Στον νου, η σκέψη
Στην λέξη, το νόημα
Στο χαϊκού, τι;
Κύκνειο Άσθμα
Καθώς η τραγανή κρούστα του Τρόμου ραγίζει υπό την πίεση των δοντιών μου, γεύομαι τη λαχταριστή κρέμα του σαρκασμού και της τρέλας. Η εκλογίκευση σκαρφαλώνει από το χθόνιο ανάκτορο της μεταμφιεσμένη σε Λογική, έτοιμη να ικανοποιήσει σεξουαλικά το κίβδηλο «Εγώ» εις βάρος του «Άλλου». Η πλάνη της ιδιαιτερότητας βιάζει το ενδιαφέρον της διαφορετικότητας για να νιώσει ότι υπάρχει. Rigor Mortis.
Οι πραγματικοί καλλιτέχνες, ανεξάρτητα από θέμα τέχνης, δεν ξεχνούν ποτέ τον θάνατο. Βαρεμένες θεότητες της Μεσογείου γεμίζουν σπληνάντερα, με την πηχτή μάζα του απολεσθέντα ιδεαλισμού. Ετοιμάζουν μια μερίδα σπετζοφάι για προσφορά στο Διάστημα, ώστε να μην τους καταπιεί και ξεχαστούν και αυτοί σαν τον ιδεαλισμό τους. Ύστατοι φύλακες της καταιγίδας, ρεμβάζουν καχύποπτα κάτω από τον τελευταίο κρυπτογραφημένο μονόλιθο της Γνώσης. Εκεί, στο πανταχού παρόν κέντρο του Μούλτιβερς, στην αχανή κλεψύδρα της πλάσης, με τους άνω θόλους γεμάτους οβίδες και τους κάτω γεμάτους μπαλόνια. Ένα ανέμελο μπαλόνι έβγαλε το καπέλο του και χαιρέτησε, προτού επιστρέψει στο πυκνό δάσος των ασβεστοσπόγγων, εκεί όπου κάθε λάθος μονοπάτι σε οδηγεί είτε στον τρύπιο φαλλό με τη σπερματοστολισμένη του βάλανο, είτε στο στόμα του Χάους και της υπερβατικής αποδόμησης. Ευτυχώς, δεν υπάρχουν ταμπέλες και η διαδικασία του αναπόφευκτου τέλους αποκτά ενδιαφέρον.
Το ανοιχτό σύνολο του Τίποτα (και όχι μόνο), απόψε στις ζωές σας! Απολαύστε αχόρταγα, να πάτε τουλάχιστον χαμογελαστοί. Όσοι ελπίζουν στο Μετά, αποποιούνται την ευθύνη της τυχαίας τους υπάρξεως. Άλλωστε, η πίστη στον Θεό επικυρώνει την εξουσία ως δύναμη της φύσης. Ενισχύεται στους δούλους για να βολεύονται οι αφέντες. Η στάχτη που παράγεται από την ωρίμανση του σκοταδισμού, μεταμορφώνεται επιτέλους στον Τρόμο. Τον αισθανόμαστε καιρό τώρα, αποφεύγοντας την παραδοχή του. Ξεκίνησε με έναν βήχα. Θα τελειώσει με την πτώση της καπιταλιστικής φαντασιοπληξίας. Ας ελπίσουμε μονάχα αυτής. Έπειτα, το άρωμα από το νεκρό σώμα της Δύσης θα εξατμιστεί, και το μένος της Φύσης θα ορμήσει να το κατασπαράξει στην ομορφότερη πανδαισία αποικοδόμησης που είδε ποτέ ο πλανήτης. Το θέαμα θα προβληθεί από το τελευταίο καταφύγιο με καθαρό οξυγόνο, λίγο πριν το καταπιούν νεκρικά δάση από κολοσσιαίους μύκητες. Είσοδος ελεύθερη στον κάθε άτυχο, που θα έχει λυπηθεί η πανούκλα.
Η εξαντλητική άσκηση στον κοσμικό Τρόμο ξοδεύεται στο τελευταίο δευτερόλεπτο της αιωνιότητας. Στωικά και με την κενή ηδονή της μελετημένης υπαρξιακής ηβηφρένειας. Όταν εξασκείς τον θάνατο του Εγώ, το μυστικό βρίσκεται στην αναγνώριση της ματαιότητας ενός τέτοιου εγχειρήματος. Για αυτό λέμε «εξασκείς». Για να ελαφρύνεις την πλάτη σου από το φαρμακερό φορτίο της συμβατικότητας, να απαλλαγείς από τον ασταθή όγκο που σε πνίγει με αχόρταγη δίψα και να ξημερώσεις στην αβεβαιότητα. Ο αναπόφευκτος κατακλυσμός που θα μας ελευθερώσει. Το τέλος στην εξορία της ευσυνειδησίας. Ελευθερία και η αβάσταχτη ευθύνη της.
Το χρώμα των ματιών της: απροσδιόριστο, σαν τα θεμέλια του Σύμπαντος. Κοσμικό και απόκοσμο. Κριτική μάζα έρωτα και ερώτηση μαζικής κρίσης. Απάντηση και οιωνός του Τρόμου, για να τρέμεις στον αιώνα τον άπαντα. Το αίμα πέφτει μέσα στη σαρκική κλεψύδρα, αψηφώντας την ανυπαρξία του Χρόνου. Ο χρόνος κυλά στον διαδιαστασιακό ποταμό, αψηφώντας την ανείπωτη φύση του Πραγματικού. Το πραγματικό δομείται στους ηλεκτρικούς κλώνους του νου, αψηφώντας τις εριστικές κυματοσυναρτήσεις της Σαρκός. Η σάρκα πλάθει το τίποτα, αψηφώντας το Τίποτα. Μακάβριος, χλωμός εραστής, γυμνό το πρόσωπο από κρέας και στον λαιμό τυλιγμένα δυο ρόδα. Κοιμάται στο κέντρο ενός γαλαξία από αρχέγονα, φτερωτά πλάσματα. Εκεί ανάμεσα στα απομεινάρια των αρχαίων πλανητών, μια ασύλληπτη μοναδικότητα εξαϋλώνει οτιδήποτε βρεθεί στο πεδίο της ισχύος της. Η Συνείδηση την υποτιμά και την αποκαλεί ανόητη, καταστροφική δύναμη. Αυτή χαμόγελα και καταβροχθίζει τα πάντα ως στο τέλος του χρόνου.
Οι φρίκες του θανάτου κοσμούν τη γεωμετρία του ασυνείδητου. Πάψε να σκέφτεσαι αν το μπορείς, ειδάλλως γλέντα το γυμνός με τη Ματαιότητα και την Ειρωνεία. Μακάριος, άλλωστε, ο κάτοχος της Λήθης. Προβάρει ήδη την κατάσταση στο τέλος της συνείδησης, όταν δίχως αντιπροσωπεία, η ύλη θα ενωθεί με το ψυχρό σύμπαν, αυτό που μονάχα ξέρει να λησμονεί.
Λουβράκι Καρπάτσιο (για 2 άτομα)
Τον θάλαμο σου διάβηκα, που στόλισες με τέχνη,
Τον αγαπώ παράφορα, έρωτα όπως ζέχνει!
Στην οροφή σου γλέντησαν, σάτυροι με παρθένες,
– Αν και λιγάκι αργότερα, έσπασαν οι υμένες –
Ανάπαυση το στόμα μου βρήκε σε πυραμίδα,
Στο τέμενος σου το ιερό, στην Άγια Κλειτορίδα!
Η πλάση εκφυλίστηκε, ξεπρόβαλε λυκόφως,
Του χωροχρόνου η υφή, γύρισε αντιστρόφως!
~
Από το σπίτι της, μακρυά, ρεμβάζει η Καρυάτις,
Με ερεθισμένη την ματιά, και τα στητά βυζιά της.
Το χέρι απλώνει η Άρτεμις, σφιχτά πιάνει το βέλος,
Πίσω της που αγκομαχεί, για το υγρό της τέλος!
Την αρτιμέλεια νοσταλγεί, η όμορφη της Μήλου:
«Να μην του ξανασηκωθεί, του αρχαιοκαπήλου!!!»
Της Σαμοθράκης, τι να πει, η άτυχη η Νίκη…
Το μόνο ρούχο που φορεί, είναι χωρίς μανίκι!
~
Σαρδόνιο χαμόγελο, κλεισμένο σε κορνίζα,
Υγρή, ευτέλεια μου ζητάς, άτακτη Μόνα Λίζα!
Της σκέψης εισ’ αρχόντισσα, των εποχών τεσσάρων,
Να σ’ ατιμάσω, σαν σε δω, σκοπεύω άρον άρον!
Αριστουργήματα άφθονα, συνθέτουν μέγα Όλον.
Στήθη φωτιά και πισινός, ο βασιλιάς των κώλων,
Γυμνή πλην το σεντόνι σου, μαζί μου ανυψώσου!
Πώς προσδοκώ την προσταγή: «Μην περιμένεις… Χώσου!»
Τα Όχι και τα Μη της Πληρότητας Ι: Ο Αλγόριθμος της Ματαιότητας
Το αποτέλεσμα της αφαίρεσης των εισαγωγικών σημείων από το «Το αποτέλεσμα της αφαίρεσης των εισαγωγικών σημείων από το Χ για ‘Χ’ στο Χ έχει την ιδιότητα Ρ.» για ‘Χ’ στο «Το αποτέλεσμα της αφαίρεσης των εισαγωγικών σημείων από το Χ για ‘Χ’ στο Χ έχει την ιδιότητα Ρ.» έχει την ιδιότητα Ρ.
*
Πανάρχαιος ο κώδικας του Σύμπαντος. Από ολοστρόγγυλους φακούς εισπράττω την απλοϊκή μετάφραση των Πυθαγορείων. Η γλώσσα που δε σημαίνει κάτι στους ανειδίκευτους, αλλά στους ειδικούς σημαίνει πραγματικά Τίποτα. Οι λέξεις των στοιχείων και της αντίθεσης τους. Του Είναι και του Μη-Είναι, που στην τελική είναι (και δεν-είναι) το ίδιο πράγμα. Στο ράφι των γαστριθμών, κέντρο και λίγο προς τα δεξιά, θαμπώνομαι από τις αμέτρητες συνταγές των φυσικών αριθμών [εδώ ήθελα να εισάγω ένα αστείο για το πως μπορείς να στύψεις έναν τέτοιο αριθμό, π.χ. το 5, και να πάρεις έναν φυσικό αρθχυμό, ωστόσο είναι πολύ χαζό και αποφάσισα να μην το κάνω (εν τέλει το έκανα αλλά με τρόπο τέτοιο, ώστε να φαίνεται ότι αποποιούμαι της ευθύνης)]. Αριστερά εκπλήσσομαι με άλλες τόσες δυνητικές λιχουδιές, και όμως το άθροισμα αμφοτέρων επιμένει να ισούται με το μισό του. Κάθε σελίδα αυτών των μαγικών τόμων διανοητικής απολαύσεως κρύβει βιβλιοθήκες καινούριες, σε τουλάχιστον δύο επιπλέον διαστάσεις και αν προσπαθήσεις να μετρήσεις τα βιβλία αυτά… Πρόσεχε! Ενδέχεται να σου στρίψει! Μάταια κανείς κοσκινίζει το άπειρο. Αχ, αρκετοί ματαιόδοξοι και λαχταριστοί Ευκλείδηδες το επιχείρησαν, άλλοτε με αδιανόητα εντυπωσιακά αποτελέσματα, μα άλλες φορές (ή παραδόξως ταυτόσημες) με αποτελεσματικούς τύπους μαθηματικής Διάνοιας. Από την Αλεξάνδρεια, πρώτα είδαμε στην κορυφή του Απείρου τον τελευταίο Πρώτο, κάπως θολά και όχι ευδιάκριτα, ήταν όμως αυτός δίχως αμφιβολία. Αιώνες αργότερα ξεκινήσαμε από την Πρωσία να σπάμε τους Άρτιους στα δύο και συνεχίζουμε ακόμα δίχως τελειωμό (έτσι εικάζουμε δηλαδή). Τα μαθηματικά και η ζωή δε λύνονται πάντα με διοφαντικές εξισώσεις και απλά θεωρήματα. Κάθε αλγοριθμικό βήμα, ενδέχεται να αποδειχθεί το ύστατο μας. Το Μη-Βήμα. Η πτώση στο απέραντο όχι-πια που μας περιβάλλει. Π(τώση)-0-1.
Η Αγωνία της φαινόμενης λύσης σε ένα περίπλοκο πρόβλημα, καθώς ξημερώνει στο Νου η συνειδητοποίηση ότι δε στέκει κάποιος υπολογισμός στα βάθη του Ιππόκαμπου ή δεν έπρεπε να θεωρηθεί δεδομένος, είναι μια αβέβαιη μεταβλητή και όλη η διαδικασία της επίλυσης πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή και μάλιστα σε νέα μονοπάτια, που ενδέχεται ποτέ να μην εξερευνηθούν ολοκληρωτικά. Ίσως, να μην υπάρχουν. Ή το πιο τρομερό, να υπάρχουν μεν, αλλά να υφίστανται εξωτικά, και φυσικά όχι με την έννοια της αντιληπτής ύπαρξης. Να φωνάζει ο Εγκέφαλος «Ναι, αυτό είναι, το γνωρίζω ενστικτωδώς, δε χρειάζεται απόδειξη, είμαι βέβαιος, να σημείωσε το εδώ στα περιθώρια του Διοφάντου και τα υπόλοιπα άλλη φορά, δε βαριέσαι τώρα» και τα σχετικά, ενώ αργότερα να ξεκινάει το αιώνιο μαρτύριο για σιγουριά. Ας πάρουμε μία ανάσα. Ιgnoramus et ignorabimus. Δεν μπορούμε να ξέρουμε, και δε θα ξέρουμε. Ξέρουμε ωστόσο ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε, και μάλιστα ξέρουμε και ότι δε θα ξέρουμε. Ήδη δηλαδή δεν ξέρουμε, ή μάλλον πιο σωστά, ξέρουμε ότι δε θα είχαμε ξέρει εξ αρχής. Αριθμοί, σύνολα και άλλες τυπικότητες, αποδείχθηκαν Ύπαρξη σε άρνηση. Το Χάος, η Άβυσσος, το Τίποτα αδιαφόρησαν για τα αξιώματα μας και έτσι τα απαξίωσαν. Τα απ-αξιώματα μας ξεπεσμένα, αποδέχτηκαν ότι η Συνέπεια του καθενός, δε βρίσκεται ποτέ εντός του.
Η επίδειξη της Αλήθειας σφετερίστηκε την απόδειξη της Αλήθειας. Οι κυανοί ιππότες του θετικισμού πετάνε μανιωδώς τα ακόντια τους στο κενό και γελάνε δυνατά να πνίξουν τη σιωπηλή απόκριση του εγχειρήματος τους. Κανείς δεν ήπιε Αλήθεια από την πηγή της απλότητας. Μαγεία ναι. Ποίηση με τη σέσουλα. Παράδοξα δηλαδή και γλυκιές αυταπάτες. Η γλώσσα της Πραγματικότητας χαίρει απλούστερη από τη γλώσσα της Φυσικότητας, όντας άφατη ακόμα και για τα όντα που ψηλαφίζουν το μικρότερο άπειρο. Η άγνωστη γέφυρα που οδηγεί από το Πραγματικό στο Φυσικό χτίζεται με Σύνολα, ωστόσο κάθε βήμα βρίσκει σε ένα Τίποτα, κενότερο και από το Μηδέν. Άλλοτε πάλι το Τίποτα είμαστε εμείς και τα βήματα μας ατέλειωτα μηδενικά ως το Πουθενά. Στο τέλος της διαδρομής η γέφυρα διασπάται σε κατευθύνσεις αέναα αναποφάσιστες. Κατηγορούμε την κατάντια μας με λογική, αλλά οι διαδοχικές λογικές είναι αυτές που κρύβουν την ενοχή της ανικανότητας. Η αιχμή της Μη-Πληρότητας στάζει δηλητήριο θανατηφόρο για τη βασική αριθμητική και οι Σοφοί ελπίζουν δακρυσμένοι να μην είναι η Πραγματικότητα αριθμητική στη βάση της. Κάποιοι αισιόδοξοι ονειροναύτες δηλώνουν γελαστοί: Ίσως μόνο το αριθμητικό κομμάτι να μείνει αναποφάσιστο. Σε άσπιλη συντακτική ανωμαλία ανάγεται η ανάγκη μας για γνώση. Ομοίως, και η Μη – Πληρότης. Με φιλοσοφικό ενδοιασμό μεταθέτουμε την Αναζήτηση σε Άπειρα θεμελιώδη.
Στο εκάστοτε στοιχειώδες πλαίσιο της διανόησης μας γεννιέται η επιθυμία της Συνέπειας και οι γέροντες ημίθεοι χάνουν απελπισμένοι τις γενειάδες τους, αδυνατώντας να τη βρουν. Ενδεχομένως να βρίσκεται εκτός πλαισίου, σε έναν υπερβατικό τόπο με πρωτόγνωρες, εξωτικές επιθυμίες, που αδημονούν και αυτές να μείνουν ανεκπλήρωτες. Φορέσαμε αριθμητικό φωτοστέφανο στις αμφιβολίες μας για να υπολογίσουμε την αλήθεια τους. Αριθμητικοποίηση συντακτικού ή αρίθμηση Γκέντελ. Τα μαθηματικά μας, βασισμένα στις μονάδες και τις δυαδικότητες, κατέληξαν στην ανθρώπινη κατάσταση. Μία ασυνέπεια χαρακτήρα, όπου το Είναι και το Δεν-Είναι συστήνονται με το ίδιο όνομα. Μία ασύλληπτη μορφή που δεν προφέρεται σε Σύμπαν χωροχρονικό. Από εκεί και ύστερα, οποιοσδήποτε φαύλος μεταμοντέρνος υπαινιγμός για την εγκυρότητα τείνει στην αυτοκαταστροφή, όπως και η ετοιμοθάνατη ιδέα της δυαδικότητας. Άλλωστε, η αμφιβολία για Συνέπεια ανάγεται σε αμφιβολία για την εγκυρότητα της.
Η ιδέα πως υπάρχουν ιδέες. «Τίποτα δεν είναι αληθέστερο από το Τίποτα». Ας αναζητήσουμε μάταια τον σταθερό κόμβο της αποδειξιμότητας. Το Ον έχει ανάγκη το Άλλον για να καθοριστεί η εννοιολογική του ταυτότητα (ή ο αριθμός του). Άπαξ και καθοριστεί, το Ον αυτοπροσδιορίζεται και επαληθεύεται στο σύστημα του Άλλου. Η μονάδα μοναδοποιείται στη Δυαδικότητα. Αληθινή; Αβέβαιο. Αποδείξιμη; Στο σύστημα του Άλλου. Είναι αρκετό αυτό; Αυτή η ερώτηση θα απαντηθεί αφότου το Εγώ σταματήσει να αυταρέσκεται στη νεοσύστατη σημασία της Ύπαρξής του. Κάπου δηλαδή στο τέλος του Χρόνου και τέταρτο. Η κατασκευή της αυτοαναφορικότητας παραμένει διφορούμενη είτε φιλοσοφικά, είτε με αρίθμηση Γκέντελ.
Ιδού η μεταμοντέρνα κατάσταση. Ένα κρέας χλευάζει τις μηχανές γιατί φαντάστηκε την αλήθεια, που αυτές αδυνατούν να υπολογίσουν. Το κακόμοιρο… Ακόμη δεν κατέχει καν τη συνέπεια. Ούτε στη νόηση, ούτε στην πράξη. Το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να υπερηφανευτεί, αν είχε σύνεση, είναι ότι τα πεδία της άγνοιας του θα μείνουν για πάντα ανεξάντλητα.
1812 Ουβερτύρα
Γκουντάτζιο
Η απόλαυση του να ξέρεις μετριέται σε πόνο. Αϋπνία, απελπισία, κρίσεις πανικού. Υπέρθεση νου σε ζωή και θάνατο.
Ο Απόλλωνας κατεβάζει την αυλαία με τις γλαυκές αποχρώσεις στην ατμόσφαιρα, μην ξεχαστεί κανένας δύσμοιρος πιστός και αναλογιστεί την απεραντοσύνη του Κόσμου, καθώς κοιτά τη σκοτεινή αλήθεια των αστρονομικών αποστάσεων. Ορίστε λοιπόν, μερικά πουλιά και κάτι δέντρα να σας προστατεύσουν από την παραφροσύνη της συνείδησης. Οσφράνσου, στρουμπουλέ μου αναγνώστη, την Πλάση και συγκεντρώσου στα ρουθούνια σου. Πως φουσκώνουν σαν σουφλέ από την καυτή επαφή τους με την ατμόσφαιρα. Νιώσε! Ρούφα το πλαστό Είναι.
Ζαλισμένα αρώματα αποσβολώνουν την προσοχή. Ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Αφράτος ο χωροχρόνος πιέζεται από τη σπάτουλα των Μεγάλων Παλαιών και έπειτα τσουρουφλίζεται η σάρκα μας στο αντικολλητικό ταψάκι της Ύπαρξής! Για να μας καταναλώσει ο Θάνατος αφού τέρψει τον ουρανίσκο της Ματαιότητας. Και ο άτιμος ο χωροχρόνος ακόμα εκεί… Καταραμένο υπόβαθρο ανεξάρτητης αιτιότητας που διαστέλλεται απατηλά, ενώ εξατμίζεται η υγρή σκέψη μας σε κάθε ενεργειακή μετάπτωση του Καισίου-133.
Κακόμοιρη Λητώ! Σε κυνηγά η βασίλισσα των θεών καβάλα στον πελώριο Πύθωνα για να μη γεννήσεις τον Ήλιο. Ασύλληπτοι τόννοι καυτού υδρογόνου ξεσκίζουν τον κόλπο σου. Ο θεός της γνώσης γεννιέται και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να δολοφονήσει με φωτεινές εκλάμψεις – τα χρυσά βέλη του στέμματος του – το ερπετό της αμάθειας, του σκοταδισμού και της θλιβερής ανάμνησης μιας πλημμύρας που έπνιξε την αρχέγονη σοφία. Πάνω στον τάφο του άφησε τη μαστουρωμένη δασκάλα του αβέβαιου μέλλοντος, προικισμένη να δίνει ψευδώς αληθείς προβλέψεις στους κακομοίρηδες που επιθυμούν να ξέρουν.
Σκόνη είναι η Γνώση. Η Απόλαυση δε, είναι το πηχτό βούτυρο που την παγιδεύει. Ακολουθεί ένα ποτήρι Έκσταση (3% λιπαρά), μπόλικη τριμμένη Λησμοσύνη και έτοιμο το σουφλέ της Ευτυχίας. Ένα ταψί να μπουκώσεις στο στόμα και σε βγάζει, δε σε βγάζει μέχρι τη νύχτα. Ώπ! Ώρα για τσάι.
Ιντερμετσοβόνε
Η απόλαυση του να δημιουργείς μετριέται σε απογοήτευση. Ανωριμότητα, νεύρα, άγχος. Αβεβαιότητα νου σε ζωή και θάνατο.
Τα πορτοκάλια εκρήγνυνται. Τα ρόδια καταρρέουν υπό το βάρος τους σε μαύρες τρύπες. Χαμός στο δέντρο της ζωής. Ο καρπός της γνώσης πικρός και θανατηφόρος. Ακαταμάχητος. Τον τρως και αμέσως ζεις τον θάνατο σου. Πεθαίνει δηλαδή η άγνοια της μοίρας σου. Μαθαίνεις ότι το να ζεις, σημαίνει να πεθαίνεις και ότι ο θάνατος μοιάζει με το Παρόν. Δεν είναι, αλλά γίνεται. Δε συμβαίνει στον χρόνο. Εξαφανίζει τον χρόνο. Όταν πεθάνεις εν ζωή, ξεκλειδώνεις την πόρτα της Δημιουργίας.
Έτσι λοιπόν η τέχνη, αντικατοπτρίζει την ανάγκη μας για αιωνιότητα, σταθερότητα και λύτρωση στο τέμενος του Είναι. Μας τσιμπάει τον πισινό και μας ενημερώνει ότι θα μας δείξει αμέτρητα θαύματα με αντάλλαγμα τη Ζωή μας. Ώστε να τη χαζεύουμε αιώνες μετά, γκρεμισμένη, σαν τις ευγενέστερες ελπίδες μας. Ο τυφλός ποιητής το γνώριζε, και εμείς τυφλωμένοι από το φως, γλεντάμε την καταδίκη μας. Από ατάραχη λιμνούλα φιλοδοξούμε την καταιγίδα. Καταλήγουμε αεράκι σκόνης και βρωμιάς. Σαν να λέμε από Μοράν σε Μολλόυ.
Το άρωμα του γιασεμιού λικνίζεται αισθησιακά για τις οσφρητικές ορέξεις μας, και στην απέναντι όχθη του Χρόνου, το φουσκί διαπερνά την ανοχή μας, μορφάζουμε μη-κολακευτικά και τρέχουμε να ξεχάσουμε αυτό που μυρίσαμε. Τι απόλαυση να το σκας από τη γνώση του θανάτου, έστω για λίγα λεπτά. Θα έλεγε κανείς ότι τερπόμαστε σε φυγή.
Κρετσένταρ
Η απόλαυση του να ζεις μετριέται σε απώλεια. Θλίψη, μοναξιά, τρόμο. Αλλόκοτη δράση από απόσταση της γνώσης και της άγνοιας.
Ο εαυτός, χωρικά παράδοξος και με αφύσικο βιολετί χρώμα, αιωρείται σαν φάσμα έκφρασης επάνω στο τραπέζι, δίπλα σε πανδαισία τυριών και πανδαιμόνιο αλλαντικών, μα προπαντός, στέκεται στο κατώφλι του πανδοχείου «ο Παν» και χορεύει μακάβρια, μήπως τον λυπηθούν και τον αφήσουν να περάσει μια νύχτα.
Οι λαχταριστοί καβαλάρηδες μου έδειξαν το μάτι του Χάους, εκεί που τελειώνει το φλογερό φλάουτο. Ξύπνησα στον Αντάρη, φορώντας τα φύλλα του Χρόνου και αναμένοντας το θερμό Φινάλε, την ώρα που του αρμόζει. Στον ορίζοντα της παγωμένης θάλασσας, ένας απέραντος σκελετός έσταζε πίσσα. Τα άδεια μάτια του με κοίταξαν με λαγνεία. Ίσως, και λαιμαργία.
Τώρα τσουπωτέ μου αναγνώστη, ακολουθεί ελεύθερη εξιστόρηση της μεθόδου ενός Γαστριμάγου του 37 π.Κ. για ακραία απόλαυση.
«Στερέωσε τη σιδερένια πλάκα πάνω από το πύρινο σύμβολο. Τεμάχισε – ψάλλοντας – μια αγνή πατάτα, την τσιγάρισε ανόσια και έσπασε από πάνω ένα αυγό. Τέλος, αλάτισε και σκόρπισε τον ψιλοκομμένο, ακόλαστο μαϊντανό! Αν θέλουμε να απολαύσουμε το πλήρες εύρος της Γαστρι…μαγείας, το μυστικό είναι η ειλικρινής αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης και η Αυθεντική Ύπαρξη.»
Ο ουρανός πήρε φωτιά, τα ποτάμια ξεράθηκαν. Παντού θάνατος. Ασφυξία, αρρώστιες, πείνα. Πόλεμος. Προλαβαίνω δεν προλαβαίνω να τουιτάρω κάποιο ευφυολόγημα πριν αφανιστούν όλα.
Το Βιβλίο των Φαλλών
Προσεύχομαι υγρή πολύ, αν με ακούει η Ίσις,
Γοργά να με ‘βρεις ήρωα, σκληρά να με γαμήσεις!
Τη δούλα σου βοήθα με, που ‘χω ανάγκη, Ρα!
Στην πρωκτική μου θάλασσα βαθειά χώσου σαν άγκυρα!
Γονυπετής, χάμω εγώ, παρακαλώ τον Άμμωνα,
Τις απολαύσεις του φαλλού να βρω σε βράδια άνομα!
Πυγμή στη γλώσσα κι αντοχή, ας μου χαρίσει ο Όσιρις,
Να αρχίσει να στον γλείφει 7:00 και να τελειώσει 3:00!
Ανόσιους τους πόθους μου συγχώρεσε μου, Σεθ.
Κι ας τον ρωτώ, ρουφώντας τον: «Πόθο πολύ με θεθ;»
Έμπνευση θεία πρόσφερε, υπέρλαμπρη Μπαστέτ,
Να με ξεσκίσει μπρούμυτα, πλάγια και τετ α τετ.
Αποπλανώντας τον Γραμμένο Χρόνο
«Τώρα;» βρυχήθηκε ανυπόμονα ο πάνθηρας.
Ο βροντόσαυρος μελέτησε τα σημάδια, στοχάστηκε και αποκρίθηκε, «Λίγο πιο μετά».
«Τώρα;» ρώτησε ο πάνθηρας, λίγο πιο μετά.
«Ναι, πριν λίγο!» ακούστηκε μια επιπλέον απάντηση προτού χαθεί και αυτή στα κύματα του χρόνου.
Ο Κοσμάς προσπάθησε να διακρίνει τη μορφή που κάπνιζε μέσα στην ομίχλη. Ήταν ομίχλη άραγε, ή το νέφος της δυτικής αποσύνθεσης; Τα σωματίδια που θόλωναν την ατμόσφαιρα διαλύθηκαν καθώς πλησίασε. Βλέποντας την του φάνηκε πιο κομψή και από τη νύχτα. Φορούσε μαύρη καμπαρντίνα με ανοιχτό μεγάλο γιακά. Τα χέρια της περιβάλλονταν από εβένινα γάντια και ο αριστερός καρπός στολιζόταν από χρυσά δαχτυλίδια. Στα δάχτυλα ένα τσιγάρο. Διαμαντένιες σταγόνες κρέμονταν στους δύο λοβούς των αφτιών της και τα μελαχρινά της μαλλιά ήταν πιασμένα πίσω. Από εκεί συνέχιζες στα έντονα βαμμένα μάτια της και κατέβαινες στους αστερισμούς που σκέπαζαν το στήθος της. Ήταν η Καμελότια Μπορεάλις, διάσημη αγγελιαφόρος των κοσμικών λαχανικών και η μοναδική οντότητα στο Πολυσύμπαν που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο μυθικό Καρότο νετρονίων. Έγειρε το κεφάλι του αριστερά και τα ηδονικά της δόντια βυθίστηκαν στον λαιμό του. Ένα λίτρο αίμα αργότερα του είπε:
«Χόρτασα και ξέρω. Το Σύμπαν δίνει γενναιόδωρα σε αυτόν που γυρεύει το Τίποτα.»
Ξεδίπλωσε τη μορφή της σε ένα νέο υπερπέραν και ο Κοσμάς το διέσχισε. Παντού γύρω του ναυάγια διαστημοπλοίων και στο βάθος αμέτρητα αστέρια.
«Δεν είναι αστέρια. Είναι τα μάτια των λύκων που καταπίνουν άστρα και φονεύουν τους χθόνιους στον ύπνο τους.«
Η φωνή της Μπορεαλίδας δόνησε τον χωροχρόνο. Αδύνατο να αντιμετωπίσει τέτοια πλάσματα ο Κοσμάς. Μία λύση μπόρεσε να σκεφτεί. Από την τσέπη του έβγαλε το Θέρεμιν τσέπης. Ρύθμισε την πατάτα στο 160% απόδοση ενέργειας. Ίσως, να καιγόταν το Θέρεμιν τσέπης του, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Η μελωδία ξεκίνησε και τα φωτεινά μάτια άρχισαν σιγά σιγά να κλείνουν. Όταν έσβησε το έσχατο μάτι στο τέλος του κόσμου, το Θέρεμιν τσέπης τυλίχτηκε στις ακτίνες γάμμα και πήρε τον δρόμο για τη Βαλχάλλα.
«Ακολούθα το ποτάμι της Οφηλίας.»
Έκοψε τις φλέβες του. Μία πορφυρή λωρίδα διέσχισε το τοπίο και αυτός ξάπλωσε στο ρέμα της. Όταν συνήλθε από τους κρότους των κεραυνών και την επίγευση των ραδιοκυμάτων, είδε γύρω του τη σιδερένια πόλη. Οι άνθρωποι εδώ εργάζονταν αδιάλειπτα για 80 χρόνια, ώστε να απολαύσουν όσο ήθελαν τη ζωή τους τα υπόλοιπα δυο-τρία χρόνια πριν πεθάνουν. Ευτυχώς, όσοι ζούσαν τόσο είχαν ήδη χάσει κάθε ίχνος προσωπικότητας που θα τους επέτρεπε να αντιληφθούν την κακομοιριά τους. Άλλωστε είχαν παράξει τόσα προϊόντα να αγοράσουν, που το Υπερεγώ τους ρέμβαζε ικανοποιημένο, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης εγκεφαλικής δραστηριότητας να το αποσπά. Το μυθικό Καρότο νετρονίων θα έπρεπε να περιμένει. Ο θρυλικός σεφ βγήκε από την πόλη και σκαρφάλωσε στο κοντινότερο βουνό. Συμμάζεψε ένα ικανοποιητικό ξέφωτο και περίμενε τη Νέα Σελήνη. Τότε, έκοψε μία οχιά σε λεπτές ροδέλες και ξεκίνησε να τις σοτάρει στο τηγάνι. Έπειτα τεμάχισε μαριναρισμένο αετό και τον έριξε μέσα, μαζί με μπόλικο ελαιόλαδο. Τέλος, έσπασε τον χλωμό λίθο από το νεφρό της Λίλιθ και το έτριψε πάνω από τα μαγειρεμένα κρέατα. Η φρικιαστική μεταμόρφωση ξεκίνησε. Ένας οργισμένος πίδακας σάρκας απλώθηκε μπροστά του και χιλιάδες κραυγές τρόμου αργότερα ολοκληρώθηκε σε μία γιγαντιαία γυναίκα. Φορούσε μανδύα από φτερά κόρακα και από τα μάτια της έσταζε αίμα. Έμπηξε το χέρι της στο στήθος του και του ξερίζωσε τα κόκαλα για να φτιάξει λαβή για το σπαθί της. Προτού λιποθυμήσει από το σοκ, ο Κοσμάς την είδε να κατευθύνεται προς τη σιδερένια πόλη.
Όταν αναγεννήθηκε, δεκάδες χρόνια μετά, κοίταξε προς τη σιδερένια πόλη και είδε ερείπια από επιθυμίες, φόβους, αξίες, σχέσεις και τα υπόλοιπα ψέματα της. Αναρωτήθηκε αν το μυθικό Καρότο νετρονίων θα του πρόσφερε Αλήθεια. Αυτός ο διαδιαστασιακός εξερευνητής, ο γαστρομάγος της εσωτερικότητας και επουσιωτής της ιερής ανοησίας βρέθηκε να αμφιβάλλει σε ένα άγνωστο βουνό, στο σύμπαν που φύλαγε μέσα της η Καμελότια Μπορεάλις.
«Το Σύμπαν δεν νιώθει. Νιώθεις εσύ. Το Σύμπαν δε νοιάζεται για τα συναισθήματα σου. Εσύ τα προβάλλεις στο Σύμπαν. Το Σύμπαν δεν είναι Εσύ. Εσύ είσαι το Σύμπαν. Νιώσε μόνος σου, χωρίς φόβο.»
Ο Κοσμάς δε βρήκε λόγο να διαφωνήσει με κάτι που ειπώθηκε τόσο σοφά, πόσο μάλλον από την οντότητα που περιέκλειε τη συγκεκριμένη Ολότητα. Παραδέχτηκε ότι η αποστολή του ήταν ανέλπιδη και αυτό του έδωσε αναζωογονημένη αποφασιστικότητα για να συνεχίσει. Να συνεχίσει που; Κάθισε να διαλογιστεί. Ενώ έψαχνε μέσα του, η Καμελότια Μπορεάλις τράνταξε τις διαστάσεις.
«Δε χρειάζεται να διαλογιστείς. Η δουλειά μου είναι να σε καθοδηγώ.»
Αρκετά βολικό. Φόρεσε τα ρούχα που βρήκε χάμω, από το πτώμα της προηγούμενης ζωής του, και ακολούθησε τα ίχνη που άφησε ο ίδιος από το μέλλον. Τον οδήγησαν σε ένα φλεγόμενο Ζέπελιν. Μέσα του ξεψυχούσε ο μελλοντικός του εαυτός. Δύο θάνατοι στην ίδια περιπέτεια! Ένας στο παρελθόν και ένας στο μέλλον. Πόσο διασκεδαστικό! Από τις φλόγες σχηματίστηκαν δύο μορφές και τον χλεύασαν. Ήταν οι άτρωτοι φύλακες του μυθικού Καρότου νετρονίων. Ο Κοσμάς έχωσε το χέρι στο παλτό του και εμφάνισε ένα μπουκάλι νερό και δύο ποτήρια. Οι πελώριες δαιμόνισες της Λαίλαπας ξεκαρδιστήκαν στα γέλια καθώς αυτός μοίρασε το νερό στα ποτήρια και έτρεξε κατά πάνω τους. Το νερό εξατμίστηκε μέσα τους. Το είχε αγοράσει από τα τουριστικά μαγαζάκια του Κάτω Κόσμου κατά τη διάρκεια της Νέκυιας του και υποτίθεται περιείχε ύδωρ από τον ποταμό Λήθη. Κοίταζε με αγωνία τα στοιχειά, ώσπου πράγματι αυτά κοιτάχτηκαν με κενό βλέμμα και αποχώρησαν για να βρουν ξανά τον εαυτό τους.
Πλησίασε στο ασφαλές Ζέπελιν και εισήλθε. Ένα άγαλμα με μορφή Σφίγγας, φορούσε το μυθικό Καρότο νετρονίων αντί για μύτη. Ο δεινός γαστρομάντης το πήρε στα χέρια του. Η γη, και όχι μόνο η γη, αλλά και η υφή του ίδιου του σύμπαντος, άρχισαν να σείονται. Έτρεξε στον πίνακα ελέγχου. Από τον ωκεανό της σκοτεινής ύλης σηκώθηκε ένας χειμαρρώδης στρόβιλος και βάλθηκε να καταπίνει ηλιακά συστήματα με την περιστροφή του. Έψαξε για εγχειρίδιο χρήσης στα συρτάρια. Το πρόσωπο της Καμελότιας εμφανίστηκε δυσοίωνα στο βάθος του ουρανού με τους δύο φλεγόμενους δαίμονες στο μέτωπο της. Εγχειρίδιο λειτουργίας, συγγραφέας Εωσφόρος, εκδόσεις Κύπρις. Εδώ είμαστε! Η παλίρροια φούντωσε και ο ήλιος άρχισε να πλησιάζει με σπειροειδή κίνηση. 1. Εισάγετε το Ανκχ στην ειδική εσοχή. Το εισήγαγε. Ηλιακές κορώνες άρχισαν να εξατμίζουν τις θάλασσες και να αποτεφρώνουν ο,τι περίσσευε. 4. Υψώστε τα πόδια στη θέση πολεμιστή νο.2. Τα ύψωσε. Αστεροειδείς προσέκρουαν παντού γύρω του. 17. Για έξοδο από το Σύμπαν κεντράρετε τον αστερισμό των Διδύμων στην οθόνη πλοήγησης. Τον κέντραρε. Οι ψυχές κάθε ζωντανού όντος χάθηκαν στην ευδαιμονία του καυτού πλάσματος ουρλιάζοντας. 336. Τοποθετήστε τον οπάλιο λίθο στο δισκοπότηρο εμπρόσθιας στρέβλωσης. Τον τοποθέτησε.
«Μέσα στον λωτό της παροδικότητας, η γέννηση και ο θάνατος κάνουν έρωτα. Πίσω τους η ζωή κρατάει το φανάρι. Μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου.»
Άνοιξε τα μάτια του. Η Καμελότια φορούσε πλέον ακανθωτή πανοπλία, τα μαλλιά της ήταν λυμένα και λευκά και είχε ρίξει στους ώμους της μία πρόχειρη αμφίσβαινα. Την ευχαρίστησε για την καθοδήγηση και εκείνη τον ευχαρίστησε για τη θυσία.
Επιστρέφοντας στον κήπο του, άκουσε τους καλεσμένους του να συζητάνε για το αν έφτανε τώρα. «Ναι, πριν λίγο!», αποκρίθηκε αφού είχε καθίσει μαζί τους. Έβγαλε το μυθικό Καρότο νετρονίων και ξεκίνησε να το κόβει.
«Περιέχει πράγματι Αλήθεια;» αναρωτήθηκε ο Πάνθηρας.
Ο Κοσμάς τον απογοήτευσε. «Δε νομίζω».
«Είναι νόστιμο πάντως», πρόσθεσε ο Βροντόσαυρος μασώντας.
Ήταν πράγματι νόστιμο πάντως.
Του Βόλου τα Εννιάμερα
Υπήρξαν οι μέρες που άφησαν τον απέραντο χειμώνα. Από το κέντρο του Είναι ως το τέρμα του κόσμου, όλα ήταν πάγος και σκοτάδι χωρίς ελπίδα. Μια ανασταλτική περίοδος. Έπειτα ο έρωτας έφερε μια απρόσμενη άνοιξη. Πρώτη φορά ένιωσα φόβο για το κρύο.
~

~
Στης Μακρινίτσας τα στενά, χαζεύοντας μια στέγη,
Ένιωσες το χεράκι μου αβρά να σε αρμέγει,
Σ’ οργασμικό μεθόριο πως λάτρεψα την πλάση,
Αχ, λίγο ακόμα κράτα με γερό, Τελομεράση!
Ξόρκια των άστρων γύρεψες μέσ’ την σπηλιά του Χείρωνα,
Όταν στην άσπρη πλάτη σου επάνω ολοκλήρωνα.
Ποτίστηκε με έρωτα το διπλανό δενδρύλλιο,
Ν’ αναπολεί τα κάλλη σου νοσταλγικά, στο Πήλιο.
Γλείφει γένια εν Καυλίδι
Βιολογικά μιλώντας, ο έρωτας είναι μία υποκατηγορία του μίσους. Το ατελείωτο ορμονικό γαϊτανάκι που αποπροσανατολίζει την αιτιότητα. Πριαπικό αίμα κυλάει σε τιναγμένες φλέβες κοσμικών φαλλών και το Σύμπαν γεννιέται για την τελευταία του αρχή, στο αέναο τώρα του Άχρονου Γίγνεσθαι. Ρουφάμε ευχάριστα τον οίνο της Ηδονής, τα δάχτυλα να τέρπουν τα γεννητικά μας κύμβαλα, ενώ παράλληλα χαζεύουμε από το παράθυρο έναν αιμοδιψή Δαίμονα με παραφουσκωμένους όρχεις, να καταβροχθίζει την Πλάση. Σίγουρα όχι ο καλύτερος επισκέπτης για δείπνο.
Τι συμβαίνει όταν πλήττεται η Ακεραιότητα; Το ερώτημα της ταυτότητας δύναται να απαντηθεί μόνο εσωτερικά και στην καλύτερη περίπτωση, η απάντηση είναι το ίδιο μέρος αληθής και ψευδής. Ωστόσο, η μάταιη τάση για ακεραιότητα καθιστά την ύπαρξη αυθεντική σε μία σαρκαστική παραίσθηση, και φλέγεται απόρθητη απέναντι στο μίσος και στον έρωτα. Το μίσος και ο έρωτας μεταμορφώνονται μέσα από το άνθος της απομυθοποίησης σε ώριμο καρπό. Το μίσος αντικαθιστά στιβαρός άνθρακας, νεκρός πια, μα ανθεκτικός στις απειλές. Ο παλιός έρωτας ξεπλένεται από τη βροχή. Μένει ο Έρωτας. Ο Έρωτας μένει. Περιμένει την πορφυρή θεά. Απέναντι στο δάσος, τα κλαδιά των δέντρων πέφτουν μαλλιά στους ώμους της. Τρία μάτια έχει στο πρόσωπο και έξι στα ρόδα που επεκτείνουν την ύπαρξη της. Αυτά τα μάτια τα σκεπάζει με πέταλα να μη βλέπει και να μην τα δει κανείς. Οι θνητοί τρομάζουν και καίγονται σαν τα ανοίγει. Τα φανερώνει μέσα μου και η φλόγα τους λύνει την κατάρα του αιώνιου χειμώνα, που κάποτε μου φόρτωσε το χώμα.
Υπάρχει μία πτέρυγα στην εσωτερική βιβλιοθήκη του Υπερεγώ, με τρομερούς τόμους της Ματαιότητας και με τίμημα που μετριέται με τα μάτια, με τη μύτη ή με το μέτωπο. Μετουσιώνει τον μητρικό εμετό σε άτιμο τάμα, και τέμνει το τέμενος της Μήτρας στη μέση του τιμή. «Ταμούν’ θνα Γκαρ ο Μεμπτός», αποκαλούν οι καραβίδες και οι κουρούνες τον κολασμένο βιβλιοθηκάριο της, από τα γλυκά βύθη και τα νεκρικά ύψη αντίστοιχα. Δανεισμός επιτρέπεται έως δεκαπέντε (15) ημέρες, με δικαίωμα τηλεφωνικής επέκτασης χρόνου. Βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη και στο πρώτο στενό δεξιά και ένα τέταρτο πίσω στον χρόνο υπάρχει η μοναδική καντίνα που ψήνει πανσέτα στις φωτιές της βουδιστικής κόλασης. Η τσίκνα των τρισεκατομμυρίων αμαρτωλών δίνει αξεπέραστη γεύση στο κρέας και εξασφαλίζει περισσότερο καύσιμο για την ψησταριά.
Η οποιαδήποτε έκφανση του εαυτού κάνει την εμφάνιση της στον νου ως παραφουσκωμένος Δαίμων, που νουθετεί τοξικά και, δυστυχώς, αναπόφευκτα. Κάθε κενόδοξη συμβουλή του βασίζεται στο αδιαμφισβήτητο (απατηλά!) αξίωμα της Μονάδας, του Είναι, της αδιαίρετης και συνεχούς Ύπαρξης ως συνείδηση. Καμιά φορά οι φανφάρες του χρησιμεύουν, ως στατικός θόρυβος, για γρήγορο, ονειροπαρμένο ύπνο. Αυτό είναι όλο. Οι ψίθυροι μιλούν για κάτι ανώτερο και μετά η πληροφορία σταματά. Μία ελπίδα – χλευασμός για το τίποτα! Πίσσα και σκόνη η γνώση του Μεγαλειώδους. Το Σύμπαν αποτελείται από σκοτάδι, όχι σκιές. Δεν υπάρχει τίποτα από πίσω. Δημιουργία και Καταστροφή σε έναν φρενήρη χορό προς τιμή της αυτοαναφορικής τους παραδοξότητας. Καθετί δημιουργείται και καταστρέφεται αέναα και αυτή την ιδιότητα την έχει μόνο το Τίποτα. NULL. Το Μη-Σύνολο. Μια τρομερά απαίσια παράσταση που αποτελείται μόνο από έναν καθρέφτη στη σκηνή. Μέσα από τον καθρέφτη φαίνονται τρεις ωχρές μορφές. Κρατάνε κεριά που ρουφούν το φως. Φορούν μάσκες. Δεν είναι μάσκες. Είναι ξερά κρεμμύδια. Τα ξεφλουδίζεις όσο θες, ποτέ δε βρίσκεις τον πυρήνα της ύπαρξης τους. Το κρεμμύδι είναι το Όλον και το Καθόλου. Μία λύση υπάρχει στο πρόβλημα της ταυτότητας. Ρήμαξε το διαολεμένο το κρεμμύδι στον πολυκόφτη. Τσιγάρισε το γαμημένο, μέχρι να κοκκινίσει σε παρθένο ελαιόλαδο και έπειτα ρίξε γαρίδες. Μόλις γίνουν και αυτές οι σαχλές, άδειασε την ανόσια σάλτσα τομάτας και περίμενε να βράσει. Σκόρπισε ένα πακέτο λιγκουίνι στον ακόλαστο αυτό ζωμό και όταν ετοιμαστεί (αλ ντέντε!), σέρβιρε με μοτσαρέλα και φρέσκα φύλλα βασιλικού. Φρόντισε να το απολαύσεις συντροφιά με τον Έρωτα, γιατί ο Θάνατος έρχεται στα κοντά.
Buon appetito!
Σωτηρία σε Τιμή Ευκαιρίας
Τι είναι πάλι αυτό που συγχρονίζεται στην ατμόσφαιρα; Ποιο ποταπό φάντασμα δε λέει να ξεχαστεί και ξεχειλίζει στην εποχή μας να μας ξαναστοιχειώσει; Θρησκεία ούτε αρχέγονη, ούτε μοντέρνα. Κάτι στο ενδιάμεσο, σαν τον αξιοκαταφρόνητο χριστιανισμό και τα άθλια υποπαράγωγα του. Φόβος δίχως δέος. Απεραντοσύνη με όρια. Ηθική που, σαν το νερό, μένει στάσιμη, να βρομάει και να την πίνουμε αχόρταγα. Νόμοι αφύσικοι που πηγάζουν από τη χειρότερη φύση μας. Αρρώστια ενδογενής που σκορπίζουμε εξωγενώς. Μίσος. Αξιολύπητο μίσος.
Ανάθεμα αν παρεκκλίνετε από τις προφητείες της κακομοιριάς σας. Περήφανοι ρήτορες της μισαλλοδοξίας με το υπόθετο της «Ελεύθερης Έκφρασης» βαθιά στον πρωκτούλη σας. Αφοδεύετε τις απόψεις/ τα αστειάκια/ τις τοποθετήσεις σας όπου βρείτε και όταν η πολιτεία τα μαζεύει για να κατασκευάσει το οπλοστάσιο της ρατσιστικής βίας, της διαγραφής του διαφορετικού και της συστηματικής καταπίεσης της διαχείρισης του σώματος ενός ολόκληρου φύλου, αποποιείστε της ευθύνης, ενώ χαιρέκακα ζωγραφίζετε σταυρουδάκια δίπλα στα ονόματα των σιχαμερών αντιπροσώπων σας, κρυμμένοι πίσω από τις κουρτίνες. Κακόφωνες κραυγές για να θολώσουν την επικοινωνία και την ουσία. Αξιολύπητο μίσος.
Οι δομές ορθώς καταρρέουν, τα απομεινάρια τους όμως δεν ευνοούν τη μεταδόμηση. Γεννιούνται δράκοι από το μηδέν και η βία τους χειρότερη από κάθε μορφή στρακτουραλιστικού συντηρητισμού. Η υλιστική φυλακή του σύγχρονου Εγώ, πιο ασφαλισμένη από ποτέ. Αλίμονο σε όποιον μοιραστεί το οξυγόνο μας, το έδαφος μας, τη βρωμιά μας! Οι ψευδαισθήσεις έβγαλαν δόντια και ορμούν τυφλά στους καθρέφτες τους. Η διατήρηση της ψευδαίσθησης είναι το υπομόχλιο της κοινωνικής Σήψης.
~
Αν όχι Εγώ, τι; Τίποτα; Τι τίποτα…
Εσύ τίποτα, εγώ όχι τίποτα!
Η αξία σου τίποτα! Όλα τίποτα εκτός Εγώ!
Συμφωνείς ότι Εγώ όχι τίποτα;
Τέλεια, πάμε να δείρουμε τα άλλα τίποτα, μαζί εμείς,
μα πιο πολύ ΕΓΩ!
~
Η άποψη σου ακούγεται σαν πορδή στο νέφος της υποκειμενικότητας. Δεν είναι άποψη. Είναι κακοπροαίρετη προπαγάνδα. Σε εσένα απευθύνομαι οικογενειάρχη. Καλαμπουρτζή. Καλέ χριστιανέ μου. Εσένα που «δεν είσαι ρατσιστής, αλλά…», που «ας κάνουν ο,τι θέλουν στο κρεβάτι τους, μόνο τα παιδιά σου μην το κάνουν», εσένα που «η σάτιρα σου δεν έχει όρια». Το μίσος δεν φωλιάζει σε μία υποκατηγορία σκέψεων. Δεν είναι γούστο, άποψη, χιούμορ και προσωπική οπτική. Το μίσος είναι το Μηδέν σου που παριστάνει τη Μονάδα. Η θλιβερή σου ύπαρξη που παριστάνει την Αξία. Είναι το δικό σου. Το αγνό σου. Το Αξιολύπητο μίσος.
Στην ανάγκη του το Μηδέν να γίνει Ένα, καταλήγει ένα απειροστό κλάσμα ενός ανεξέλεγκτου τσουνάμι. Ο όχλος των Τίποτα κραυγάζει στα άλλα τίποτα να τους αδειάσουν τη γωνιά μην τα παρασύρει. Και απλά αυτοπαρασέρνεται και πάει στον Διάολο. Και κάποια έτη φωτός μακριά ακούγεται ένα τίποτα. Το αξιολύπητο μίσος.
Το αξιολύπητο μίσος είναι επιλογή. Η άγνοια είναι επιλογή. Οι αυταπάτες είναι επιλογή. Από τα απύθμενα βάθη της Υπαρξιακής Απελπισίας ακούγεται η φωνή του Ιωάννη-Παύλου Σαρτρ:
Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.
Φυσικά, το πρόβλημα εμφανίζεται στο «είμαστε». Αλλά αν είμαστε, τότε ναι, είμαστε και καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι. Όταν η ψευδαίσθηση πειστεί για την ύπαρξη της, φυλακίζεται στην ελευθερία και καταδικάζεται στην επιλογή. Και στο κάτω-κάτω, αν δεν είμαστε, τότε σίγουρα έχουμε αρκετό υλικό να απασχολήσει τον Νου μας. Χωρίς. Το. Αξιολύπητο. Μίσος.
Επιπλέον, όταν δεν είμαστε, αλλά επιλέγουμε να φερόμαστε λες και είμαστε, τότε (πάλι από τα προαναφερθέντα βάθη) ο Αλβέρτος Καμούς μας προτρέπει στην επανάσταση. Στη μάταιη επανάσταση ενάντια στη Μη-Ύπαρξη. Ο Σίσυφος που σπρώχνει τον βράχο, ωστόσο ξαποσταίνει πού και πού, για να κουνήσει οργισμένος τη γροθιά του ενάντια στους θεούς. Το άκρως προβληματικό αντίθετο βρίσκεται στα τίποτα που σκαρφίζονται θεούς, για να επιβεβαιώσουν το Εγώ τους, έτσι ώστε να επαναστατούν ενάντια σε άλλα τίποτα, που δεν τους έχουν κάνει …τίποτα. Είναι ο ανεγκέφαλος βράχος που κυλάει όπου να ‘ναι και καταστρέφει οτιδήποτε βρεθεί στον δρόμο του. Το αντίθετο λοιπόν είναι η Πλάνη του Εγώ. Η Δειλία να επιλέξεις. Η αλόγιστη καταστροφή. Το αξιολύπητο μίσος.
Δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας έκφρασης, όταν δεν υπάρχει έκφραση, όταν αποσυντίθεται ο διάλογος και ο θόρυβος πνίγει την επικοινωνία. Η ρητορική του μίσους δεν πηγάζει από την ελευθερία. Προκύπτει από τον φόβο για την ελευθερία. Τον Τρόμο της αντιμετώπισης του εσωτερικού τίποτα. Η δειλία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία. Ας τελειώνουμε πια με αυτό το αξιολύπητο μίσος.