Ω Μούσες! Φτάνει μου ανιστορήσατε για άντρες… Για τη Γυναίκα διηγηθείτε μου απόψε. Μη μελετάτε την παρθένα, την ξελογιάστρα ή την υποτακτική. Επιθυμώ να διδαχθώ για τη Σκέψη, ποτισμένη με τις δροσερές σταγόνες της Δημιουργίας. Για τη Δύναμη που πηγάζει από την ισορροπία με τη Φύση. Για την Ανεξαρτησία δεμένη στους στύλους της Ενότητας και της Αγάπης. Ακούστε πια, και μη μιλάτε. Μη συλλογίζεστε τη θέση μας στον Κόσμο. Γιατί αν μπορούσατε να το επιτύχετε, δε θα έμενε κανείς σας συνετός να μην παραφρονήσει. Από την άλλη, η αυταπάτη της αυτοσυνείδησης, είναι αρκετή παραφροσύνη, εξωγενής και καρκινογόνα απέναντι στους γείτονες που μέμφονται την τοξικότητα. Αγύρτες μάγοι γίνατε, και αλληλοεπιβεβαιώνεστε, σαν ανδρείκελα που υποκλίνονται ο ένας στον αυνανισμό του άλλου.
Ο άνθρωπος έγινε πολίτης, φιλόσοφος, επιστήμονας, δάσκαλος. Έπλευσε σε θάλασσες, παρατήρησε τα άστρα και πυρπόλησε μεταλλικές πλάκες με σωματίδια άλφα. Έγινε ρατσιστής, αφέντης, ομοφοβικός και τυχοδιώκτης. Έχτισε θαύματα με αίμα και κόκαλα. Εδραίωσε την οικονομικοπολιτική του υπεροχή με λιμό και δουλεία. Έγινε ο τρανός μάστορας στο καφενείο, κοροϊδεύοντας τις απόψεις της γυναίκας (τη χτύπησε), καταδικάζοντας την ομοφυλοφιλία ως «ανωμαλία» (αυτοκτόνησαν) και απαιτώντας από τους αλλοδαπούς να γυρίσουν σπίτια τους (πνίγηκαν). Ο άνθρωπος έγινε (νέο-) Έλληνας, εγγονός του Σωκράτη, μιμητής του σπουδαίου Οδυσσέα, φορέας της Δημοκρατίας. Πατριώτης! Και πλέον δεν είναι Άνθρωπος. Είναι μυγόχεσμα που συγκινείται όταν του διηγούνται για τον διωγμό στη Σμύρνη, αλλά οι μετανάστες που πνίγονται, ας έμεναν στα σπίτια τους. Η μάνα του και η αδερφή του είναι ιερές, αγαπημένες, και αν βγουν έξω νύχτα, ντυμένες προκλητικά, καλά να πάθουν που τις βίασαν. Η Μακεδονία του είναι ελληνική, η Χαλκιδική όμως έχει χρυσό και η Ήπειρος πετρέλαια, ας τις βιάσει και αυτές η βιομηχανία του Ιμπεριαλισμού. Απόγονος περήφανος του Σωκράτη, του Αλεξάνδρου και του Περικλή και του άλλου… μμμ… εκείνου του… έλα του Αναξανίμου; Αξαμινένη; Αναξαγλύξμπερ; …αυτού, τέλος πάντων, που ήρθε από τον Σείριο με το διαστημόπλοιο κβαντικής φυσικής τελευταίας. αρχαιοδιαστημικοελληνικής τεχνολογίας και έφερε τον πολιτισμό στη γη.
Φυσικά, η εντροπία του Σύμπαντος αυξάνεται και ο εγκέφαλος μάχεται να συντηρήσει την ψευδαίσθηση της σταθερότητας. Ή όπως λέει ο λαός: Ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται. Ή ξυρίζεται; Όπως και να ‘χει, από εκεί βγαίνουμε και μετά ιδρώνουμε και γελοιοποιούμαστε αέναα, μπας και επιστρέψουμε μέσα του. Στη ζεστή ασφάλεια του Κόλπου. Να επιστρέψουμε δηλαδή στη γλυκιά αγκαλιά της ανυπαρξίας, της Ασυνείδητης Ύπαρξης. Θα γίνει. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρουμε το μέλλον μας. Το πρόβλημα είναι πως το ξέρουμε.
Η κατάρρευση της ζωής, αυτή η απόκρυφη εντολή, καθώς κυλά στο ρέμα του Χρόνου, είναι (γίνεται;) μια έξοχη αυτοκαταστροφή, μαγειρεμένη στον ζωμό της απόλαυσης και της ευαρέσκειας, κάτι σαν τη λαίμαργη αδηφαγία μιας δριμύτατα καυτής πίτσας (γίγας, σπέσιαλ με έξτρα πεπερόνι) το προηγούμενο βράδυ. Ναρκοληψία. Το έκτο ουίσκι με κατεβάζει σε κύκλους τρομερούς, που όταν τους στοχάζεται ο Εωσφόρος, μπουκώνει και άλλους προδότες στην καταπιόνα του να ξεχαστεί. Κύκνοι κατοικούν εκεί (στοιχειά), φορείς της ματαιότητας, και είτε τους αγκαλιάσεις, είτε τους βλάψεις, πληρώνεις με ανήμερη γνώση. Τα θύματα από τον φλεγόμενο τυφώνα του θηριώδους διδάγματος τους αποτυπώνονται στην ενόραση. Το καύσιμο του στοχασμού σώνεται μαζί με τη διαύγεια, ή στη χειρότερη περίπτωση, χωρίζεται σε πολλαπλά αιχμηρά βέλη και σου τρυπάει τον πνεύμονα και τα σωθικά, ώσπου να ενδώσεις.
Μία δροσερή λαίλαπα αρχέγονων φωτονίων, χαϊδεύει το φαλλικό σπεκτροσκόπιο με γλαυκή στοργή. Από το Έρεβος, μία άγνωστη πηγή βαρύτητας χλευάζει τους ιερείς-κοσμολόγους του νεκροζώντανου θετικιστικού δόγματος και ο Ηράκλειτος (νέφος πιθανοτήτων πια η αναδρομική εκπομπή της συνείδησης του) συνεχίζει να μέμφεται το Είναι και τους ζηλωτές του.


