Στην αρχή ήταν το Τίποτα. Ουσιαστικά, δεν «ήταν». Και πρακτικά δεν ήταν στην αρχή, ξεκίνησε λίγο νωρίτερα. Ένα Χάος ασύλληπτο με χρώμα ελαφρώς βιολετί. Δάχτυλα δεν υπήρχαν, αν όμως τύχαινε και ξεπηδήσουν από κάποια ετεροχρονισμένη κίνηση, θα ένιωθαν ένα πηχτό ιξώδες, σαν του μελιού, το οποίο παραδόξως θα ήταν ανάλαφρο και άνετο. Το Χάος, το διέσχιζε αέναα η Ύπαρξη, μια ρευστή, εβένινη σκιά, που προερχόταν από την ίδια της τη φαντασίωση. Κάθε πτυχή της ήταν ο αυτοαναφορικός φλοιός της προηγούμενης, μέχρι το ανύπαρκτο κέντρο της, το οποίο αποτελούσε και το όλον της. Σκοτεινό, αδιάστατο Κρεμμύδι χαρακτηρίστηκε μόλις από τον συγγραφέα.
Ξάφνου, ξέσπασε μία σφοδρή, απόκρυφη καταιγίδα με αίτια από εδώ, αποτελέσματα από εκεί, και πριν το πάρει χαμπάρι, ο Χρόνος είχε ήδη ξεκινήσει να τα συμμαζεύει. Δε θυμόταν την προέλευση του και ένιωθε ότι όλα ξεκίνησαν με αυτόν, οπότε ανέλαβε την ευθύνη της Ύπαρξης. Είχαν μαζευτεί κάμποσα αίτια και αποτελέσματα. Χρειαζόταν έναν αποθηκευτικό …Χώρο! Κοίταξε μέσα του και βρήκε τον Χώρο να φουσκώνει (ίσως εξ αρχής, αλλά δε θυμόταν και κάτι αρχαιότερο). Τον χώρισε σε φυσαλίδες και άρχισε να ταξινομεί τη συλλογή του σε αιτιακές σχέσεις. Ο,τι περίσσεψε το ονόμασε κβαντομηχανική και, αφού το χώρισε σε πολύ μικρά κομματάκια, το έκρυψε κάτω από την κλίμακα Πλανκ. Έπειτα ακολούθησε το περίεργο κομμάτι.
Ένας θεόρατος όγκος απέκτησε υπόσταση. Ο Άπατος Αίαντας με τα σιδερένια του δόντια κρατσάνισε το μεδούλι του Γίγνεσθαι και ο ζωμός του Δέους απλώθηκε αφειδώς. Έσταξε στις αλυσίδες των χεριών του και τις έγλειψε λαίμαργα. Ό,τι ρεύτηκε έγινε ουρανός και το υπόλοιπο, απέραντα βουνά. Στις πρώτες παγωμένες δίνες του κενού, ακούστηκε το τραγούδι των όντων. Καλοντυμένα τρωκτικά ταξίδευαν στις αιχμές των αστεροειδών, και έψαλλαν τα εγκώμια της δημιουργίας. Οι στίχοι κατέληγαν σε μνήμες από το μέλλον, αποκαλύπτοντας την αβάσταχτη επανάληψη της καταστροφής και τα όντα που θα αφιερώνουν τα απογεύματα τους στο να μαραζώνουν για χάρη της.
Ένας κρότος τάραξε τον Χρόνο, και έχασε 346 πολύτιμα μικροδευτερόλεπτα. Μέσα στον γυάλινο σωλήνα συνέβη η παραμικρή διαταραχή. Από το ηλεκτρικό νέφος άνοιξε ένα μάτι λεοπάρδαλης και η πνιχτή φωνή του Όσο αναδύθηκε από το Υπερπέραν. Η φωνή έπαψε, το μάτι έκλεισε, και κάνεις ποτέ δεν έμαθε τι ήθελαν. Μονάχα πίσω από το Σύμπαν, μία συστάδα κεραυνών και δαιμόνων βρήκαν τον χαμένο χρόνο και αφιερώθηκαν στη μελέτη του. Στην πορεία χάθηκαν στην ψευδαίσθηση της μοναδολογίας και του Εγώ, και πήραν το όνομα Μάξιμος Φάγαναξ, ο μελαγχολικός επιστήμονας. Οι απίθανες περιπέτειες του περιγράφονται στην έκτη διάσταση του παρόντος κειμένου.
Πίσω στο Σύμπαν. Ένα αφηρημένο γλουόνιο έφυγε χωρίς το φορτίο του σε πεδία αδιάβατα. Στην άλλη άκρη του σύμπαντος, ένα διαφορετικό γλουόνιο ένιωσε ένα αλλόκοτο προαίσθημα. Κανένα τους δε θα ήταν το ίδιο γλουόνιο ποτέ ξανά. Ο φλογερός κρόκος κατέρρευσε από τη μαζική του φύση. Από του πόλους του, μελάτες ακτίνες εκτοξεύτηκαν στο σύμπαν ουρλιάζοντας με άχρονες κραυγές. Η καυτή τους δροσιά αφάνισε πρόωρα μερικούς βρεφικούς πλανήτες, κάτι που σήμερα φαντάζει αποτρόπαιο. Ωστόσο, δεν είναι σωστό να κρίνουμε τη συμπεριφορά κοσμικών Κρόκων από το Υπερπέραν, με βάση τις αξίες της παροδικής μας κουλτούρας. Έτσι, τα κανάλια της ανυπαρξίας
συνέκλιναν στον μονόλιθο του Ερέβους, ώσπου να αναδυθεί ένα φλεγόμενο μάτι, για να απαιτήσει λατρεία από τη Συνείδηση. Στον χωροχρόνο ήχησε αυγό. Τα όντα της αλλαγής δεν άκουσαν τίποτα.
Ντροπαλά άνθη έγραψαν στιχάκια στους αρχαίους κορμούς, τα οποία απαγγέλλουν τα δέντρα από τις κορυφές τους, μία λέξη ανά αιώνα. Προσεγγιστικά πάντα. Η άγρια ομορφιά του τοπίου με το άφατο όνομα εκτυλίχθηκε μπροστά σε εκατομμύρια αισθητήρες με κέντρο την Ηδονή. Στο βάθος της κοσμικής θάλασσας, η πράσινη σπείρα της ζωής έπλεε σε σχεδία θανάτου. Στην πρώτη επίκληση, ο λάκκος παρουσιάστηκε ως ισχυρός φίλος. Έπειτα χάθηκε στις ομίχλες και στις ταφόπλακες. Όταν επέστρεψε, εμφανίστηκε ως ισχυρότερος εχθρός. Μύκητες εξαπλώθηκαν στις ρίζες και τα κλαδιά της συνείδησης, ενώ γάλα έσταζε στην κλειτορίδα του Ιππόκαμπου. Μια τελευταία κλιμάκωση πριν τον απόλυτο παγετό.
Στέγνωσε ο οίστρος. Έμεινε μονάχα η αγωνία.










