Ασύλληπτη Ωδή στον Ασύλληπτο Τρόμο για το Ασύλληπτο

Της νύχτας το χασμουρητό, των άστρων την αλήθεια,
Κοίταξα και απόμεινα. Τι το ‘θελα η ηλίθια;
Οι σκέψεις πια με τυραννούν, μα κι όταν πάω για ύπνο,
Τα όνειρα μου γεύονται οι Παλαιοί σε δείπνο.
Την ηρεμία μου μασούν με εκατομμύρια δόντια,
Και την ψυχή μου εξεμούν σε διαδρομή αχερόντεια.

Φ’νγκλούι μγκλγουο’ναφχ Κθούλου Ρ’λυε γ(ου)γκαχ’ναγκλ φταγκν!

Λύτρωση δεν υπάρχει πια, μόνο παραφροσύνη,
Προοπτική, η βέλτιστη, φρενοβλαβείας δίνη!
Θάνατος! Ίσως, και αυτός, απόγνωσης σωτήρας.
Μα σε ανόσιο δεσμό υπέγραψα Μνηστήρας.
Δώρα, κατάρες γύρεψα στις τελετές της Γίδας,
Το τίμημα ανείπωτο. Ένας μοντέρνος Μήδας.

Αιώνιες προσφορές στη Μαύρη Γίδα του Δάσους. Ια! Σαμπ Νίγκουραθ! Ια! Σαμπ Νίγκουραθ! Του Δάσους Μαύρη Γίδα με τους Χιλιάδες Γόνους!

Πύλες ανοίγουν στ’ άγνωστο,
γνώσης κλειδί αν στρέψεις,
Κλειδί κ πύλη ενώθηκαν.
Διαλύθηκαν οι σκέψεις!
Χώρο και χρόνο έχασα στις αχανείς διαστάσεις,
Αδιάβατες, ατέλειωτες ώρες και αποστάσεις.

Υ’ΑΪ’ΝΓΚ’ΝΓΚΑΧ ΓΙΟΓΚ-ΣΟΘΟΘ Χ’ΕΕ-Λ’ΓΚΕΜΠ Φ’ΑΪΘΡΟΝΤΟΓΚ ΟΥΑΑΑ!

{}

Νιώθω ξανά τη λογική του νου μου να γλιστρά. Για αυτό αναγνώστη άκουσε πολύ προσεκτικά:

ΑαααΑΑΑΑΑαααααΑαΑΑΑΑαΑΑΑΑΑ!

Φυσιολαγνείες

Protaetia cuprea, Copper Chafer

Κατά τις 10 το πρωί, στου Βόρα εκεί τα όρη,
Είδα το άνθος σου, όμορφη και σμαραγδένια κόρη!

Στους λόφους του Καϊμακτσαλάν, πως μάζευα κεράσια,
Στο βλέμμα μου εισέβαλε μια Όλια Αργελάσια!
Όπως εσύ τα έντομα, με εμμονή κυνήγησα
εσένα, των αραχνιδών, πανέμορφη μου ρήγισσα.

Τα μάτια σου εκπέμπουνε του κυνηγιού την δράση,
Ο πούτσος πως κοκκίνισε… σαν ώριμο κεράσι!

Τα πόδια σου, την ηδονή στα σκέλια μου, ξυπνάνε!
Πλεύσε ξανά στον οργασμό, φαλλού μου Μαγγελάνε!

Olios Argelasius, Huntsman Spider

Αχ, θες να φύγεις να κρυφτείς, απ’ τα ζεστά φιλιά μου,
Να μου στερήσεις τις χαρές, στενού σου του θαλάμου!

Από την μέση σε έπιασα, σφιχτά απ’ τα καπούλια,
Των μαγικών σου πισινών ρούφηξα τα μεδούλια!

Λάγνοι, καυτοί και απαλοί, οι στεναγμοί των γρύλων,
Το στήθος μου πως διαπερνούν, σαν θρόισμα των φύλλων!



Σκληρή την στύση διατηρεί ο ερυθρός στρατιώτης,
Κάπου στον έκτο οργασμό, ξεχνιέται η Ματαιότης.

Τα πορφυρά σου πισινά, Κλύτρα, θα τσιγαρίσω,
Και πριν αρπάξεις, με φαλλού τον οίνο θα σε σβήσω.

Πώς με διαφθείρεις Μέλισσα, αφράτη με καμπύλες!
Σαν Πέρσης θα ‘μπω στις γλυκές, στενές σου Θερμοπύλες!

Σεμνότητας, κι αν μου βαστάς, τη ραβδωτή αιγίδα,
Μοιραία θα ‘ναι η εισβολή, παρθένε Λεωνίδα!

Χοροπηδάς περίτεχνα, τον πόθο δελεάζεις,
Μα πάντοτε στη βέργα μου, βλέπω, κατασταλάζεις.

Τα χάδια μου στον κόλπο σου, αγγίζουνε βελούδα,
Από κουκούλι σε οργασμό, γεννιέσαι Πεταλούδα!

Olios Argelasius, Huntsman Spider

Αιώνια θα σε υμνώ, εσένα μέσ’ τα χόρτα!
Και της καρδιάς και του πρωκτού ανοίγω σου την πόρτα!
Το πορφυρό – θαρρείς φωτιά – και λάγνο σου το σώμα,
Θα βεβηλώσω καταγής, στου χωραφιού το χώμα!

Για χρόνους αδιαίρετους, του χώματος δεσμώτης,
Προσμένω μεταμόρφωση, σαν λαίλαπα λαγνείας,
Κι αν στην ζωή μου αστραπή δίνει λιτά ο Δίας,
Ευγνωμοσύνη, σβήνοντας, νιώθω για τον πρωκτό της!

Στην φυλλωσιά μιας κερασιάς είδα το ψήγμα της ζωής,
Αναδιφούσε ευθαρσώς, να βγει στο τέλος της γραμμής.
Είτε αυτής, ειτ’ αλληνής, στον λάκκο της υπαρξιακής
απελπισίας. Εύχομαι, κάπου στο βάθος να την βρεις.

Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου

Οι κοσμικοί ερευνητές, φωτός διάνυσαν έτη,
Της ομορφιάς σου να γενεί, ενδελεχής μελέτη!

Ενεργειακές μας τις χορδές, λάγνα εσύ διεγείρεις,
Ηλεκτρικό ‘χεις τ’ άγγιγμα, άστρου φωτιά η ίρις!

Αρχή που αναδύεσαι στη διαστολή της πλάσης,
Παράδοξο το χάος σου, απλώνει στις διαστάσεις!

Le Tour Eiffallique

Εκρήξεις και μπελάδες απίθανοι, σημειώθηκαν νωρίς το πρωί στο πολυσύμπαν. Διάφοροι νέοι παράλληλοι κόσμοι έσκασαν μύτη πίσω από τις γνωστές διαστάσεις, με εντελώς πρωτοποριακές, εναλλακτικές πραγματικότητες, για να αναλογιστεί και ο πιο αισιόδοξος την ματαιότητα και την κοινοτοπία, σε κοσμικό πλέον επίπεδο.

~

Την ιερή μου την καρδιά, «αν θέλεις», μου ‘πες, «πάρ’ τη.»,
σαν θώπευα το στήθος σου, Απρίλη στη Μονμάρτη!

Το φτέρωμα στους ώμους σου χρωμάτων πανδαισία,
Στο στήθος σου απέθεσα το σπέρμα μου, θυσία.

Πιότερο απ’ το μπέικον, σε πέννες a la creme,
Το βλέμμα σου πως άξιζε, τ’ αυθεντικό «je t’aime».

~

*** Ακολουθεί ωδή στην εξωτική κτηνοβασία ***

Κατέχεις κάλλος των θεών, εσύ ο χαμαιλέων,
Δίνεις ισχύ στη στύση μου, εκατοντάδων πέων!
Μα και εσύ ο ένδοξος, κομψός ιαγουάρος,
Στα τέσσερα να σ’ έπαιρνα… Αχ να ‘βρισκα το θάρρος…
Τα νόστιμα λαγόνια σου, αβρό μου ιγκουάνα,
Να ενισχύσω – επίτρεψε – με το λευκό μου μάννα!
Στο φαύλο στόμα σου ας μπω, να φτάσω στο λαρύγγι…
Και να πεθάνω φαλλικά… Ω! Δυνατό μυρμήγκι!

~

< Διάλειμμα για φρουτάκι >

~

Eiffel Tower, Paris

~

Στης Νοτρ Νταμ τη σκέπη, καπνοί πετάνε, γκρίζοι,
Μα στο σοκάκι δεξιά, άνθος με σατιρίζει.

Τα αρχέγονα ένστικτα της ύπαρξης χωρίς αυτοσυνείδηση, συνιστούν ένα γλέντι έρωτα και γαστρονομίας, δίχως της έγνοιες για μεταδομιστικές εξεγέρσεις.
Μακάρι να έβγαινε και σε μανταρινί…

Το υψόμετρο της στύσης μου, π’ όταν σε δει, ανάβει,
Δε φτάνουν με τους πύργους τους, ούτε εκατό Γουστάβοι!

Σωταρισμένοι Βερσάλιαγκες με Άνηθο

< Όταν είχαν ακόμα τα κεφάλια τους >

Πολυτελή – αχρείαστα – το άλογο σε βρήκε,
Μα η ψωλή του τράβηξε το βλέμμα, Λουδοβίκε!
Τόσος χρυσός για να ντυθεί, του παλατιού σου η πύλη,
Όμως εγώ θέλω να μπω στα κόκκινα σου χείλη!
Μπρος σου μορφάζουν οι αστοί! Αναγουλιάζουν: «Ίου!»
Της σαρκικής σου, αγνοούν γεύση, της κηρυκείου!
Επισκιάζεις, άστρο μου, των ουρανών τα κάλλη,
Λιτή μπροστά σου η οροφή… Να ντρέπονται οι Γάλλοι!
Τι Ηρακλής, τι Καίσαρας… Τι άδοξος Περσέας!
Άσε τις φιοριτούρες πια! Δωσ’ μου το λάγνο κρέας!

Αχ έρωτα! Πώς καβαλάς τ’ ασύλληπτο μου κτήνος!
Στην όψη του αμφισβητεί τις γνώσεις του ο Δαρβίνος!
Βγάλε τα ρούχα σου, μα αν θες άφησε το καπέλο,
Με συντριβάνια οργασμικά ας παίξουμε μπουγέλο!
Γιορτάζουν λάγνα τα κορμιά, στ’ Απόλλωνα το άλσος
Το κρέας μας αλείφεται με φαύλου φεστιβάλ, σως!
Στ’ ορκίζομαι στα ερμητικά, θεών αρχαίων, δέντρα!
Από εσένα δε θα βρει άλλη, ο φαλλός, αφέντρα!

Piper, Versailles Palace

Το φλάουτο χειρίζεται στα πορφυρά της χείλια!
Τράγος με μένος κόλασης ρουφώ της τα σταφύλια!

Αρπάζει με τα χέρια της, απ’τον λαιμό τον κύκνο!!!
Ταρακουνιέται άγρια στο φαλλικό μου λίκνο,

Βλέμμα και μύτη έκφυλη, εφάμιλλη Σατύρου,
Ευωδιάζει η βάλανος, με άρωμα ονείρου!

Τα μάτια μας ενώθηκαν, ίδρωσε ο μαλαχίτης,
Το κέρας της Αμάλθειας άδειασα στο κορμί της!

Κόρακας, τέλος, στοχαστής, πάνω απ’ το συντριβάνι:
«Δεν έχουν άρτο οι φτωχοί. Ας φάνε παντεσπάνι!»

Τα Κβάντα Ρει

Egon Schiele – Stylized flowers on decorative background (Leopold Museum, Vienna)

Η κβαντική βαρύτητα μας ουρλιάζει ότι η «κατάσταση», τα «αντικείμενα», το «Είναι», ψεύδονται, όντας, στην καλύτερη περίπτωση, χρήσιμες πλάνες και λειτουργικές προσεγγίσεις. Ο κόσμος είναι φωτιά και ποτάμι. Η αντίθεση αυτοεπιβεβαιώνει τη θέση και πριν το καταλάβει κανείς βρίσκονται σε αντίθετες θέσεις. Κοιμάσαι με τη μία, ξυπνάς με την άλλη. Το βράδυ ενδιάμεσα, απολαμβάνεις παρτούζα επιστημολογικών διαστάσεων με ανίερους οργασμούς, γόνιμη προσφορά στον κρυστάλλινο βωμό του Παραλόγου.

Γιατί λοιπόν, ο κόσμος να γλεντάει αέναα στο σατυρικό πάρτι της Αλλαγής και ο κακομοίρης άνθρωπος (ο νοήμων με την πνοή του Θεού) να παλεύει να διατηρήσει τη «στιγμή» στην τέχνη, στον πολιτισμό, στα συστήματα και στις πεποιθήσεις, αλλά κυρίως στις σέλφις του ίνσταγκραμ; Το πρόβλημα με τα «πιστεύω» δεν έγκειται στην έλλειψη αρκετής «αλήθειας», αλλά στην ανόητη (και αν μη τι άλλο, κατανοητή) ανάγκη της εγκεφαλικής εξέλιξης για σταθερότητα. Μέχρι να πιστέψεις σε κάτι, το πολυσύμπαν διαστρεβλώνεται ικανοποιητικά για να σε διαψεύσει.

Αυτή είναι η αλήθεια για την «Αλήθεια» σας. Ίσως, η ισχύς του Χρόνου να σχίζει σαν βέλος τα Έσχατα του μέλλοντος. Μπορεί εμείς να ρέουμε ανήμποροι – μα και ανεμπόδιστοι – στα ρυάκια του Χρόνου. Ενδεχομένως η διχασμένη φύση της ύλης-ενέργειας, να δείχνει προς την απουσία χωροχρόνου, τουλάχιστον ως αντικειμενικό υπόβαθρο στο οποίο ορίζονται τα ενδεχόμενα της αιτιότητας. Κάθε φορά που ανακαλύπτουμε κάτι εκπληκτικό για το Σύμπαν, αγωνιούμε σαν νεαροί δαίμονες να του το δείξουμε. Αυτό, το κοιτάζει αδιάφορα και μας ζητάει να αλλάξουμε σταθμό στο ραδιόφωνο. Η μοναξιά δε δύναται να βαστάει το Δέος αλώβητη, ούτε περήφανη.

Σκοπός της τέχνης δεν είναι η διατήρηση της «στιγμής». Είναι η ειρωνεία της ίδιας της δημιουργίας της. Η μελαγχολία που διέπει τη γνώση του παροδικού μας ίχνους στον δρόμο της Εντροπίας. Η σωστή τέχνη, θυμίζει θάνατο. Μιας και ο ίδιος ο θάνατος είναι κάθε άλλο, πάρα αισθητικός, στα μάτια της μάταιης νοημοσύνης.

Νεαρές Ορμόνες Ψάχνουν

Έβρεχε. Τα μαλλιά του ήταν λευκά. Στο κρανίο του, για μια στιγμή, φώτισαν οι φαλλικοί χυμοί του Διονύσου. Στην πλάτη του κρεμόταν ένα πελώριο βιβλίο με ξόρκια απομυθοποίησης. 66.000 χρόνια μετρούσε από όταν είχε ξεκινήσει το ταξίδι του. Σκοπός του να φτάσει εκεί, από όπου ξεκίνησε. Η εκπομπή της Ύπαρξης του, απλωνόταν μάταια στη λήθη του Χρόνου. Η αιτιότητα όμως έφερε και τα δικά του ανείπωτα σημάδια. Μακρυά από τα βουνά, με το λίγο φως που στριμωχνόταν από τα μαύρα σύννεφα και τις εκρηκτικές εκλάμψεις που πρόσφεραν οι αστραπές, κοιτούσε το νερό που κάλυπτε τα πόδια του. Οι σταγόνες από τα ρούχα του έπεφταν πάνω του, όπως η εξάντληση τη στιγμή του θριάμβου. Είναι νωχελικός ο θρίαμβος της γνώσης του θανάτου.

«66.000 χρόνια», σκέφτηκε. «Οι πατάτες θα πρέπει να γίνουν σε 5-10 λεπτά». Αρκετός χρόνος για να συναντήσεις την αρχαία ομορφιά των βουνών και των ποταμών, των θεών και των τεράτων, της Ζωής και του Θανάτου. Πελώρια, λίθινα κεφάλια με δέρμα τα βρύα και δόντια τους σταλαγμίτες και τους σταλακτίτες. Το τέλος του ενός δοντιού, η δημιουργία του άλλου. Έτσι, αρχέγονη και ήπια απόλαυση. Τα μάτια τους περικλείονται από την απουσία τους, όπως ακριβώς η Συνείδηση. Επάνω στα κεφάλια αυτά των θεών, στέκεται μια Αφροδίτη, μια Εκάτη, Δήμητρα, Αστάρτη, Μπάαστ, Σαμπ Νιγκουράθ (Ιά, ιά! κτλ). Μία έκρηξη φύσης, επικίνδυνη και δηλητηριώδης! Για χέρια έχει σαρκοφάγα φυτά, τρομερές Διωναίες, αφροδίσιες μυγοπαγίδες (κι εμείς οι μύγες). Τα μαλλιά της πύρινα, πορφυρά (κι από μύγες, νυχτοπεταλούδες – μη ρωτάτε πως, είτε στάχτη γίνουμε, είτε μας πέψουν τα φυτά, σημασία έχει πως δεν έχει σημασία). Το τραγούδι της ακούγεται αβρά:

«Οι μύκητες πάνω στις πέτρες είναι ο Θάνατος που φοράει τη μάσκα της ζωής.»

Για μερικές στιγμές όλα κόκκινα και ηδονικά. Το αίμα απλώνει χέρια και από την αγκαλιά τους γεννιέται η Αίλουρος με τα έξι μάτια. Της χαϊδεύω την κοιλίτσα και αυτή γουργουρίζει με ευχαρίστηση. Αρχίζει να βήχει και να αναγουλιάζει. Στο τέλος ξερνάει μία μπάλα από κρανία. Και μέσα σε καθένα από αυτά τα κρανία, 100 δισεκατομμύρια νευρώνες αναζητούν ακατάπαυστα αυτό που έχουν. Αυτό που τους λείπει. Κοίταζε τα οράματα αυτά σαν χαζός, λίγο ποιο αριστερά από το κέντρο, κάπου στον λόγο του μικρού με το μεγάλο, όταν αυτός είναι ίσος με το μεγάλο δια το άθροισμα τους, ενώ ένα από τα ξόρκια που είχε διαβάσει, αιωρούνταν στείρο στο χέρι του. Κάτι σαρδέλες του τράβηξαν την προσοχή, όσο ένα μυστηριώδες σκουμπρί του έκλεβε τον Νου. Για καλή του τύχη, το νερό που χύθηκε από το μυαλό του τρόμαξε τα φλαμίνγκο που έρχονταν να τον κατασπαράξουν, δυστυχώς όμως το πρόβλημα του παρέμενε. Είχε χάσει το μυαλό του. Και για να λύσει αυτό το πρόβλημα, χρειαζόταν μυαλό. Χρειαζόταν να ξεκινήσει το ταξίδι του στον προορισμό που είχε ήδη φτάσει. Όπως και την προηγούμενη φορά. Κάπου στο αόριστο τέρμα του αέναου Γίγνεσθαι συνειδητοποιείς ότι η μόνη επιδίωξη, είναι αυτή της επιδίωξης. Το νόημα της ύπαρξης είναι η φυγή από την Τελειότητα, με τον ίδιο τρόπο που το νόημα της ζωής είναι η γνώση του θανάτου.

Τα Υγρά Βέλη του Διός

«Η λευκή γλώσσα του Χάους, υψώθηκε σαν οπτασία πάνω από την έρημο. Το κόκκινο πετράδι στο στέρνο της, καλούσε τους ανισόρροπους σε παραφροσύνη και τους συνετούς στην αυτοχειρία. Εμένα με κάλεσε για τσάι, στο απερίγραπτο δωμάτιο της, στο τέλος του διαδρόμου του Ασύλληπτου, τρίτη πόρτα αριστερά, μέσα σε μια γωνίτσα, κάθετη στην Πραγματικότητα.»
– Η Φαλλίκη στην Μπόρα των Μιασμάτων

Σκεπή στο Ζέμουν της Σερβίας

Οι αισθήσεις των λαγόνων μου, μόλις σε δούνε, τρέμουν,
Το φως από τα στήθη σου, πλημμύρισε το Ζέμουν.

***

Τα αφράτα νεφελώματα, τα ουράνια σου στήθη,
Σκορπίζουν δέος αχανές, σχίζουν τον χωροχρόνο,
Για να στεριώσουν τελικά, στου πόθου μου τα βύθη,
Να συντηχτεί στα άστρα μου, το φαύλο υδρογόνο.

Αυθεντική σου η ύπαρξη, στον ίσκιο του ονείρου,
Βλέμμα ταξίδι μακρινό, σαν έπος του Ομήρου,
Σε ηδονικά χείλη θεάς, ένδοξα καταλήγω,
Οίνος μου ας στάξει, Καλυψώ, στον ροζ, υγρό σου τρύγο.

Κορμί, της τέχνης όνειρο, αντάξιο αλαβάστρων,
Γυμνή θέα, αίλουρος Μπαστ, αρχή εσύ του τέλους,
Το πορφυρό στα χείλη σου, σαν σύντηξη των άστρων,
Ας εκραγεί στην κεφαλή του φαλλικού μου μέλους.

Το βλέμμα σου εβένινο, τα χείλη σου βιολέτες,
Βασίλισσα αμύθητη, νεφελωμάτων κόρη,
Μπρος στο κορμί σου χάνομαι… Σκορπίζω a priori,
Των όρχεων μου τους χυμούς, στα πόδια σου επαίτες!

Διψώ στου χρόνου την πηγή, για τον γλυκό χυμό σου,
Οχτώ φιλιά, καθώς πετάς, στα ολόχρυσα φτερά σου,
Γδύσου! Γύρνα! Γονάτισε!!! Θεά, μεταμορφώσου!!!
Σε συνουσία πύρινη, μαζί μου ξεγοφιάσου!

Ο υγρός σου κόλπος με καλεί, λάγνα μου ψιθυρίζει,
Από κορφές και θάλασσες, άγνωστες των ατλάντων!!!
Του πύργου μου η οροφή, με φως λευκό φωτίζει!
Οι οργασμοί: Ταυτόχρονοι. Διεμπλοκή των Κβάντων.

Έξω αθώο, προσηνές, μέσα εκρήξεις, λάβα!!!
Το κολπικό σου τέμενος, απόγειο λατρείας,
Κρεσέντο ατελείωτο, σ’ οργασμική οκτάβα,
Του κώλου σου οι κραδασμοί, αρχή κοσμογονίας!

***

Διαστρεβλωτικές, άγριες περιστροφές γαλαξιών, σε επικές συγκρούσεις,
Η ένωσή μας των γοφών! Μελίρρυτες των στεναγμών, οι λάγνες υποκρούσεις…

***

Έξω σιωπά ο παγετώνας,
Άπνοια, φαινόμενο εμβρίθειας…
Βαθειά ουρλιάζει ο κυκλώνας,
Δάκρυα, κριτήριο αλήθειας.

***

Ικανοποιημένη, κατέβηκε το μονοπάτι. Είχε αφήσει τον κυνισμό της στο παρελθόν, οπότε μας αγνόησε κανονικότατα, και συνέχισε την απελευθερωτική κατάβαση προς τη μη-ύπαρξη…

Βίκος Ανοχής

{Χορταίνοντας τον έρωτα στη γραφική Πίνδο}

Στο θέατρο, υπαίθρια, ρεμβάζοντας στους τοίχους,
Για τις ακολασίες μας έψαχνα να ‘βρω στίχους!
Κι όπως τον ώμο άραζα σε μια λευκή κολώνα,
Τη βάλανο μου ρούφηξε, υγρή σου η καταπιόνα!

Ξεριζωμένη μου θεά με τον υγρό σου κόλπο,
Τι πάθη, στον ξερό αυτό, ψάχνεις να βρεις, τον τόπο;

Λησμονημένες εποχές και ξεχασμένες χώρες,
Κρύβουν στα ωχρά πλοκάμια τους, ακολασίας μπόρες.

Αχ, οι στιλπνές, οι κυανές, πανέμορφες λεπίδες,
Νήσος λιακάδας σε βουνό, που τρων’ οι καταιγίδες.

Στις εποχές αήττητος, τον έχει εχθρό ο Χάρων,
Γαλήνης καταφύγιο, ο έρωτας κανθάρων!

Για το κορμί σου διάβηκα, πυρ, στάχτη και θειάφι,
Το ήθος μου, για τον σφιχτό πρωκτό σου κατεστράφη!

Σαν τον χαλκό …ευέλικτη η φαλλική μου σάρκα,
Τα κάλλη της τα γνώρισες, στων Ζαγοριών τα πάρκα.

Γλυκιά, καυτή, αράχνη εσύ! Πώς με πηδάς τη νύχτα αυτή!
Παίρνεις το δόρυ στη στιγμή, μέσα στου κώλου τη σχισμή!

Πάνα, Διονύσου, Πρίαπου χειρίζεσαι τις στύσεις,
Αρχαίους οργασμούς θεών, μπορείς να αφυπνίσεις.

Νύμφη μου εσύ, ‘γω σάτυρος – παρθήκαμε στο δάσος,
Εξεγερθέντες εραστές, επάνω σε λουλούδια,
Ανθίσαμε ταυτόχρονα με μέγα, λάγνο θράσος,
Το νέκταρ μου απέθεσα στου κόλπου σου τα χνούδια!

Λαχταριστό ‘ταν στην αφή, του κώλου σου το δέρμα,
Κόκκινο απ’ το ράπισμα, λευκό από το σπέρμα!

Έτσι λοιπόν τελείωσα στης ποίησης τον οίστρο,
Του στήθους σου, παντοτινός, απέμεινα θιασώτης,
Το χέρι σου ψαχούλευε το φαλλικό μου κλείστρο,
Και στο δικό μου έκλαιγε γλυκά ο Λαπαθιώτης.

* * *

Το πρώτο μονοπάτι προς την κβαντική θεωρία της βαρύτητας, ξεκινά από μια στιγμή σε ένα σημείο. Στο τέλος απλώνεις το βλέμμα στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος και αναρωτιέσαι: Παρατηρείς εσύ τους γιγαντιαίους ογκόλιθους της Πίνδου, να ξεκουράζονται για αιώνες, ή κάποιος ασύλληπτος Τιτάνας, παρατηρεί εσένα με τον παράδοξο μετα-αισθητήριο οφθαλμό του και βλέπει απλώς ένα σημείο, για μια στιγμή.

Από την απέναντι όχθη, αυτή των θεόρατων διαγαλαξιακών συστάδων, η σχέση με τα αρχέγονα κοσμικά φαινόμενα παραμένει απολαυστική κ μη δεσμευτική (friends with benefits), μα τα φαινόμενα απατούν! Ναι, φτωχή μου συνείδηση, σε απατούν με άλλα Σύμπαντα, με περισσότερες (κ μεγαλύτερες) διαστάσεις, υπερσυμμετρικά σωματίδια και τη φρεσκάδα του καινούριου, του νέου, του συναρπαστικού.

Το ύστατο μονοπάτι, δεν είναι μονοπάτι. Δεν έχει κατεύθυνση, αρχή ή τέλος. Αναδύεται από τη μεταδόμηση, παίρνει τα λιγότερο εύθραυστα ερείπια την επιστημολογικής μας αλαζονείας και παλεύει να χτίσει τη γέφυρα προς τη γνώση… Τουλάχιστον κάθε φορά που γκρεμίζεται, προλαβαίνει να νιώσει το δέος του καλλιτέχνη προτού αφανιστεί.