Περιφραγμένος από τόμους, απελπισμένος στην απομόνωση από την εξάντληση της ύπαρξης, κοίταξα έξω και θυμήθηκα πως έχει φτάσει η Άνοιξη. Ο εκπληκτικός κολυμβόσαθος, ο εμπνευστής του φαλλού, αιωρούνταν ανέμελος στον ουρανό και με χαιρέτησε πονηρά. Κάποτε, συνειδητοποιούσα την αγάπη αργά, κυρίως λόγω αναστατώσεων χρονικής διαστολής. Πλέον, έμαθα να στρεβλώνω τις συναισθηματικές μετακινήσεις μου σε μία λωρίδα Möbius, και να ταξιδεύω κάθετα, σε διαστάσεις που μου αρνούνταν η φύση μου. Με αυτόν το τρόπο μάλιστα, φτάνω πολύ νωρίτερα από τα φωτόνια που έχω ανακλάσει και βρίσκω χρόνο να καπνίσω την πίπα μου και να μελετήσω τις προφητείες του Δρυ από τον ναό της Δωδώνης. Οι αποκρίσεις αυτών των αναζητήσεων με εκπλήσσουν, όχι πάντοτε θετικά, σίγουρα όμως με την αναγκαιότητα της επιστροφής στον εσωτερικό μου, μυστικό κόσμο. Τις περισσότερες φορές βρίσκω ένα πένθιμο κενό, ωστόσο δεν πτοούμαι. Ο μυστικιστής πάντοτε ερωτεύεται την απουσία.
Έχει ειπωθεί πως η ψυχή του ανθρώπου οδηγείται από δύο άλογα. Αυτή την στιγμή στη δική μου έχουν μαζευτεί πάνω από τριάντα και ακούω να έρχονται κι άλλα. Στα πόσα άλογα αποδομεί κανείς την διαρχία του συναισθηματικού Γίγνεσθαι; Πολλά χρώματα, που τα περισσότερα δεν ανήκουν καν στο οπτικό φάσμα, τυφλώνουν την σκέψη, υπερθερμαίνουν την φαντασία, ή δημιουργούν καρκινώματα στους στοχασμούς μου. Το αποτέλεσμα, αυτή η σούπα του Λόγου από την οποία συχνά κάτι λείπει, κι όταν σπάνια πετυχαίνω τη γεύση, η ποσότητα δεν φτάνει για να χορτάσεις.
Τελετές της σάρκας στις απόμακρες νησίδες του χρόνου. Μια ρωγμή άνοιξε στις διαστάσεις και από μέσα έσταξε μια σταγόνα αίματος στο χώμα. Στο σημείο που έπεσε, φύτρωσε μια αρχαία ανάμνηση από το μέλλον. Χρόνος προς υπάρχειν. Χρόνος του είναι προς θάνατον. Η ανία, ως ανοιχτό σύνολο της ύπαρξης, ορίζει την άρνηση της και με αυτή επιβεβαιώνεται. Ατομικότητα και συλλογικότητα. Οι αντιθέσεις αλληλοσυμπληρώνονται. Ο Χρόνος περνάει. Δεν κάθεται για ένα «γεια», να πιει έναν εσπρέσο, να δει τι κάνεις… Και η ώρα πέρασε, κι ούτε αυτή την είδαμε λίγο, να ανταλλάξουμε νέα, να την χαρούμε. Ούτε τα περασμένα μεγαλεία αποτυπώθηκαν επαρκώς, έγιναν περασμένα ξεχασμένα. Εγκαταλειμμένος, σε ελεύθερη πτώση προς την Άβυσσο, έχοντας αφήσει την ψυχή μου πίσω, σκέφτομαι: δε βαριέσαι, θα περάσει κι αυτό. Ο χρόνος είναι δημιουργία, είναι και καταστροφή. Πάνω από όλα ο Χρόνος είναι Ανία. Ανία που προκύπτει από το παράδοξο της επιθυμίας να μετουσιώνεται το Γίγνεσθαι σε Είναι. Έτσι χάνεται η στιγμή και το μελάτο αυγό, γίνεται σφιχτό.
Το GPS έγραφε «Κωκυτός». Ροή από αιματοβαμμένα χέρια του πάθους. Ενοχικές κραυγές αγωνίας. Ο θρήνος της Μίνθης, καθώς τρομαγμένη κρύβεται από το μένος της Άνοιξης. Επόμενη στάση για καύσιμα στα 10 χλμ. Η καθημερινότητα παραπονιόταν ενοχλητικά. Ήθελε να κάνουμε στάση για τουαλέτα. Στον ορίζοντα, το τέλος διαλυόταν σε στατικό θόρυβο. Σταμάτησα σε μια άκρη απρόθυμα, μα δεν το έδειξα. Γιατί ποτέ δεν το δείχνω; Φυσικά, ήταν ήδη αργά. Το σκάφος μου τυλίχθηκε στις φλόγες και από το πεδίο αστεροειδών ξεχύθηκαν τεράστιοι ελέφαντες καταστρέφοντας πλανήτες και δορυφόρους στο διάβα τους. Η περίσταση έμοιαζε να κορυφώνεται. Ευτυχώς είχα πάνω μου, σε μια σχισμένη σελίδα πενταγράμμου, ένα εκρηκτικό κρεσέντο. Άλλος ένας επικός θάνατος. Η αντίθεση της ζωής, άρα και της Ανίας. Ο πιο απόκρυφος ερωτισμός, αυτός στον οποίο ο εαυτός χάνεται ολοσχερώς.
Μετά τον θάνατο, η αναγέννηση. Η αιώνια επιστροφή. Ο νησιωτικός φλοιός υφαίνει τους νευρώνες του γύρω από τον αρχέγονο μου νου. Το τίποτα συγκεντρώνεται πάλι στο Εγώ και ψηλαφίζει το χώρο. Από το επέκεινα, πίσω στην πραγματικότητα. Ως Πραγματικότητα ονομάζω τη φαντασία που γεννιέται από την ψευδαίσθηση ενός αυτοπροσδιορισμένου Είναι. Ο έρπητας των ανησυχιών και του άγχους απλώνεται στον πολτό από δέρμα, μύες και κόκαλα που αποτελούν την νέα μου ύπαρξη, σηματοδοτώντας την αναγκαιότητα του επόμενου θανάτου. Οι Νόμοι και η Ηθική, θεότητες του πολιτισμού εναντιώνονται μάταια στους αρχέγονους τιτάνες. Τον Τρόμο και την Αδιαφορία. Χύνομαι μαινόμενος στο πεδίο της μάχης τους και λούζομαι με αστραπές και λάβα, ώσπου να θυμηθώ τον Πόνο. Και τον θυμάμαι. Και μετά είναι αργά. Ξεγελάω τους εαυτούς μου με επιλογές. Ας μην ξεχνάμε: ως αντίθετο του ντετερμινισμού ορίζεται η τυχαιότητα, η οποία επίσης δεν συνεπάγεται την ελευθερία της βούλησης. Ποιός λόγος υπάρχει για να δεχτούμε αυτή την αυθαίρετη ιδέα; Η τελευταία επιζώσα θεότητα κατέβηκε από την μηχανή της και άναψε τσιγάρο. Έπειτα μου εκμυστηρεύτηκε πως ούτε αυτή ξέρει.
Το διαστημόπλοιο του Εωσφόρου διέσχισε το αμυδρά φωτισμένο σκότος, σημαίνοντας τον φόνο της τελευταίας εξουσίας. Η ορθάνοιχτη πύλη του Χρόνου με κοίταξε απειλητικά και έφαγα τα λέπια μου από το άγχος. Η μάστιγα των άστρων ενσωματώνει ασύμμετρα τον φόβο και την ελπίδα. Κι ας αιωρούμαι ημιθανής στις άκρες του νέφους του Όορτ. Τα όρνια καταβροχθίζουν τις σάρκες μου. Αξέχαστος θάνατος. Ξανά.