Κοσμο-αγωνία

Στην αρχή ήταν το Τίποτα. Ουσιαστικά, δεν «ήταν». Και πρακτικά δεν ήταν στην αρχή, ξεκίνησε λίγο νωρίτερα. Ένα Χάος ασύλληπτο με χρώμα ελαφρώς βιολετί. Δάχτυλα δεν υπήρχαν, αν όμως τύχαινε και ξεπηδήσουν από κάποια ετεροχρονισμένη κίνηση, θα ένιωθαν ένα πηχτό ιξώδες, σαν του μελιού, το οποίο παραδόξως θα ήταν ανάλαφρο και άνετο. Το Χάος, το διέσχιζε αέναα η Ύπαρξη, μια ρευστή, εβένινη σκιά, που προερχόταν από την ίδια της τη φαντασίωση. Κάθε πτυχή της ήταν ο αυτοαναφορικός φλοιός της προηγούμενης, μέχρι το ανύπαρκτο κέντρο της, το οποίο αποτελούσε και το όλον της. Σκοτεινό, αδιάστατο Κρεμμύδι χαρακτηρίστηκε μόλις από τον συγγραφέα.

Ξάφνου, ξέσπασε μία σφοδρή, απόκρυφη καταιγίδα με αίτια από εδώ, αποτελέσματα από εκεί, και πριν το πάρει χαμπάρι, ο Χρόνος είχε ήδη ξεκινήσει να τα συμμαζεύει. Δε θυμόταν την προέλευση του και ένιωθε ότι όλα ξεκίνησαν με αυτόν, οπότε ανέλαβε την ευθύνη της Ύπαρξης. Είχαν μαζευτεί κάμποσα αίτια και αποτελέσματα. Χρειαζόταν έναν αποθηκευτικό …Χώρο! Κοίταξε μέσα του και βρήκε τον Χώρο να φουσκώνει (ίσως εξ αρχής, αλλά δε θυμόταν και κάτι αρχαιότερο). Τον χώρισε σε φυσαλίδες και άρχισε να ταξινομεί τη συλλογή του σε αιτιακές σχέσεις. Ο,τι περίσσεψε το ονόμασε κβαντομηχανική και, αφού το χώρισε σε πολύ μικρά κομματάκια, το έκρυψε κάτω από την κλίμακα Πλανκ. Έπειτα ακολούθησε το περίεργο κομμάτι.

Ένας θεόρατος όγκος απέκτησε υπόσταση. Ο Άπατος Αίαντας με τα σιδερένια του δόντια κρατσάνισε το μεδούλι του Γίγνεσθαι και ο ζωμός του Δέους απλώθηκε αφειδώς. Έσταξε στις αλυσίδες των χεριών του και τις έγλειψε λαίμαργα. Ό,τι ρεύτηκε έγινε ουρανός και το υπόλοιπο, απέραντα βουνά. Στις πρώτες παγωμένες δίνες του κενού, ακούστηκε το τραγούδι των όντων. Καλοντυμένα τρωκτικά ταξίδευαν στις αιχμές των αστεροειδών, και έψαλλαν τα εγκώμια της δημιουργίας. Οι στίχοι κατέληγαν σε μνήμες από το μέλλον, αποκαλύπτοντας την αβάσταχτη επανάληψη της καταστροφής και τα όντα που θα αφιερώνουν τα απογεύματα τους στο να μαραζώνουν για χάρη της.

Ένας κρότος τάραξε τον Χρόνο, και έχασε 346 πολύτιμα μικροδευτερόλεπτα. Μέσα στον γυάλινο σωλήνα συνέβη η παραμικρή διαταραχή. Από το ηλεκτρικό νέφος άνοιξε ένα μάτι λεοπάρδαλης και η πνιχτή φωνή του Όσο αναδύθηκε από το Υπερπέραν. Η φωνή έπαψε, το μάτι έκλεισε, και κάνεις ποτέ δεν έμαθε τι ήθελαν. Μονάχα πίσω από το Σύμπαν, μία συστάδα κεραυνών και δαιμόνων βρήκαν τον χαμένο χρόνο και αφιερώθηκαν στη μελέτη του. Στην πορεία χάθηκαν στην ψευδαίσθηση της μοναδολογίας και του Εγώ, και πήραν το όνομα Μάξιμος Φάγαναξ, ο μελαγχολικός επιστήμονας. Οι απίθανες περιπέτειες του περιγράφονται στην έκτη διάσταση του παρόντος κειμένου.

Πίσω στο Σύμπαν. Ένα αφηρημένο γλουόνιο έφυγε χωρίς το φορτίο του σε πεδία αδιάβατα. Στην άλλη άκρη του σύμπαντος, ένα διαφορετικό γλουόνιο ένιωσε ένα αλλόκοτο προαίσθημα. Κανένα τους δε θα ήταν το ίδιο γλουόνιο ποτέ ξανά. Ο φλογερός κρόκος κατέρρευσε από τη μαζική του φύση. Από του πόλους του, μελάτες ακτίνες εκτοξεύτηκαν στο σύμπαν ουρλιάζοντας με άχρονες κραυγές. Η καυτή τους δροσιά αφάνισε πρόωρα μερικούς βρεφικούς πλανήτες, κάτι που σήμερα φαντάζει αποτρόπαιο. Ωστόσο, δεν είναι σωστό να κρίνουμε τη συμπεριφορά κοσμικών Κρόκων από το Υπερπέραν, με βάση τις αξίες της παροδικής μας κουλτούρας. Έτσι, τα κανάλια της ανυπαρξίας
συνέκλιναν στον μονόλιθο του Ερέβους, ώσπου να αναδυθεί ένα φλεγόμενο μάτι, για να απαιτήσει λατρεία από τη Συνείδηση. Στον χωροχρόνο ήχησε αυγό. Τα όντα της αλλαγής δεν άκουσαν τίποτα.

Ντροπαλά άνθη έγραψαν στιχάκια στους αρχαίους κορμούς, τα οποία απαγγέλλουν τα δέντρα από τις κορυφές τους, μία λέξη ανά αιώνα. Προσεγγιστικά πάντα. Η άγρια ομορφιά του τοπίου με το άφατο όνομα εκτυλίχθηκε μπροστά σε εκατομμύρια αισθητήρες με κέντρο την Ηδονή. Στο βάθος της κοσμικής θάλασσας, η πράσινη σπείρα της ζωής έπλεε σε σχεδία θανάτου. Στην πρώτη επίκληση, ο λάκκος παρουσιάστηκε ως ισχυρός φίλος. Έπειτα χάθηκε στις ομίχλες και στις ταφόπλακες. Όταν επέστρεψε, εμφανίστηκε ως ισχυρότερος εχθρός. Μύκητες εξαπλώθηκαν στις ρίζες και τα κλαδιά της συνείδησης, ενώ γάλα έσταζε στην κλειτορίδα του Ιππόκαμπου. Μια τελευταία κλιμάκωση πριν τον απόλυτο παγετό.

Στέγνωσε ο οίστρος. Έμεινε μονάχα η αγωνία.

Τουρλού με υπερσυμμετρικά σωματίδια μαγειρεμένα στα 15TeV

Να μην είσαι τρελός γνωρίζοντας τον κόσμο γύρω σου… Αυτό και αν είναι τρέλα. Αποδεκτή άρνηση ενός απαιτητικού Παραλογισμού. Στον υγρό πάγκο της κουζίνας κείται αυτό που υποβόσκει στο παρασκήνιο του υποβάθρου. Το ανείπωτο, το τρομερό, το ασύλληπτο. Αυτό που ξεκινάει από τον νου, και με μία κάθετη τομή σχίζει το Είναι στη μέση και σε παρατάει βουβό, να ουρλιάζεις. Αυτό θα μαγειρέψουμε σήμερα λαχταριστοί μου αναγνώστες.

Ένα κερί λιώνει όλο και πιο κοντά στο τέλος του. Κάθε πηχτή σταγόνα κυλάει σαν ροδοπέταλο στο γυμνό κρανίο του ντετερμινισμού. Το σύμπαν γίνεται ολοένα και περισσότερο ανοίκειο, καθώς διακρίνονται τα πίξελ της πλάνης. Επείγει επανεκκίνηση, λείπει όμως το κατάλληλο πλήκτρο. Στη θέση του ένα μήνυμα που γράφει «Δεν ήμουν ποτέ εδώ». Στη θέση των ματιών, κρέμεται το ίδιο μήνυμα ανάποδα. Άδεια μάτια ανοίγουν και κοιτάζουν τον ασημένιο τοίχο, που δε χαίρει γωνίας. Χαίρει όμως Αγωνίας. Στον πάτο της χύτρας, η θερμοκρασία αυξάνεται και ένα ελάφι ανθίζει από τα ματωμένα πόδια. Η γνώση εδώ κρύβεται από την ανοησία. Ως πότε θα υποχωρεί;

Η έξοδος βρίσκεται πάνω, στον νυχτερινό ουρανό. Η Σελήνη, θρυλική μάντισσα του θέρους, εξομολογείται το αιματοβαμμένο παρελθόν της. Έπειτα το ξόρκι σπάει, καθώς τη διαπερνά η Απόλυτη Σιωπή. Σκυμμένη σαν τρομερός κύκνος εγκαταλείπει τα μυστικά της και η ομορφιά αποχωρεί. Στρέφει σχολαστικά τις υπερχορδές του πεπρωμένου προς την κατάρρευση και, καθώς τα σχέδια της πραγματοποιούνται, αυτές δονούνται αισθησιακά ανάμεσα στα εκατομμύρια πόδια της. Η γη χάνεται από κάτω τους. Το Νόημα αντικαθίσταται από άπνοια.

Τα όντα της άγνοιας ξεκουράζονται γαλήνια στα καταφύγια τους. Έξω ο θάνατος μαίνεται σαν τον όγδοο άνεμο του φθινοπώρου. Ο ήχος τα νανουρίζει γλυκά για την ώρα, υποσχόμενος να τα κοιμίσει για τα καλά, όταν θα έρθει η ώρα. Η διπλή όψη των άστρων ξεγελάει με ελπίδα. Στην πραγματικότητα λιώνει τη σάρκα αργά και ανεπαίσθητα, μέχρι την εξάτμιση. Ο Μπαφομέτ προτείνει τη Σελήνη. Οι φουσκωμένοι του μαστοί επιμένουν στην επίγεια συνέχεια. Ο γαλαξιακός βραχίονας μεταμορφώνεται στην Αστροκράτειρα Τίγρη και κρατάει μία πίτσα. Βρυχάται:

Εγώ είμαι η Ώρα. Η πίτσα έχει τη γεύση της Φιλίας. Όποιος διαβεί το Τέλος σε μάταια αγρύπνια θα μεταλάβει.

Κάποιος ψιθύρισε «…και θα καταλάβει». Αργότερα κατάλαβε. Για τα όντα της Γνώσης η ώρα δεν περνάει με τίποτα.

~

Στη φλούδα ενός καλαμποκιού διαβάζει κανείς το παρακάτω απόσπασμα:

Ποια είμαι; Τα γυαλιά ηλίου μου αφήνουν το τρίτο μάτι απροστάτευτο. Η κάπα μου φλέγεται, όμως δεν ανησυχώ καθόλου. Όχι, δε θέτω κάποιον γρίφο για έξυπνους λύτες, ή πλανόδιους διαρρήκτες της Μέσης Γης. Αναρωτιέμαι ρητορικά. Τουλάχιστον όσο γράφω αυτό το σημείωμα. Δεν ξέρεις ποια είμαι; Η κόλαση που είπες πως έζησες, φαντάζει παράδεισος εδώ στο μέλλον που κληρονομήσαμε.

Το καλαμπόκι είχε τίτλο «Και η κόρη έγραψε στον πατέρα».

~

Έπειτα από τα παραπάνω ακολουθούσε μία πολύ καλή εξήγηση για το νόημα τους. Δυστυχώς, όμως χρησιμοποιήθηκαν εύφλεκτες παρενθέσεις με αποτέλεσμα να χαθεί στις φλόγες. Ευτυχώς, δεν υπάρχει ευθύνη για εξηγήσεις. Είναι πλέον αργά, όπως έλεγε και ένα πεσιμιστικό ρολόι στις εκάστοτε πληγές της απάθειας. Στο μάτι του κυκλώνα ελήφθη μήνυμα από το μέλλον, και έμεινε στο «διαβάστηκε».

Ο Γράμμος του Φιγκαρό

Στα όρη, στα ψύχη, στ’ ανοιχτά
Ορά η ψυχή την Άνοιξη.
Αυτή εκεί. Ανατολή.
Αυτιά ακούν Ανίας τέλος.

Το οτιδήποτε αγανάκτησε από το πουθενά, με το παραμικρό. Το παραμικρό παρεξηγήθηκε, αλλά στην τελική, όταν το οτιδήποτε βγήκε από το πουθενά, μόνοιασαν κατευθείαν.

Οι κακόφωνες σειρήνες του κάτω κόσμου, ίσα που ακούγονται εδώ πάνω.

Απέραντες διαστάσεις κουλουριασμένες σε πεπερασμένες διαστάσεις, στέκονται να ξαποστάσουν. Συστάδες από ακονισμένες οδοντοστοιχίες. Στάζουν τα σάλια τους και στενεύει το στόμα μέχρι την σωματική σύνθλιψη, εις την συσκότιση των σφραγισμένων σιαγόνων. Σήψη πια. Σήψη και σκότος. Κάτι μέσα στον λευκό μονόλιθο πάλλεται τρομερά. Προστατεύεται από τα παγωμένα άκρα αρχαίων πλατωνικών ονείρων, που εξολόθρευσε η Ματαιότητα της κατάκτησης των βουνοκορφών. Χώρος, χρόνος, μάζα-ενέργεια και λοιπές κρυμμένες μεταβλητές της ύπαρξης χύθηκαν από την παλέτα των ν-βρανών και ζωγράφισαν μια τετραδιάστατη αλληλουχία αιτιότητας. Μινιμαλιστική μελέτη στο Τίποτα!

«Ηρέμησε», της είπε. «Μην σπαταλάς ενέργεια κρατώντας κακίες».
«Αυτές τις δυτικοθρησκευτικές δομές της κακομοιριάς και της υποχώρησης να τις χώσεις στον πάτο σου, αφού πρώτα φας έναν κουβά σκατά μωρή ηλίθια, που θα ανεχόμαστε καρτερικά τον κάθε μαλάκα!», αποκρίθηκε εκείνη καλπάζοντας στην ηλιαχτίδα της.

Έβδομος Κύκλος της Κολάσεως, και άλλα 20 μέρη να αποφύγετε για τις καλοκαιρινές διακοπές

Τα πάθη και οι συμφορές κατάντησαν κοινότυπη καθημερινότητα. Αρνούμαι να συνεχίσω να αναφέρομαι σε αυτά. Θα κρυφτώ βαθιά μέσα στη νέα, ολοένα και πιο γραφική τους φύση και θα αποχωρίσω περήφανα, ως δειλός στο κενό που ορίζεται από την ανυπαρξία. Ας μιλήσω τώρα για τις συμφορές και τα πάθη μου.

Στις τελετές της Τοσκάνης διάβασα για το πλοκάμι του Σαμάνου. Άδειαζα αδιάκοπα το γευστικό περιεχόμενο του στομαχιού μου στο γρασίδι, έπειτα από ένα πολυτάραχο αστρικό ταξίδι (ενδεχομένως η τεκίλα και οι ψυχοτροπικές ουσίες να μην αποτελούν συνετό ταξιδιωτικό κολατσιό). Ο εμετός γονιμοποίησε το μαγικό χώμα. Φύτρωσε ένα χρυσό λουλούδι που άνθισε σε έναν επιβλητικό, φλεγόμενο βασιλίσκο. Το ανοιχτό ράμφος του ήταν ο ρόμβος που άγει τα σαμανικά πεδία. Έτσι έκλεισε το κύκλωμα για το πλοκάμι που ποτέ δεν ανταποκρίνεται στη διαύγεια, ωστόσο χαρίζει απλόχερα τα μυστικά του στους παράφρονες, έστω και προσωρινά. Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν. Το ίδιο και οι κολλώδεις βεντούζες μας. Μία ηλεκτρική καταιγίδα διατάραξε τα νεύρα μου και μεταφέρθηκα στον απέραντο και σκοτεινό Ωκεανό. Το πλοκάμι και το σώμα μου, μία μάζα πλέον, φορώντας πεταλίδες και τη βλέννα της αλμύρας, ανακάλυπταν νέο φάσμα από μεταφυσικές απολαύσεις. Ποιος από την έκσταση του θα θελήσει να βγει, αφού μάθει για τις διατροφικές του συνήθειες; Μια δαγκωνιά στο σοκολατάκι της αλήθειας φαντάζει ηδονική, ωστόσο κρύβει στο κέντρο της την πικράδα της εγγενούς αβεβαιότητας. Μια αίσθηση θλιβερή, μα συνάμα εθιστική. Ένιωσα το φαύλο, μαλακό μαστίγιο να σκίζει τη σάρκα και την Ηδονή που παρέχεται κατά την αφαίμαξη. Διάρκεια: Παντοτινή.

Έπειτα από ατελείωτους αιώνες κατανάλωσης των ανίερων υγρών του, και συνειδητοποιώντας ότι πέρασε η ώρα, ανέκτησα την αίσθηση της μονάδας και ετοιμάστηκα να φύγω. Έστριψα στον τρίτο διάδρομο δεξιά αναζητώντας την τουαλέτα. Βρέθηκα σε άλλη διάσταση. Ερπετόμορφες σειρήνες τυλιγμένες σε πελώρια, θυμωμένα βράχια τραγουδούσαν για δαιμονικά σπαγγέτι από το απύθμενο κενό του Ερέβους (ήμουν άραγε ακόμα χαμένος στην έκσταση). Υπέθεσα ότι δε θα ενοχληθεί κάποιος στο Έρεβος, αν κατουρήσω μέσα. Τα ανίερα δαιμόνια των υδατανθράκων είχαν διαφορετική άποψη. Η αναπόφευκτη μάχη έλαβε μέρος στα σύνορα του ωκεανού. Η αλόγιστη μανία τους ενάντια στην ακόρεστη λαχτάρα μου για αλ ντέντε ζυμαρικά. Ήταν η νύχτα που οι σειρήνες θρήνησαν τους χθόνιους αφέντες τους και εγώ σωριάστηκα στην άμμο για 37 χρόνια να χωνέψω.

Όταν η ικανότητα μου να περπατήσω επέστρεψε, περιπλανήθηκα στην παραλία με ένα ζεύγος μεθυσμένων προφητών και ένιωσα για μερικές στιγμές την απελευθέρωση από την κοινοτοπία. Στο βάθος, σε ένα χωράφι με στάχυα, ο Θάνατος θέριζε μερικά άτυχα παιδιά της Ανατολής. Φορούσε χρωματιστές γιρλάντες και έκοβε τους άγουρους καρπούς χορεύοντας. Επανήλθε η ντροπή για τη φύση μου και επέστρεψα στα πάθη και στις συμφορές. Αφουγκράστηκα για άλλη μία φορά τη ρύθμιση της παγκόσμιας αγοράς να αναλαμβάνει γενοκτονική δράση. Σμήνος μικροσκοπικών αχινών γαργαλούσαν τις ύστατες αντιστάσεις μας, και οι προνομιούχοι χάζευαν τον μύθο της ειρηνικής αλλαγής να κυλάει ενοχλητικά από τον πρωκτό τους, στα βουλωμένα φρεάτια των υπονόμων. Κάθισα στο χείλος του γκρεμού και για να απαλλαγώ από την οργή άφησα το παρακάτω σημείωμα στον άστατο καιρό.

Όταν η οργή, ένα φωτεινό σημείο τεράστιας ενέργειας, ακουμπήσει την παλάμη του χεριού, τότε ασκεί ασύλληπτη έλξη στη γροθιά και την κρατά κλειστή. Μία στιγμή αρκεί να αντέξεις τον τρομερό πόνο της αντίστασης, ώστε να την αφήσεις να πέσει χάμω και να απαλλαχθείς. Ειδάλλως, της επιτρέπεις να σε αφυδατώσει. Η στροφή στη διαστροφή γεννιέται από τη συνειδητοποίηση της βλακώδους κτηνωδίας που ονομάζεται «ανθρώπινη φύση» και της απόγνωσης που την ακολουθεί. Όταν η ασφάλεια, η αγάπη και η αθωότητα στερέψουν, προκύπτει η εξής επιλογή: απελπισία ή χαιρεκακία. Φυσικά, ο δυτικός θεατρινισμός συντηρεί ακόμα κάποιες ψευδαισθήσεις αρετής για τους αδαείς και τους ελαφρώς προνομιούχους. Απευθύνεται σε ανθρώπους με εξαιρετικές αντιστάσεις στην πραγματικότητα και με γενναία δόση εθελοτυφλίας.

Ένα λεπτό κόκκινο τόξο σελήνης φάνηκε δυσοίωνα μόλις σουρούπωσε. Η άγρια και συνάμα θλιβερή ομορφιά του αφανισμού. Ο λειμώνας της ευδαιμονίας παραμένει στο ίδιο σημείο του ορίζοντα, παρά τα ατελείωτα βήματα. Κάθε μέρα ένα μικρό μέρος του σώματος ξεπροβάλλει από τον τοξικό βάλτο. Το παρελθόν έχει ήδη μολύνει αμετάβλητα την πλάτη με τερατόμορφους μύκητες. Καταδίκη για τα εναπομείναντα μερόνυχτα της – περιστασιακά εύηχης – πορδής που ονομάζεται ζωή.

Άλλος πλανήτης, ίδια ατμόσφαιρα. Λαγός, αλεπού, αγριόχοιρος και βουβάλι, πέρασαν με τη σειρά, με κάθε επόμενο να κατασπαράζει το προηγούμενο. Στο τέλος όρμηξαν τα πουλιά. Πίσω στην καλύβα, που δεν υπήρχε πριν λίγη ώρα, οι τελευταίοι επιζώντες έβλεπαν τον εμετό και την αρρώστια να χύνεται από μέσα τους. Στους τοίχους και στα πατώματα κάτι είχε χαράξει κόκκινα γράμματα, πληγές στο όνειρο. Έβαλα βαθμολογία 1 αστέρι και αποφάσισα να μην παραθερίσω ξανά εδώ.

Εφαρμοσμένος Μηδενισμός

Η πλάνη του Εγώ, ριζώνει στο άγονο έδαφος του τραύματος. Ζει και αναπτύσσεται τόσο ήπια στον Πόνο, μέχρι το σημείο να φοβάται για το τι θα απομείνει από το Εγώ, αν αποφασίσει να απαλλαγεί από αυτόν. Κάθε απειροελάχιστη ψηφίδα της χρόνιας απελπισίας μεταμορφώνεται σε ένα δομικό κύτταρο του σώματος. Τα αμέτρητα κύματα της σκέψης φαντασιώνονται και πλαισιώνουν την ύπαρξη τους σαν την αιχμηρή κορυφή κάποιας ορισμένης γραφίδας που διασχίζει το Μέλλον. Νιώθει ανάγκη για σημασία, ωστόσο το μόνο που καταλήγει να έχει σημασία, είναι η δυστυχία. Το αντίδοτο σε αυτή τη μίζερη περίπτωση είναι ο θάνατος του Εγώ κάθε μορφής.

Το φιλοσοφικό Εγώ είναι σαν το γιαούρτι. Κάποιοι το προτιμούν ρευστό, άλλοι παχύρρευστο. Όπως αυτό, το Εγώ θρέφει τους ανώριμους νέους και αποτελεί βολική τροφή για τους ηλικιωμένους, όταν πια χάνουν την ικανότητα να επεξεργαστούν αυθεντική τροφή. Η μικροδομή του βασίζεται στην ψευδαίσθηση και στη ματαιότητα, που σαν τον γαλακτοβάκιλο και τον στρεπτόκοκκο, μετουσιώνουν το ένστικτο και την επαναληπτική αυτοαναφορικότητα σε όξινο περιβάλλον για την αυτοσυντήρηση του. Απροσδιόριστος, πλατωνικός βρόχος με αέναο αυτοσκοπό την ανατροφοδότηση της ύπαρξης του. Οτιδήποτε, αρκεί να ξεχαστεί η σιωπή.

Η σιωπή είναι παρουσία. Έχει μορφή και αυστηρό σκοπό. Ορίζεται από τη «απουσία» και ξεγελά τους αφελείς. Η χορωδία του Θανάτου σηματοδοτεί την άρνηση. Η παρθενική δόμηση ακούγεται στα ραδιοσκόπια με ήχους αστρικής έκρηξης. Η αποδόμηση κονιορτοποιεί το κρανίο για να βρει γνώση μάταια, και επιπλέον μένεις χωρίς κρανίο, χωρίς υποστήριξη του αηδιαστικού οργάνου της αντίληψης. Η μεταδόμηση αντιπροσωπεύει κάτι σαν τη βιομηχανική επανάσταση: φαντάζει πολλά υποσχόμενη, μα το σινιάλο του Ερέβους έχει ήδη δρομολογηθεί. Κι όμως… Υπάρχει ευδαιμονία στην ενδιάμεση περιοχή της υπαρξιακής κοιλότητας. Μιλάω για την απουσία της αγωνίας που συνοδεύει την ανάγκη της μοναδικότητας. Η φθορά της καθημερινότητας με το βέλος στο μέλλον, παράγει διαδοχικές δονήσεις αγωνίας, μέχρι να κατασταλάξει στην απελπισία. Εκεί παρουσιάζεται η πρώτη ευκαιρία για τον θάνατο του Εγώ.

Καλωσορίστε το Τίποτα. Ωμό και εκλεπτυσμένο. Σε μια απροσδιόριστη θέση της ερήμου, κάτω από τη Μεγάλη Άρκτο. Σε μια αόριστη στιγμή της απραξίας, πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη. Ο αυτοπροσδιορισμός μας κλείνει τον δρόμο, σαν ένας καθρέφτης που προσπαθούμε να παραβιάσουμε με κλειδί. Ένας σωρός δομών, για των οποίων την απώλεια θα αδιαφορούσαμε τόσο, όσο νοιαζόμαστε για τη διατήρηση τους. Η ζέση για δυαδικότητα, διαχωρισμό και δηλώσεις αποτρέπουν το τραύμα της ενόρασης. Αναζωογονούν το Εγώ. Εξορκίζουν τους εχθρούς του. Διατηρούν τον επίγειο δεσμό. Παρόλα αυτά, η Λέξη της κατάρρευσης, χαραγμένη στο μέτωπο μας, αναμένει την ευκαιρία να τρυπώσει στον εγκέφαλο. Κάθε δικλείδα ασφαλείας παραβιάζεται μέχρι το κέντρο του Εγώ. Δηλαδή για πάντα.

Η αναλγητική δράση που ασκεί η υπαρξιακή απελπισία του μεταμοντερνισμού απορρίπτει την υπευθυνότητα και καθιερώνει, ως νέα μορφή ελευθερίας, τη διακήρυξη παραπόνων ενάντια στο σύμπαν. Η απόκριση έχει επεξεργαστεί, ωστόσο αναμένεται μία κάποια καθυστέρηση, λόγω της απόστασης μερικών γιγαπαρσέκ όπου βρίσκεται το πρώτο αρμόδιο γραφείο. Εν πάση περιπτώσει, ο αναπόφευκτος αφανισμός του ατυχήματος «συνείδηση» θα αποτελέσει – αργά ή γρήγορα – επίλυση του ζητήματος. Έως τότε, μας συγχωρείτε για την ταλαιπωρία.

Οι διάφορες κρίσεις και το άγχος κρέμονται ακίνητα στο απροσδιόριστο διάστημα μιας εξωγενούς αντίληψης, ενώ η αυθεντική συνείδηση κυλάει με μηδενική τριβή και άπειρη επιτάχυνση στα κολασμένα βάθη της απάθειας. Ο καλός ο καπετάνιος, ξέρει να σπέρνει ανέμους και να θερίζει θύελλες, και εκεί, στη φουρτούνα είναι που φαίνεται το ταλέντο του. Το ερώτημα δε θα έπρεπε να τίθεται για το νόημα της ύπαρξης. Το ενδιαφέρον κομμάτι της ερώτησης είναι ο καθορισμός της ανάγκης του όντος που αναζητά τόσο έντονα να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη του. Αφαιρετικά, η αίσθηση της «ελεύθερης βούλησης» ανάγεται στο πόσο άδειο είναι ένα στομάχι, στην τραχύτητα των αντικειμένων πάνω στα χέρια, ή στον βαθμό άνεσης ενός καθίσματος. Ψευδαίσθηση που, από αυτοπραγμάτωση, έχει μεταβεί σε μηχανή αδιάκοπης ανατροφοδότησης της επιβεβαίωσης της. Σιγοβράζουμε στη μάταια εμμονή μας με την ύπαρξη, όπως ο πλανήτης. Η πτώση έχει φτάσει, και η αντίληψη δε θα προλάβει να συλλάβει την ευθύνη της, προτού αφανιστεί σε αυτό το μικρό πίξελ που ψήνεται σε κάποια μη-ευκλείδια γωνιά του χωροχρόνου. Στην υγειά μας!

Φαλλερναία Ύδρα

Απ’ την κορφή του πούτσου σου, στο πρωκτικό μου αγγείο,
Η βάλανος σου χάθηκε, μα είχες άλλες δύο.
Λαίλαπα άσπρη μου πετούν οι φαλλικοί σου δράκοι,
Κι ο θάνατος ηδύποτο, δικό σου απ’ το φαρμάκι.

Σε είδα και λαχτάρησα, στο πάρκο αυτό του δήμου.
Αύξησες τα επίπεδα τα γλυκοκορτικοειδή μου!
Μα τι σφοδρά με τυραννάς, με τον στραβό φαλλό σου,
Τι; Όχι… Μη! Μη σταματάς! Μέσα μου εκτονώσου.

Το στόμα μου πως λαχταρά το κρέας σου με πόθο,
Κι όσο το τρώει, σου μιλά: Χώθτο μου άλλο τόθο!

Μήνας μπαίνει, μήνας Βιέννη

Ξυπνά η αβρή σου η φωνή του κόσμου τις οργόνες,
Ανάσταση συμφωνική, θαρρείς από γοργόνες.

Γλώσσας παιχνίδια μου πουλάς, κι όχι λόγια σταράτα,
Έρωτας νεκροζώντανος, σαν του κουτιού την γάτα!
Για πάντα αναξήγητα: η σκέψη, τ’ όνειρο σου.
Σε κατσαρίδα άλλη μια φορά μεταμορφώσου!

Ταχύτητα, το σπέρμα σου σκορπίζεις, τρία Μαχ!
Σαν άναρχα σωμάτια τα λάγνα μου τα «Αχ».

~

Οι άθλοι του πασίγνωστου και δυνατού σου πέους,
Αντάξιοι και θαυμαστοί με αυτούς του Ηρακλέους.
Η γλώσσα μου, έχει καιρό, άπληστα να στο γλείψει,
Χειρότερη απ’ της Μήδειας η ερωτική μου η θλίψη.
Πρόσφερε το ηδύποτο στην υποτακτικιά σου,
Βαρύ φορτίο η ηδονή. Άτιμε, λίγο νοιάσου.
Στα χέρια μου όταν κρατώ, τα αρχίδια σου τα ωραία,
Αδιαφορώ η άθλια για όποια άλλη θέα.
Η πούτσα σου θεόρατη σαν τις δεινές τις σαύρες,
Οι μέρες που μου την στερείς, σου λέω είναι μαύρες!
Για του φαλλού σου του τρανού, τέχνες και επιστήμες,
Μελέτες, έπη, διατριβές γράφουνε, για τις φήμες.
Τελείωσα, η έμπνευση, ας πάψει πια να γράφει,
Ευχαριστώ οργασμικά το αρθρόποδο ελάφι!

~

Ψυχή και σώμα σου ‘δωσα, τότε στο Μπελβεντέρε,
Μα την ψυχή μου πέταξες, κι είπες «Το σώμα φέρε!»
Να λυτρωθεί το άυλο, μονάχα μια είν’ η λύση,
Στόμα σαρκώδες, πορφυρό, βάλανο να φιλήσει,
Βουκολικά, σε ένα πικ-νικ, τα έκφυλα κορμιά μας,
Τέλειωσαν με τη λάμψη της ερωτικής τους γκάμας.
Την σάρκα της, τον υλικό, αμαρτωλό εαυτό της,
Ένδοξα περιέκλειε σπέρματος η Λευκότης.
Τα πνεύματα να ενωθούν, ανέπτυξαν το θάρρος,
Είναι γλυκό και ελαφρύ της ηδονής το βάρος.
Να γεύομαι το κρέας σου, σε τρώγλη ή σε παλάτι,
Είναι αρκετό, κι αδιαφορώ αν παίρνει κάποιος μάτι,
Το μέγεθος του οργασμού, τ’ ακόλαστο κουράγιο,
Η ένωση μας που ξυπνά, κολάζει κάθε άγιο!

~

Το αυγό του Είναι – σήμερα – δικάζει τους ανθρώπους,
Μα αναστενάζει – αύριο – από λαγνείας κόπους.
Τρέμει το πάθος της Αυγής, τα μάτια σαν ανοίγει,
Της ασταμάτητης ροής φοβάται το κυνήγι.
Ανίερα τα πάθη του, πλοκάμια μιασμάτων,
Αστέρας μαύρος, βδελυρός, απόκοσμος, διάττων.
Αν του φαλλού το ζήτημα, ένδοξο παραμένει,
Της Μελπομένης την ευχή ανέλαβα στην Βιέννη.

Χρυσός Πεώνας

Επάνω στην Ακρόπολη, εκεί στον Παρθενώνα,
Τον κίονα μου ζέσταινε, υγρή σου η καταπιόνα.

Διαγγέλματα φαυλότητας, λαγνείας κάθε νόμο,
Διδάχθηκα σαν Διόνυσος στου Σειλινού τον ώμο!

Ο Δίας (ή ο Έρωτας), θεός κεραυνοβόλος,
Με χτύπησε, σαν φάνηκε εμπρός μου τέτοιος κώλος!

Πλάι σου βλέπω την αρχή, την κορυφή τ’ Αυγούστου,
Κλιμάκωση στην γεύση του οργασμικού σου μούστου.

Του κοσμικού πεσιμισμού ατέλειωτη η βία,
Ωρύονται της Ύπαρξης τα μάταια προσωπεία.

Αρχέγονος ο πόνος μου, της Ύπαρξης κατάρα!
Μα την αντάρα διέλυσες μ’ ακόλαστη κωλάρα.