Παράλληλα, η Βοτρύτη, κουρασμένη από την αστική της πραγματικότητα, γνώρισε και ερωτεύτηκε τον ριψοκίνδυνο πολεμιστή Αιμόφυρτο Αχτίδα, και αποφάσισε να το σκάσει μαζί του. Της προσέφερε όσα ο πατέρας της κρατούσε κρυφά για να την προστατέψει. Απόκρυφη γνώση και ερωτικές περιπτύξεις με αλλόκοτα πλάσματα της Αβύσσου.

Όταν εξαφανίστηκε η Βοτρύτη, ο Μπαράπα απαρηγόρητος κήρυξε πόλεμο στην απόκοσμη πρώην του. Χρησιμοποιώντας όλη του την μαγική δύναμη κατάφερε να ξεριζώσει το πορφυρό της μάτι και να δραπετεύσει, κλειδώνοντας την στην έκτη διάσταση. Για την ώρα ήταν ασφαλής και αφιέρωσε όλη την πατρική του στοργή στην Κινέρεια. Οι αιώνες περνούσαν φαινομενικά ειρηνικά, ωστόσο στο δάσος των θρυμματισμένων νυχιών, η Βοτρύτη, υπό την επήρεια του Αιμόφυρτου Αχτίδα, ολοκλήρωνε την μύηση της στην υπηρεσία της εξόριστης μητέρας της.

Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, και επιλέγοντας μια βροχερή νύχτα για ατμόσφαιρα, ο Αχτίδας με τους συντρόφους του, τον Μάρντουκ τον Φαλλοκυνηγό και τον Γουόλτερ τον Βρυόλακα, με την προδοσία της Βοτρύτης, επιτέθηκαν στο κρησφύγετο του Μπαράπα. Ο δύσμοιρος πατέρας, χρησιμοποίησε όλα τα μυστικά του κόλπα για να φυγαδεύσει την Κινέρεια και να σβήσει τα ίχνη της, πριν ηττηθεί από τις δυνάμεις του σκότους. Η άσωτη κόρη ξεκλείδωσε το κεφάλι του και βρήκε μέσα τον κλειδί για το κρυφό δωμάτιο και την θέση του πορφυρού οφθαλμού. Όλα ήταν έτοιμα για την τελετή στο δάσος.

Βαθιά μέσα στην γη, η Μητέρα του Ζωοδόχου Λιμού είχε φυτέψει έναν σπόρο που περίμενε να ανθίσει με το αίμα των απογόνων της. Η Βοτρύτη τοποθέτησε το πορφυρό μάτι στον βωμό και χαράζοντας τους απαγορευμένους ρούνους στο κορμί της, πότισε την Καταδίκη που Χάσκει, την αρχαία γόνο της Ακόρεστης Μητέρας. Δεκάδες στόματα άνοιξαν στο έδαφος. Λίγο πριν ξεψυχήσει, η Βοτρύτη άκουσε μία γνώριμη κραυγή φρίκης. Η κακόμοιρη αδερφή της, που την ακολούθησε για να την σταματήσει, κοιτούσε ανήμπορη τον κόσμο της να τελειώνει. Ο έως τότε λιπόθυμος καθηγητής, επανήλθε από τις φωνές και στην ύστατη στιγμή της απελπισίας του τρύπησε το μάτι με το θρυλικό τιρμπουσόν του γαλάζιου δράκου. Το Σύμπαν ολόκληρο κατέρρευσε στην μοναδικότητα. Απέμεινε μόνος κρατώντας με μία κόκκινη σφαίρα, να αιωρείται στο Τίποτα.

Εκεί τον βρήκα και τον κάλεσα για ένα κοκτέιλ της παρηγοριάς. Συγκινημένος από την ιστορία του, πήρα τον πορφυρό οφθαλμό της Μητέρας του Ζωοδόχου Λιμού, τον έκοψα σε χοντρά κομμάτια και έφτιαξα πατσά. Ενώ τρώγαμε λαίμαργα τα απομεινάρια της ζωής του, ακούστηκε ένας γδούπος από το πάτωμα. Είχε πέσει η νύχτα. Αφού την επέστρεψα στο ράφι της, οδήγησα τον φίλο μου στην κάμαρα μου. Την επόμενη μέρα δεν θυμόμασταν τίποτα. Για αυτό φρόντισα να τα διηγηθώ σήμερα.

Τσάι με Πιπερόριζα του Δύο, και άλλα άρρητα ροφήματα για τον χειμώνα

Ας πάψει πια η διαστροφή του Νοήματος. Ας έρθει η Σαφήνεια. Έφυγε. Ούτε τα δροσερά χνώτα της δεν πρόλαβα να οσφρηστώ. Λέξεις. Δομές. Μία μία τοποθετούνται στην σειρά και πάλι δεν προκύπτει ο λόγος. Ποιος λόγος; Ο Λόγος. Ο ίδιος. Λόγω τιμής. Άλογα που τρέχουν αλύγιστα στις εξοχές. Λιγωμένα τρωκτικά που βγαίνουν για λίγο από τα λαγούμια τους. Για κανέναν λόγο, όπως και του λόγου μου. Λίγα λόγια ακόμα πριν προχωρήσουμε. Καρότα, επάλξεις, διχάζω, στροφορμή και σεμνότυφο. Παρακάτω.

Η μανία του να αφαιρείς και να εναλλάσσεις σχεδόν εξαντλημένες μπαταρίες από συσκευή σε συσκευή, και να χαίρεσαι που δουλεύουν για λίγο, γνωρίζοντας πως στην μεθεπόμενη χρήση πάλι θα πρέπει να παιδεύεσαι από την αρχή. Αυτό είναι η χρήση της γλώσσας, αυτή που χρησιμοποιεί ο καθένας μας για να πει αυτά που έχει να πει. Και όλοι έχουμε να πούμε πολλά. Κυρίως όμως για αυτά που δεν λέγονται. Το τίποτα «υπάρχει» λόγω της μη-ύπαρξης, μέσα δηλαδή από την άρνηση της ύπαρξης. Άρα δεν υπάρχει. Ή μάλλον υπάρχει με το να μην υπάρχει. Κάπως έτσι και η γλώσσα. Η ομοιότητα τους κολάζει την σκέψη και τολμά να υποπτευθεί την σύνδεση τους. Ίσως η γλώσσα να γέννησε το τίποτα. Ομοίως και την ύπαρξη.

Ξερός χρόνος ωριμάζει τα άκρα μου και η γη με κατατρώει σαν αρχαίο φρούτο. Ανάμεσα στα κοράλλια και στις μέδουσες, ο Τρίτων λούζεται με φως. Γελάνε και τα βράγχια του. Κρατάει το χαρακτηριστικό ποτήρι. Μισογεμάτο με ακαθαρσίες και λοιπές εντερικές εκκενώσεις. Μισοάδειο χωρίς ουσία, νόημα και πάθος. Πίνω το μισό. Ρεύομαι το άλλο μισό. Αυτή την φορά ξαναγεμίζει με Τίποτα. Το ποτήρι συνθλίβεται γεμάτο ανυπαρξία, και ανοίγει μία διαδιαστασιακή ρωγμή στην κοιλάδα του πραγματικού. Από μέσα, το απόκοσμο σέλας του αιθέρα απαλλάσσει την λογική από τις μορφές. Το ποτήρι είναι πλέον καρέκλα. Σαλιγκάρι. Άχυρο. Τραπέζιο. Νέφος. Ιδέα. Λήθη. Ο χρόνος κυλάει σαν ιδρώτας στα ζυγωματικά μου. Εγώ κυλάω σαν ιδρώτας στα ζυγωματικά του χρόνου. Σε μία στροφή, διακρίνω ένα παιδί που ετοιμάζεται να ρίξει οξύ στα χέρια του. Πριν ακουμπήσει δέρμα, σκορπίζει σαν σκόνη στο κενό. «Όλα εντάξει;», το ρωτώ. «Σταμάτα να ρωτάς», με επιπλήττει και βουτάει στο άχρονο χάσμα.

Ύστερα κόντεψα να πεθάνω. Στα μοιραία δευτερόλεπτα του Τέλους, απλώθηκε μπροστά μου ο ωκεανός. Ξεδίπλωσα τα θεόρατα φτερά μου και άρπαξα μία τραγανιστή χελώνα από την επιφάνεια του νερού. Αιώνες πέρασα σαν δράκος, καταραμένος από την βασίλισσα των Σκιών να ζω μονάχος στα ξερονήσια, τρεφόμενος με θαλασσινές λιχουδιές. Τα απογεύματα έγραφα προφητείες λαγνείας σε μαγικούς παπύρους, που έπειτα έστελνα στους θνητούς να τους αναστατώνω. Ύστερα από ατέλειωτες μέρες μοναξιάς, εμφανίστηκε ξανά το παιδί σε μία βάρκα από φελιζόλ. «Όλα εντάξει;», το ρωτώ. «Να μη σε νοιάζει», διαμαρτύρεται καθώς το καταπίνει μία δίνη. Η δίνη συνεχίζει καταπίνοντας τον ωκεανό, τα θαλάσσια εδέσματα μου και τα ξερονήσια. Λίγο πριν το απόλυτο τίποτα, ανοίγω τα μάτια και συνειδητοποιώ ότι δεν πέθανα. Αναρωτιέμαι αν η κάθε ζωή είναι η προθανάτια παραίσθηση κάποιου όντος που μας φαντάζεται στις τελευταίες του στιγμές. Σε κάθε περίπτωση, η ζωή είναι η προθανάτια παραίσθηση που φανταζόμαστε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας.

Οι μελαγχολία προεξέχει από τα μαλλιά μου σαν άρρωστα τσακάλια που με καταδιώκουν. Αιώνια. Οι οσφρητικοί υποδοχείς του σύμπαντος σιχαίνονται την σήψη των αρχαίων μου πλοκαμιών. Τα στήθη μου μαστίζονται από ασπρόμαυρα, ζοφερά οράματα. Από την μπανιέρα προεξέχουν χιλιάδες ανθρώπινα πόδια. Στο κέντρο του ποδόλουτρου αιωρείται η Άννα Πούρνα, η πορφυρή αράχνη της υγρής φωτιάς. Με ρωτάει αν οι ηλιακές κηλίδες στο σώμα της είναι άσχημες. Προτείνω ανταλλαγή πληροφοριών. Αν ξέρει πως να ρυθμίσω τα χρώματα στα επιστήθια οράματα μου, θα της απαντήσω ειλικρινά. Χώνει τα δόντια της στο στέρνο μου και το χρώμα επανέρχεται στα μάγουλα μου.

Περίλυπος υποκλίνομαι στην ομορφιά σου, γιατί έχω δει τι μας μέλλεται μετά τον Χρόνο. Τα δάκρυα μου είναι χαράς γιατί θυμάμαι την εντροπία που σε έφερε μπροστά μου.

Στον κήπο στέκεται γυμνός ένας γείτονας. Τα επίμαχα σημεία του έχουν σκεπαστεί από βρύα, που προεξέχουν από το πηγούνι του σαν μούσι. Χαμογελάει και το απαίσιο στόμα του σχίζει τα υπέρογκα μάτια του, αποκαλύπτοντας χιλιάδες δόντια, λεπτά και μυτερά σαν βελόνες. «Ωραίος καιρός σήμερα», σχολιάζει ενοχλητικά. Κοιτάζω την μαύρη τρύπα που καταπίνει το πορφυρό άστρο στον ουρανό και απομακρύνομαι αμήχανα. Τρέχει ξοπίσω μου και μου προσφέρει ένα ξύλινο κουτί σκαλισμένο από νύχια βελοσιράπτορα. Πριν το αρνηθώ, το ανοίγει και νιώθω να γυρίζει το μέσα έξω μου. Ολόκληρο το σύμπαν περιστρέφεται μανιωδώς, διαλύεται σε σκόνη και μεταμορφώνεται σε μύγα. Κοιτάζω την μύγα να περιφέρεται από το γραφείο μου στην έκτη διάσταση. Χτυπάει το υγρέφωνο μου. Απαντώ και ρέει στο αυτί μου η πηχτή πληροφορία. Κάποιος ξέχασε ένα πτώμα στον λαβύρινθο του υπογείου. Όταν φτάνω, παρατηρώ ότι λείπουν τα μάτια του. Γονατίζω και μπουσουλώ στην αριστερή εσοχή. Εξέρχομαι σε μία έρημο. Στο βάθος κείτονται εφτά πελώριες πέτρες με μαγικά σύμβολα. Στο κέντρο τους πάλλεται ένα ελλειψοειδές. Ξαφνικά, με βαθιά φωνή, ο μοναδικός κάτοικος της ερήμου καλεί τα ηφαίστεια να με κάψουν.

Όχι άλλος φριχτός θάνατος σήμερα. Αρπάζω το ελλειψοειδές και, παρά την αντίσταση των πλοκαμιών του, το τυλίγω σφιχτά σε αφράτο, γλυκό λάχανο. Καπνός και λάβα σκορπίζουν παντού γύρω μου. Από την τσάντα μου βγάζω το «Εγχειρίδιο της Παραφροσύνης» και το ανοίγω στο κεφάλαιο που λέει το μυστικό για λαχταριστό αυγολέμονο. Σπάω τις εφτά πέτρες και χτυπάω τους κρόκους τους με το μυθικό αστρόσπαθο του Αντετονίτρο Ιντζινίπη, εκρηκτικού πειρατή των κοσμικών θαλασσών και έκτου συζύγου της Φτερωτής Πρίμα-Σίνο. Ρίχνω λεμόνι και αργά την καυτή λάβα, ανακατεύοντας παράλληλα το μείγμα. Η τελετή ολοκληρώνεται και μπροστά μου αιωρούνται εφτά στιλπνοί λαχανοντολμάδες. Ο μοναδικός κάτοικος της ερήμου δέχεται την λαχανον-τολμηρή προσφορά μου και μου χαρίζει την έρημο.

Έρημος και μόνος. Τα χέρια μου χωρίς λαχανοντολμάδες. Σαρμάδεια. Έρχεται ο Θάνατος με κόκκινη ποδιά και μου λέει «Μην στεναχωριέσαι, έφτιαξα τσάι». Τελικά δεν είναι όσο φριχτός τον φανταζόμουν. Μέσα στο φλιτζάνι μου ένα παιδί πνίγεται. «Όλα εντάξει;», το ρωτώ. «Θα δείξει», προσπαθεί να αρθρώσει εισπνέοντας απόσταγμα πιπερόριζας. Για να δούμε.

Μέρες Λαιμαργίας: Το Χαμένο Κασκαρύκευμα

Στο απροσδιόριστο κέντρο του Ωκεανού, η πανίσχυρη μάγισσα Κίρκη φέγγει λευκά σαν σεληνόφως πάνω στα μαύρα, ολισθηρά βράχια. Αγρυπνά, παρακολουθώντας την αλαλιασμένη φουρτούνα και διασκεδάζει με τα ατέλειωτα βάσανα των ναυαγών. Καθώς ξεβράζομαι στα πόδια της, νιώθω το ξόρκι της να με μεταμορφώνει. Γίνομαι σαλαμάνδρα και γλιστρώ πίσω στο νερό. Από εκεί, κόντρα στα πέτρινα ρυάκια, καταλήγω στα βουνά. Καλοκαιριάζει. Ένας πύρινος κυκλώνας αφανίζει τα ωριμασμένα κορμιά των δέντρων. Αιώνες πάνε από όταν χάθηκε το ήρεμο βουητό και η θαλπωρή του καύσωνα. Οι κραυγές των παιδιών και τα κρίματα των γονιών τους. Τώρα η Σιωπή, όχι ως απώλεια ήχου αλλά ως απώλεια ακροατή, περιγελά το τίποτα που απέμεινε. Την σκόνη των πλανητών.

Διαβάζω την ιστορία που διηγούνται τα βέλη από το τόξο του Κενταύρου. Μιλούν για βία κοσμικών διαστάσεων. Η βία που γέννησε τα χρώματα πέρα από το φάσμα. Η ύλη των χρωμάτων που γέννησε περισσότερη βία. Κάθε ον εκσφενδονισμένο, όχι στην ζωή, αλλά στον δρόμο για τον θάνατο, κείται σαν ένα κομμάτι κρέας μπροστά στο αδάμαστο κτήνος. Τα δεσμά του Λύκου έχουν σπάσει. Τα λευκά του δόντια τρυπούν το Έρεβος και απειλούν τον Ήλιο. Θα προλάβει κανείς να δει τον μαγικό αφανισμό, ή θα τελειώσουν άδοξα μέσα σε ανορεκτικές σπηλιές; Ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της Κερασιάς, συμβουλεύομαι τον Κόρακα για τα μελλούμενα. Ζητάει προσφορά από οστά, και σχίζοντας το στομάχι μου, του χαρίζω τα κόκαλα από αμύθητα παϊδάκια που δεν χωνεύτηκαν ποτέ. Τα αφήνει να πέσουν χάμω και με ένα μυτερό φιλί μου διδάσκει το απροσδιόριστα ποθητό αύριο. Έτσι ξεκινάει η κατάβαση μου στο ανάποδο βουνό του Ασυνείδητου.

Τώρα, σβήνω τα φώτα και χάνω τις μορφές. Αποτρέπω την πληροφορία. Βλέπω τη Νύχτα. Ύστερα, κλείνω τα μάτια και χάνω το φως. Διακόπτω την επαφή. Βλέπω την Σκιά. Έπειτα, ξεριζώνω τα μάτια μου και χάνω την όραση. Αποβάλλω το ερέθισμα. Βλέπω το Μαύρο. Τέλος, ξεφλουδίζω τον οπτικό φλοιό από την γαλαρία του εγκεφάλου και χάνω τον κόσμο. Αποτάσσομαι την εικόνα. Βλέπω το Σκότος. Διαβαίνω τον δρόμο από την Γνώση στο Τίποτα. Η σκοτεινή θάλασσα του Σύμπαντος, με την ιδιότητα του Είναι του (που δεν είναι), περιέχει το είναι μου (που είναι και ανήκει στο Είναι) και την μελαγχολία μου για αυτό (έτσι δεν είναι;). Ένα ξερό αστείο του Σκότους εις βάρος των θλιβερών όντων της συνείδησης. Η παροδικότητα του είναι κρυφοκοιτάζει το Είναι και το βλέπει όπως πραγματικά -δεν- είναι. Ως Τίποτα. Έρπω ως στην άκρη του γκρεμού και ατενίζω την οικεία άβυσσο. Στο σκότος κρύβεται το Είναι και το Τίποτα. Αδύνατο να τα γνωρίσω, αγωνιώ και ωρύομαι, ενώ ο χρόνος ξανατελειώνει.

Πίσω στο παρελθόν, ή στο μέλλον, δεν είμαι σίγουρος. Από την αόρατη αβεβαιότητα που με τρομάζει, στην αναπόφευκτη αβεβαιότητα που με ηρεμεί. Κοιτάζω μέσα στο σακίδιο. Στην εκστατική μανία της αποδόμησης του εαυτού μου, θυμήθηκα τουλάχιστον να κόψω το υπερκόσμιο μυρωδικό, που φυτρώνει στην άγονη γη της Ανυπαρξίας και αναπτύσσεται νεκρό από το Τέλος του, πριν αρχίσει. Το Μαϊντανώφελο. Πάνε τριάντα χρόνια με όρισμα ρίζα του π στον φανταστικό χρόνο, από όταν άφησα την χύτρα μου να σιγοβράζει στους ηλιακούς ανέμους του Αλντεμπαράν. Δεν ήμουν πια σαλαμάνδρα. Είδα στον ορίζοντα μια μαύρη σημαία να ξεπροβάλλει πίσω από έναν ανέμελο αστεροειδή. Αναγνώρισα το διαστρικό, πειρατικό πλοίο της αρχαίας φίλης και κρυστάλλινης καπετάνισσας, της Φτερωτής Πρίμα-Σίνο. Με νόημα της, πήδηξα στο μεταλλικό της κατάστρωμα και αφού ζήτησα να με πετάξει κάπου κοντά στον αστερισμό του Ταύρου, καθίσαμε να πιούμε απόσταγμα διαστημικής Αραχνίδας, παλαιωμένο σε μαύρη τρύπα τύπου Kerr, και να διηγηθούμε τις πιο απίθανες μας περιπέτειες, αρχαίες και νέες, μιας και ο Χρόνος δεν είχε πλέον ποτέ νόημα. Ταυτόχρονα, αλλά και έπειτα από αιώνες, είδα την χύτρα να συνεχίζει την τροχιά της. Έριξα το απόκοσμο καρύκευμα και προσκάλεσα το πλήρωμα να τους φιλέψω. Ακολούθησαν λαχταριστά γεύματα, έντονες συζητήσεις, ζουμερά όργια και ο άκομψος χορός της συντροφικής έκστασης. Ωραία ήταν, κι ας τέλειωνε το Σύμπαν αμέτρητες φορές στις αιχμές της αέναης επιστροφής.

Λησμονιά Κοκκινιστή με Καπνιστό Τίποτα

Ίσως, το πιλάφι να μην ήταν η λύση. Η μαύρη πίσσα, που απέμεινε από την ύπαρξη, σιγόβραζε στο μάτι. Πέταξα ελιές, ψιλοκομμένη πιπερόριζα, και το μετάνιωσα αμέσως. Έφταιγε η συνήθεια της αγωνίας. Έφταιγε η αμφιβολία. Το μέλλον υποτιμά το παρελθόν, και αυτό μένει ανήμπορο σε στάση ντροπής. Ό,τι και να επιθυμεί, ανήκει πια στο παρελθόν. Το μάτι δάκρυσε και το δάκρυ εξατμίστηκε με έναν τσιριχτό θόρυβο. Δέκα λεπτά αργότερα, η κουζίνα είχε ήδη τυλιχτεί στις φλόγες. Τότε εγώ, με μια βαλίτσα πιλάφι, ξεκίνησα για το σύμπαν. Στον δρόμο άκουγα τα ζοφερά σκυλιά του Άδη, να αλληλογαβγίζονται. Στον ουρανό, πολύχρωμες εκρήξεις και στη γη, γκρίζο τσιμέντο. Το μέλλον περηφανεύεται για την Αβεβαιότητα. Το παρελθόν διστάζοντας φυλάει πολύτιμη τη Νοσταλγία. Είναι ο τρόμος και η θλίψη.

Έριξα μια πεταχτή ματιά στο Παρόν. Πόσο μοιάζει με το Τίποτα. Είναι, χωρίς να Είναι. Η ανυπαρξία του ορίζεται από την ύπαρξη του και το αντίστροφο. Δικαίως αναρωτιέσαι πως είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Δυστυχώς, η αιχμή τέτοιας γνώσης μπορεί μόνο να πληγώσει το νου. Όχι να τον διδάξει.

Έξω από τον χρόνο, οι ίντριγκες μέλλοντος και παρελθόντος περνούν απαρατήρητες. Εδώ η εντροπία έχει εκρηκτικό άρωμα και τραγανή γεύση, δεν παύει όμως να θεωρείται κοινή λιχουδιά, που συνοδεύει τη Σιωπή. Ψεύδομαι. Υποκρίνομαι πως καταναλώνω σιωπή, ενώ ο μεζές είμαι εγώ, όταν με καταβροχθίζει η εξάντληση. Δύσκολα θυμάται κανείς που είχε μείνει, όταν αιωρείται αβοήθητος, παράλληλα στη χρονική διάσταση.

Ένα λεμόνι άνθισε. Από τα σπλάχνα του τράβηξα έναν αρχαίο τόμο, ο οποίος αναστέναξε με παράπονο. Πήγαμε στην Κοιλάδα του Καθαρού Αέρα, για να κοινωνικοποιηθεί με άλλα απόκρυφα κείμενα και να βοσκήσει την ξεχασμένη Μεταφυσική που φυτρώνει στη λάσπη. Για κακή μας τύχη ο συνηθισμένος κόσμος έλειπε. Στη θέση του μερικοί ξεπεσμένοι γέροντες γελούσαν βήχοντας και ένας νεκρός βάτραχος εκπαίδευε τον κροκόδειλο του. Οι ανάγκες μας, πιο αναγκαίες από ποτέ, είχανε πάψει να υφίστανται. Γύρισα πίσω και έβαλα τον τόμο πίσω στη βιβλιοθήκη, λίγο πριν αφανιστεί και αυτή από την πυρκαγιά της κουζίνας.

Η πείνα μαινόταν μέσα μου. Κοίταξα ψηλά προς τον ουρανό και εντόπισα την οριστική περιστροφή του τέλους. Στο κέντρο, ένα θεόρατο χέλι παγιδευμένο σε μαύρα φύκια εκλιπαρούσε να βρεθεί κάποιος για να το απαλλάξει από το βάρος της αυτοσυντήρησης. Άνοιξα τη βαλίτσα με το μαγειρεμένο ρύζι και αποφάσισα ότι είναι μια καλή μέρα για σούσι. Τη γαστριμαργική απόλαυση, ως υπέρτατη πραγμάτωση του Εαυτού, ακολούθησε η σκοτεινή έκσταση, μια διαλεκτική κορύφωση και μια σταδιακή αποπραγμάτωση εκτός εαυτού στην κατάσταση της μη ύπαρξης. Η οιδιπόδεια τύφλωση, που οδηγεί στην αλήθεια, μια αλήθεια που δεν κατανοείται και δε συλλαμβάνεται. Οτιδήποτε δηλαδή είναι πέρα από την αλήθεια, χωρίς να είναι ψεύδος ή πλάνη. Εκεί που η έννοια της αλήθειας αποδεικνύεται πλάνη. Για τόσο καλό σούσι μιλάμε.

Στην άκρη του στήθους μου άνοιξε μια πόρτα, που οδηγούσε σε κάτι σκοτεινό. Μέσα από το σκοτάδι ακουγόταν τρίξιμο σανίδων και ο απαλός κρότος των χειλιών αγνώστου, που κρατάει την αναπνοή του για να μην ακουστεί. Ο αρχαίος τόμος, στάχτη πια, τιναζόταν από κάποιον μεταθανάτιο εφιάλτη. Το τίποτα υπάρχει από την αδυναμία μας να το γνωρίσουμε. Επικυρωμένο από την άρνηση της γνώσης του, περιμένει στο διπλανό δωμάτιο, όπου όταν μπεις, δε βρίσκεις τίποτα. Γιατί το τίποτα βρίσκεται έξω από το ύστατο όριο της γνώσης. Και όμως, κάθε ξημέρωμα, το ακούς τρομαγμένος, όταν τρίζει το πάτωμα από το διπλανό, άδειο δωμάτιο.

Η τέχνη δίνει μορφή στο Τίποτα. Ένα απεχθές, φτερωτό κεφαλόποδο. Μία θεόρατη, ματωμένη γλώσσα του Χάους. Μια αδιάφορη μάζα από δόντια που ονειρεύεται το Σύμπαν. Για να αποκτήσει μορφή το ασύλληπτο και να ηδονιστούμε από τον Τρόμο που μας προκαλεί. Για να κρυφτούμε από τον αληθινό τρόμο. Ένα απόκοσμο τέρας που καταπίνει πλανήτες χωνεύεται ευκολότερα από το Τίποτα, που προσφέρει ακόρεστη απάθεια. Δεν είναι τρόμος η γνώση του Τίποτα. Είναι κάτι χειρότερο, που και αυτό ορίζεται από την ανυπαρξία του. Τα καταστροφικά όπλα που χαρίζει η Γνώση, για να τη σκοτώσεις.

Το πάθος για το Τίποτα, διαρκεί ώσπου να βρεθείς στο κατώφλι του. Έπειτα μένεις εκεί τρομαγμένος και ανίκανος να το περάσεις, εκλιπαρώντας να βρεθεί κάποιος να σε απαλλάξει από το βάρος της αυτοσυντήρησης.

Ας πάω να ελέγξω τους ήχους από το διπλανό δωμάτιο.

Μανιταρόπιτα με Ψιλοκυβίνη και Παρμεζάνα

Έξω από την ώχρα ακούστηκε ο παφλασμός του Υπερπέραντος, καθώς ανήσυχοι νεκροί αντιμάχονταν τα τείχη που χωρίζουν τους κόσμους. Αναπόλησαν τη συνωμοσία της πλάνης και, χειμερινό ηλιοστάσιο που ήταν, επισκέφτηκαν τους καταραμένους ζωντανούς. Καθ’ όλη την ψυχεδέλεια της Αποκάλυψης, ένα ήταν το γεγονός που σημάδεψε ολοσχερώς το νευρικό μου σύστημα, και η γλώσσα ίσα ίσα που ψιθύρισε τις επόμενες λέξεις:
Συμβαίνουν χρώματα.
Οι κραυγές των νετρίνων έσχιζαν και τα εφτά αυτιά της αυτογνωσίας και από την τομή πέμπτης και έκτης διάστασης, το ακατονόμαστο σημάδι προσπαθούσε να μου εξηγήσει τη χρήση αντωνυμιών σε τέταρτο πρόσωπο. Η γάτα είχε πεθάνει μέσα στο κουτί και κάλεσα αμέσως έναν ειδικό να την κοιτάξει. Από το βάθος του πελάγους, το θλιβερό τραγούδι της θαλάσσιας λέαινας έκανε το δάκρυ, κύμα, και γαργάλησε τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών μου που περίμεναν στην άμμο. Αρμονικέ αναγνώστη μου με τα λαχταριστά εντόσθια! Σου ζητώ να αποκηρύξεις την αιχμαλωσία των ζώων στα τσίρκο και στα θαλάσσια πάρκα. Αν θες να ερωτευτείς το αρχέγονο, ξερίζωσε την καρδιά σου, και αφού τη δεις στα χέρια σου να μετατρέπεται σε καλαμάρι, πέτα τη στην απέραντη θάλασσα. Τότε θα δεις τη θαλάσσια λέαινα να την αρπάζει με 40 χλμ/ώρα, και να εξαφανίζεται στο έρεβος του ονείρου. Εκεί κάτω. Στο Δέλτα του ποταμού της. Στις άνομες φλόγες και στην παγωνιά της ατέρμονης επέκτασης. Εκεί που το δάκρυ του μονόκερου ποτίζει τα φύλλα. Τα φύλλα που συλλέγει ο σαγηνευτικός μάγος και τα στέλνει πίσω στον χρόνο, να γίνουν λίπασμα για τον εαυτό τους. Μέχρι το αιώνιο να σκεπαστεί από τη σκιά του λύκου, πριν περάσει και αυτό στην παντοτινή Σκιά.
Το Τέλος του φωτός άρχισε.
Η σκέψη έμεινε να ξαποστάσει στον ζοφερό κρημνό της απάθειας. Ο στόχος της βρισκόταν στο τέρμα της αβυσσαλέας κατάβασης. Μέρος απρόσιτο και συγχρόνως αναπόφευκτο. Οι αιτιακές διεργασίες την οδήγησαν στο ανάθεμα της επιτυχίας της. Στην ακύρωση της.
Για λίγο, τίποτα.
Έπειτα, η ακτίνα του θείου σκότους άγγιξε την κεραία μου. Σήκωσα το τηλέφωνο και άκουσα το άγνωστο να μου λέει Τίποτα. Το μήνυμα απλό: Άρνηση μηνύματος. Μήνυμα που διαβάζεις, χωρίς να το διαβάσεις, και αν αρνηθείς να το διαβάσεις, το διάβασες ήδη. Ευτυχώς, εκτός από Τίποτα, το μήνυμα δεν έγραφε ώρα, οπότε είχα όλη τη μέρα μπροστά μου. Περίμενα να περάσει απέναντι για να συνεχίσω τον δρόμο μου, και αφού πέρασε η μέρα, συνάντησα το παρελθόν με ψεύτικο μουστάκι, να προσποιείται πως είναι το μέλλον. Ανέχτηκα την απάτη του. Νομίζω τη διασκέδασα κιόλας. Δηλαδή, θυμάμαι να διασκέδασα. Μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι κάποτε δημιούργησα την ανάμνηση της συγκεκριμένης διασκέδασης, αν και η λέξη «φαντασίωση» μάλλον αρμόζει περισσότερο. Ομολογώ! Το έκανα για να αποφύγω κάποιον.
Ο θάνατος και η ψιλοκυβίνη αποτελούν ασταθή συνδυασμό.
Ακόμα και στον αιτιοκρατικό, τετραδιάστατο χωροχρόνο, ο Θάνατος τείνει να είναι δύσκολη παρέα. Όχι, για αυτόν που φεύγει μαζί του. Ούτε τόσο πολύ για αυτόν που περιμένει αμήχανα δίπλα του, ψάχνοντας κάποιο θέμα συζήτησης. Για αυτόν που τον ξέρει. Για αυτόν που απέκτησε οικειότητα μαζί του. Για αυτόν που μπήκε στο σπίτι του και, αντί για ένα κρασί, ή ένα κουτί με γλυκά, του έφερε ένα κενό και το άφησε μέσα. Μία άρνηση της ύπαρξης. Σαν φιλοσοφικό σκοτάδι, με την εξαίρεση πως, όταν τη διαπερνάς, νιώθεις τα σπλάχνα σου να αρρωσταίνουν και το σάλιο σου να στεγνώνει. Ο θάνατος του Εγώ, έρχεται όταν αποκτάς οικειότητα με το άγνωστο. Όταν έρχεται ο Θάνατος, η απώλεια αποκτά οικειότητα μαζί σου.

Ο θάνατος του Εγώ, δε θα έρθει ποτέ. Είναι όμως ο προορισμός, μέχρι να έρθει ο Θάνατος.

Σκαρφίστηκα μία δικαιολογία και το έσκασα σαν ασπρόμαυρος φυγάς, μέχρι να βρω πάλι τα χρώματα. Τα βρήκα σε τριχωτές υφές γύρω από ένα καστανό μάτι. Σε καθησυχαστικούς ψιθύρους της παγωνιάς στο δέρμα. Στην αδιάκοπη ηρεμία που τραγουδούν τα γερασμένα βουνά. Καταστάλαξα στην Άνοιξη του Έρωτα.

Ο έρωτας του Άλλου, δε θα έρθει ποτέ. Είναι όμως ο προορισμός, μέχρι να έρθει ο Έρωτας.

Άκουσα μερικούς χτύπους από το παράθυρο της κουζίνας. Ήταν ένα σπουργίτι με ολόσωμη φόρμα εργασίας και μία μικροσκοπική εργαλειοθήκη στο ένα φτερό. Άνοιξα.
«Είμαι ο κβαντικός μηχανικός. Ειδοποιήσατε για μια νεκρή γάτα, σωστά;», μου τιτίβισε.
Του έδειξα το κουτί και πήγα να ετοιμάσω λίγο κανναβούρι για κέρασμα.