Της νύχτας το χασμουρητό, των άστρων την αλήθεια,
Κοίταξα και απόμεινα. Τι το ‘θελα η ηλίθια;
Οι σκέψεις πια με τυραννούν, μα κι όταν πάω για ύπνο,
Τα όνειρα μου γεύονται οι Παλαιοί σε δείπνο.
Την ηρεμία μου μασούν με εκατομμύρια δόντια,
Και την ψυχή μου εξεμούν σε διαδρομή αχερόντεια.
Φ’νγκλούι μγκλγουο’ναφχ Κθούλου Ρ’λυε γ(ου)γκαχ’ναγκλ φταγκν!
Λύτρωση δεν υπάρχει πια, μόνο παραφροσύνη,
Προοπτική, η βέλτιστη, φρενοβλαβείας δίνη!
Θάνατος! Ίσως, και αυτός, απόγνωσης σωτήρας.
Μα σε ανόσιο δεσμό υπέγραψα Μνηστήρας.
Δώρα, κατάρες γύρεψα στις τελετές της Γίδας,
Το τίμημα ανείπωτο. Ένας μοντέρνος Μήδας.
Αιώνιες προσφορές στη Μαύρη Γίδα του Δάσους. Ια! Σαμπ Νίγκουραθ! Ια! Σαμπ Νίγκουραθ! Του Δάσους Μαύρη Γίδα με τους Χιλιάδες Γόνους!
Πύλες ανοίγουν στ’ άγνωστο,
γνώσης κλειδί αν στρέψεις,
Κλειδί κ πύλη ενώθηκαν.
Διαλύθηκαν οι σκέψεις!
Χώρο και χρόνο έχασα στις αχανείς διαστάσεις,
Αδιάβατες, ατέλειωτες ώρες και αποστάσεις.
Υ’ΑΪ’ΝΓΚ’ΝΓΚΑΧ ΓΙΟΓΚ-ΣΟΘΟΘ Χ’ΕΕ-Λ’ΓΚΕΜΠ Φ’ΑΪΘΡΟΝΤΟΓΚ ΟΥΑΑΑ!
{…}
Νιώθω ξανά τη λογική του νου μου να γλιστρά. Για αυτό αναγνώστη άκουσε πολύ προσεκτικά:
ΑαααΑΑΑΑΑαααααΑαΑΑΑΑαΑΑΑΑΑ!









