Ομήρου Αφροδύσσεια

Ω Μούσες! Φτάνει μου ανιστορήσατε για άντρες… Για τη Γυναίκα διηγηθείτε μου απόψε. Μη μελετάτε την παρθένα, την ξελογιάστρα ή την υποτακτική. Επιθυμώ να διδαχθώ για τη Σκέψη, ποτισμένη με τις δροσερές σταγόνες της Δημιουργίας. Για τη Δύναμη που πηγάζει από την ισορροπία με τη Φύση. Για την Ανεξαρτησία δεμένη στους στύλους της Ενότητας και της Αγάπης. Ακούστε πια, και μη μιλάτε. Μη συλλογίζεστε τη θέση μας στον Κόσμο. Γιατί αν μπορούσατε να το επιτύχετε, δε θα έμενε κανείς σας συνετός να μην παραφρονήσει. Από την άλλη, η αυταπάτη της αυτοσυνείδησης, είναι αρκετή παραφροσύνη, εξωγενής και καρκινογόνα απέναντι στους γείτονες που μέμφονται την τοξικότητα. Αγύρτες μάγοι γίνατε, και αλληλοεπιβεβαιώνεστε, σαν ανδρείκελα που υποκλίνονται ο ένας στον αυνανισμό του άλλου.

Ο άνθρωπος έγινε πολίτης, φιλόσοφος, επιστήμονας, δάσκαλος. Έπλευσε σε θάλασσες, παρατήρησε τα άστρα και πυρπόλησε μεταλλικές πλάκες με σωματίδια άλφα. Έγινε ρατσιστής, αφέντης, ομοφοβικός και τυχοδιώκτης. Έχτισε θαύματα με αίμα και κόκαλα. Εδραίωσε την οικονομικοπολιτική του υπεροχή με λιμό και δουλεία. Έγινε ο τρανός μάστορας στο καφενείο, κοροϊδεύοντας τις απόψεις της γυναίκας (τη χτύπησε), καταδικάζοντας την ομοφυλοφιλία ως «ανωμαλία» (αυτοκτόνησαν) και απαιτώντας από τους αλλοδαπούς να γυρίσουν σπίτια τους (πνίγηκαν). Ο άνθρωπος έγινε (νέο-) Έλληνας, εγγονός του Σωκράτη, μιμητής του σπουδαίου Οδυσσέα, φορέας της Δημοκρατίας. Πατριώτης! Και πλέον δεν είναι Άνθρωπος. Είναι μυγόχεσμα που συγκινείται όταν του διηγούνται για τον διωγμό στη Σμύρνη, αλλά οι μετανάστες που πνίγονται, ας έμεναν στα σπίτια τους. Η μάνα του και η αδερφή του είναι ιερές, αγαπημένες, και αν βγουν έξω νύχτα, ντυμένες προκλητικά, καλά να πάθουν που τις βίασαν. Η Μακεδονία του είναι ελληνική, η Χαλκιδική όμως έχει χρυσό και η Ήπειρος πετρέλαια, ας τις βιάσει και αυτές η βιομηχανία του Ιμπεριαλισμού. Απόγονος περήφανος του Σωκράτη, του Αλεξάνδρου και του Περικλή και του άλλου… μμμ… εκείνου του… έλα του Αναξανίμου; Αξαμινένη; Αναξαγλύξμπερ; …αυτού, τέλος πάντων, που ήρθε από τον Σείριο με το διαστημόπλοιο κβαντικής φυσικής τελευταίας. αρχαιοδιαστημικοελληνικής τεχνολογίας και έφερε τον πολιτισμό στη γη.

Φυσικά, η εντροπία του Σύμπαντος αυξάνεται και ο εγκέφαλος μάχεται να συντηρήσει την ψευδαίσθηση της σταθερότητας. Ή όπως λέει ο λαός: Ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται. Ή ξυρίζεται; Όπως και να ‘χει, από εκεί βγαίνουμε και μετά ιδρώνουμε και γελοιοποιούμαστε αέναα, μπας και επιστρέψουμε μέσα του. Στη ζεστή ασφάλεια του Κόλπου. Να επιστρέψουμε δηλαδή στη γλυκιά αγκαλιά της ανυπαρξίας, της Ασυνείδητης Ύπαρξης. Θα γίνει. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρουμε το μέλλον μας. Το πρόβλημα είναι πως το ξέρουμε.

Η κατάρρευση της ζωής, αυτή η απόκρυφη εντολή, καθώς κυλά στο ρέμα του Χρόνου, είναι (γίνεται;) μια έξοχη αυτοκαταστροφή, μαγειρεμένη στον ζωμό της απόλαυσης και της ευαρέσκειας, κάτι σαν τη λαίμαργη αδηφαγία μιας δριμύτατα καυτής πίτσας (γίγας, σπέσιαλ με έξτρα πεπερόνι) το προηγούμενο βράδυ. Ναρκοληψία. Το έκτο ουίσκι με κατεβάζει σε κύκλους τρομερούς, που όταν τους στοχάζεται ο Εωσφόρος, μπουκώνει και άλλους προδότες στην καταπιόνα του να ξεχαστεί. Κύκνοι κατοικούν εκεί (στοιχειά), φορείς της ματαιότητας, και είτε τους αγκαλιάσεις, είτε τους βλάψεις, πληρώνεις με ανήμερη γνώση. Τα θύματα από τον φλεγόμενο τυφώνα του θηριώδους διδάγματος τους αποτυπώνονται στην ενόραση. Το καύσιμο του στοχασμού σώνεται μαζί με τη διαύγεια, ή στη χειρότερη περίπτωση, χωρίζεται σε πολλαπλά αιχμηρά βέλη και σου τρυπάει τον πνεύμονα και τα σωθικά, ώσπου να ενδώσεις.

Μία δροσερή λαίλαπα αρχέγονων φωτονίων, χαϊδεύει το φαλλικό σπεκτροσκόπιο με γλαυκή στοργή. Από το Έρεβος, μία άγνωστη πηγή βαρύτητας χλευάζει τους ιερείς-κοσμολόγους του νεκροζώντανου θετικιστικού δόγματος και ο Ηράκλειτος (νέφος πιθανοτήτων πια η αναδρομική εκπομπή της συνείδησης του) συνεχίζει να μέμφεται το Είναι και τους ζηλωτές του.

Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Λειχήναι

Xanthoria Elegans, Mount Kissavos

Κομψή μου εσύ Ξανθώρια, ήλιος σε καψαλίζει.
Όπως τον βράχο, σκέπασε δικό μου ρωγοβύζι!
Κρέας αποικοδόμησε, χόρτασε με την πέτρα,
που ‘χω στη θέση της καρδιάς, στους στήθους τη φαρέτρα.
Την Άνοιξη, το άνθος της, γυρεύω να βρω πάλι,
Κι αν αισθανθώ την άγνοια για μια στιγμή… Χαλάλι!
Ευνόησε τη βάλανο με εκατομμύρια χείλη,
Που ‘ναι στιλπνή και πορφυρή, σαν ώριμο σταφύλι.
Ω! Ασυνείδητη μορφή, παράσιτο μου πλάσμα,
Ακόλαστο αντάλλαγμα ζητώ γι’αυτό το άσμα!

Τάδε Έφη Σκαθαρατούστρα

Ο Χρόνος αγνοείται. Για πόσο καιρό δε γνωρίζουμε, αφού τον έχει πάρει μαζί του… Μέλλοντας, αόριστος, συνεχής, στιγμιαίος, υπερσυντέλικος και υποδυνητικός μετα-ενεστώτας, έχουν όλα χαθεί. Η χρήση τους είναι αναγκαία, η κατάχρηση τους δε αναγκαίο κακό.

Στον κόσμο των αριθμών οι μέρες είναι μετρημένες. Ο Καντόρ έχει πολλά χωράφια στα ατέλειωτα λιβάδια της πλατωνικής Εδέμ, κάποια με φαρδιές, αξεπέραστες τρύπες (Αβύσσους), και κάποια να τα περπατάς ατέλευτα, μένοντας στο ίδιο σημείο. Άπειρα και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο μετρήσιμα. Περπατημένα σε ασύλληπτες διαστάσεις και όχι σε μέτρα. Αρχιτέκτονες του στοχασμού ξεκίνησαν να μετρούν τη γη, και αναπάντεχα έφτασαν στο τέρμα του Σύμπαντος. Ποιος γυρνάει τώρα από κει… Ξεχάστηκαν στα άκρα του Αχανούς, να χοροπηδούν σε μη-ευκλείδια τραμπολίνα. Οδύνη και ταραχή στις ράχες άγριων αλόγων, που έλεγε και η Βιργινία των Λύκων.

Αλήθειες-σκιές, λογοπαίγνια και προοπτικές αραδιάζονται στην άβυσσο σαν σκόνη και, λόγω της μηδενικής τους μάζας, γεφυρώνουν τον ορθολογισμό της ματαιότητας με την παραφροσύνη της επιθυμίας. Πράγματι, ένα σπουδαίο κατόρθωμα!!!

Στα βράχια της Χαλκιδικής οι αχινοί περιμένουν να τους ανοίξεις και να ρουφήξεις τον θησαυρό της ζωής τους. Με τα άδεια τους κελύφη, φτιάχνουν πανοπλίες τα κεφαλόποδα, ασυνείδητοι μισθοφόροι, που έμειναν να ζητιανεύουν στα ερειπωμένα σοκάκια της Ρ’λύε. Μετά τον θάνατο του Θεού, γλεντήσαμε με ηδονιστικό υλισμό για κάποια χρόνια. Χόρτασε η όραση μας από σειρήνες και γοργονανθρώπους, γυμνούς, με πολύχρωμα στήθια και πλουμιστούς φαλλούς. Μας γοήτευσε η Ματαιότητα και, όταν κορέστηκε και δαύτη, πλαγιάσαμε με τον Κοσμικό Τρόμο.

«Ο Κθούλου πέθανε. Εμείς τον σκοτώσαμε»

Αφού λοιπόν δολοφονήθηκε και η ίδια η Αγωνία απέναντι στο Ασύλληπτο, τι μας απομένει να νιώσουμε; Ανέραστοι και ξενέρωτοι, σιγοσβήνουμε στις τρώγλες.

Μια ματιά έπεσε από την Πραγματικότητα στους μεγαλειώδεις της γονείς. Από τον διαπρεπή κόλπο της διαδιαστασιακής επικοινωνίας, επέστρεψαν τρία ιριδίζοντα μάτια και ο λόγος αναδύθηκε: «Δεν είσαι και άσχημη για Προσέγγιση». Άσχημη, όμορφη… Χαρακτηρισμοί άλογοι, που χλιμιντρίζουν άγρια, τρέχοντας στο ευωδιαστό χορτάρι, και παράλληλα αφήνουν πίσω τους πρωκτικές δυσωδίες. Η μανιοκατάθλιψη, πολυμονταλιστικά, αλλάζει ταχύτητα, κόβει το τρέχον track, και παίζει κάτι πιο χορευτικό. Σε αυτό το σημείο, για μερικά μόνο νανοδευτερόλεπτα, το κενό εξαφανίστηκε από την άκρη του ματιού. Έπειτα σκόρπισαν τα φιλιά, οι πλανήτες φούσκωσαν σαν τσουρέκια, ο χώρος ράγισε, ο χρόνος μαζεύτηκε σε μια στιγμή και μια απέραντη, εύχυμη σπάλα τύλιξε τον ήλιο. Ολόκληρος ο Γαλαξίας μοσχομύρισε κρέας ψητό, λάγνο κ ζουμερό, και ύστερα η Αντίληψη στολίστηκε με το ντεκόρ της Λήθης! (Μπριζόλα στους 6000Κ με θυμάρι και σβησμένη σε παλαιωμένο υδρογόνο)

Η ερώτηση για το Νόημα, λοιπόν.

Ποιο είναι αυτό, από που είναι, πότε ήρθε, πότε έφυγε… Άραγε θα ξανάρθει; Όχι. Είναι ακόμα εδώ. Μια μαραμένη θεία, που βαστάει στα χέρια της του οφθαλμούς της, αφότου η αρχική τους θέση πλημμύρισε με δάκρυα. Μύκητες τα μαλλιά της, κομψή ξανθώρια. Το στέμμα της λευκές πετούνιες. Τη γέλασε ο Διάβολος να παντρευτεί τον Θεό και αφού την ξάφρισαν, εξαφανίστηκαν αμφότεροι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Βήμα 1: Στρώσε ένα τραπεζομάντιλο στην εξοχή.
Βήμα 2: Αράδιασε κεφαλογραβιέρα, ντοματίνια και φρέσκο ψωμί.
Βήμα 3: Κρασί, λευκό.
Βήμα 4: Βγάλε τη σπάλα από τον ήλιο.
Βήμα 5: Συγκεντρώσου.
Βήμα 6: Αφουγκράσου.

Ακούγεται η τραγανή άκρη των βουνών όταν τη ροκανίζουν τα κοτσύφια της αιωνιότητας, αχνοφαίνεται η απατηλή αιώρηση των νεφών σαν έρωτες εξιδανικευμένοι και ρέουν οι ιδρωμένες καταβάσεις στις σπηλιές, εκεί που τα μεγαθήρια του Ερέβους ονειρεύονται τον Χαμό. Το γρατζούνισμα της γραφίδας, η ομίχλη της καφεΐνης, ο κρότος των οστών στο τέντωμα. Είναι η ελαφρότητα του είναι, και η βαρύτητα του γίγνεσθαι. Είναι και η επικοινωνία του στοχασμού, αλλά κυρίως της αντίθεσης του.

Συγγνώμη… Μπορείτε να επαναλάβετε την ερώτηση;

Τα χρυσά βουνά κάτω από την Μέση σου

Ι: Η Ανάβαση
Στα βάθη της πραότητας, ενός πληκτικού ωκεανού, κάτω από τη δροσερή πίεση, το πάθος και η λαγνεία προσεγγίζουν τη λήθη. Οι κάτοικοι του, κάτι πορφυρά αρπακτικά, γυρεύουν νωχελικά την τροφή τους. Μήνες ολόκληρους επιβιώνουν σε λιμό. Τη μέρα τρώνε τα ίδια τους τα πτερύγια και τις νύχτες ξαγρυπνούν λόγω του αβάσταχτου πόνου. Συχνά, τα σώματα τους εκρήγνυνται, ωστόσο σπάνια αρκεί για να πεθάνουν. Πολλές φορές το τίποτα, όταν ανατινάζεται, επικυρώνει την αντίθεση του.

Καυτά ρήγματα, γεμάτα λάβα, τους μαγνητίζουν με φωτεινές υποσχέσεις. Τα ακολουθούν στον ορίζοντα της ματαιότητας, από όπου επιστρέφουν κολυμπώντας ανάσκελα, για να ψηθούν ικανοποιητικά κ από την άλλη μεριά. Όχι ότι σώζονται, αλλά τουλάχιστον έχουν καλύτερη γεύση όταν καταβροχθίζουν τους εαυτούς τους μετά τη δύση. Τα δώρα της νύχτας περιμένουν να χαθείς, και αμέσως σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι σου να σε ξεσκίσουν. Το φως του ήλιου βρίσκει φρέσκο αίμα και άδεια περιτυλίγματα.

Ο δρόμος που σε βγάζει από την άβυσσο, δεν υπάρχει στο gps. Η διαδρομή είναι άχρονη και οι αποστάσεις δαιδαλώδεις. Τη μια βρίσκεσαι στο τσιμέντο, εξαρτημένος από τη μεμψιμοιρία. Την επομένη, ρεμβάζεις στα καταπράσινα υψίπεδα της θερινής Σκωτίας. Ο ουρανός φλέγεται και σε μια δίνη από Νεφέλες ακούγεται το κάλεσμα του έρωτα. Στο κοσμικό Δίκαιο, άρθρο 26, παράγραφος 2, αναγράφεται:
Ο έρωτας είναι η αντίθεση του θανάτου.

~

ΙΙ: Η Εισβολή
Από τον θάνατο λοιπόν, ξεπροβάλλεις στη ζωή. Από τον θάνατο στον έρωτα. Από τον θάνατο στον φόβο. Στον αγώνα αδέρφια μου. Στον αγώνα…

Ο γαστρομάντης – ποιητής Πέρης Π. Κόκκινος έγραψε, σκεπτόμενος ετερόφυλα ζεύγη:

Αυτός: στεγνός και αμβλύς σαν την τσουκνίδα… Αυτή: χρωματιστή και λαχταριστή, σαν την κολοκύθα… Η ένωση τους, ένας χορτοκεφτεδικός παράδεισος βουτηγμένος στο γιαούρτι με δυόσμο!

Τι συνέβη παρόλα αυτά στην αυθεντικότητα; Τη σιγομάσησε ο έρωτας φυσικά. Κι ανάθεμα στους γενναίους ορειβάτες του. Τα χιόνια στα βουνά του πάθους, είναι νεκρά κομμάτια Eigentlichkeit, και μη σώσει ο Heidegger* να τα περπατήσει.

Τι έχει άραγε απομείνει από τον ενθουσιώδη εξερευνητή, όταν το ξεχασμένο χιόνι αποτελούσε το σύνολο του; Ποιος θα ερωτευτεί τον Χειμώνα στο κέντρο του; Ή το κενό ανδρείκελο που θα καταλήξει, αν αποθέσει όλο αυτό το ψύχος στις πλαγιές της ανάβασης; Αχ Baudelaire μου, με τους εύγευστους χυμούς της πρόζας σου, όταν έλεγες για την πορνεία κ την ιδιοκτησία στον έρωτα. Όταν μυείται κάποιος στα λάγνα μυστήρια της Μπαστ, προσφέρει ευγενικά κ ειλικρινά το Είναι του. Με τον καιρό μαθαίνει (ο βλάσφημος!!!) να το διεκδικεί πίσω…

~

ΙΙΙ: Η Κατάβαση
Αναγνωρίζω ότι ένα τέτοιο τέλος, ήταν προβλέψιμο. Το άστρο πριν πεθάνει, φλέγεται νωχελικά και ήσυχα στον αιθέρα, ως ένας πορφυρός γίγαντας που ξεψυχά. Μετά πανικός, χρώματα σε όλο το μη ορατό φάσμα, καυτή σκόνη και πολυπόθητα βαρέα στοιχεία. Ωραίες οι υπερκαινοφανείς εκρήξεις. Πόσοι τις έχουν φόντο στον υπολογιστή τους, αριστουργηματικές φωτογραφίες από τον μοναχικό Hubble και επεξεργασμένες από τη δραστήρια NASA. Η έκρηξη σουπερνόβα είναι μετάβαση. Είναι παράγωγος της ζωής, ως προς τον θάνατο. Αποτέλεσμα η αναγέννηση. Σε καμία περίπτωση τέλεια, οριστική ή και σκόπιμη. Κάποιες φορές ωστόσο, γεννάει δυαδικά αστέρια, σε μελωδική τροχιά γύρω από το κέντρο της συνολικής του μάζας. Ένα σπάνιο και περιζήτητο κοσμικό φαινόμενο.


*εδώ ας παραθέσουμε κάποιο σχόλιο για τον διφορούμενο αυτό Υπαρξιστή. Καλό είναι να διαχωρίζουμε την Ιδέα, από τον Άνθρωπο. Η Ιδέα δε γεννιέται από την Ευφυΐα μιας Μονάδας. Αναδύεται σαν στοιχειό από το πνεύμα της εποχής, και κυριεύει κάποιον επιτήδειο, στην ανάγκη της να φανερωθεί. Από εκεί και πέρα, σκατά στους φασίστες.

E Pur Si Muove

Καταδικασμένος σε κατ’ οίκον περιορισμό, ο Γαλιλαίος δεν το έβαλε κάτω. Σχεδόν κάθε τρεις μέρες διοργάνωνε τα πιο απίθανα πάρτι στην οικία του.

Θυμάμαι σε ένα από αυτά, καθώς ξεκλείδωνα τις αρθρώσεις μου στους ήχους ενός αρρώστου concerto grosso, η όσφρηση μου εντόπισε ένα δείγμα ινδικής κάνναβης. Ευθαρσώς φώναξα «Μυρίζει, αλλά δεν γυρίζει!!!» μα πριν προλάβω να τελειώσω την φράση, εμφανίζεται ο οικοδεσπότης με ένα μπουρί και μου το προσφέρει, λέγοντας:

«Κι όμως, γυρίζει.»

Το Σκοτεινό Κενό του Μαύρου Τίποτα

«Σαν να πείνασα», ακούστηκε η ηχώ του εσωτερικού μου διαλόγου. «Τι είναι αυτό που ετοιμάζεις εκεί;».
«Υποαρμονικοί Ψίθυροι Μαύρων Κεράτινων Αβύσσων»,
αποκρίθηκα και απέθεσα το τηγάνι στο μάτι.
«Έλεος, το ίδιο φάγαμε και προχθές!!!»
, παραπονέθηκε ο Ευγένιος.
«Απόψε θα είναι διαφορετικά»
, με ξεγέλασε ειλικρινά η νύχτα, σιγοτρίζοντας τα αγκάθια της άδενδρης χώρας…

[Εδώ ο θρυλικός Σεφ, Κοσμάς Τρόμος, διηγείται τα παλιά,
για να περάσει η ώρα όσο μαγειρεύει]

Θυμάμαι την πρώτη φορά που πέθανα. Ήμουν άγρια φωτιά, τα ηρωικά άλματα μου συρρίκνωναν τους δρόμους και η συντροφιά των φίλων μου εξέκρινε ένα κολλώδες υγρό, σαν το ρετσίνι των πεύκων. Το επαρχιακό μου περιβάλλον αποδείχθηκε ενδοθερμική διαδικασία και η (κάποτε ένδοξη) φλόγα μου σώθηκε σε ένα μουχλιασμένο σοκάκι ανάμεσα σε άδειους ανθρώπους και το ανάποδο. Οι μύκητες με σήκωσαν ψηλά, στον βραδινό ουρανό και πρόσφεραν την ψυχή μου. Το σκοτάδι γέλασε με την ανόητη ιδέα της «ψυχής», πάγωσε την καρδιά μου και σημείωσε στη συσκευασία μου «Προς επιστροφή«. Δηλαδή, θάνατος με αναστολή. Την επιτήρηση μου ανέλαβε ένας στωικός Δαίμων, δίχως λαλιά και κόρες στα μάτια, μόνο στυγνή κρίση. Ο κοινός νους μας εξέπεμπε τις ακτίνες του στο Σύμπαν, και όσο το συνειδησιακό ντελίριο φούντωνε, αυτές χάνονταν πέρα από την Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου. Όφειλα έναν δεύτερο θάνατο.

Στο κουβάρι της δυαδικότητας, αντάλλαξα το πραγματικό μου πρόσωπο με τη μάσκα της φαντασίωσης. Κενός πια, αντίκρισα την πορεία της σκέψης μου να επιστρέφει. Μέσα από σκόνη και συντρίμμια, ξεπρόβαλε ένα κολοσσιαίο τέρας, από αυτά εδώ με τα επιπλέον άκρα, χέρια, πόδια, φτερά, δόντια στα χέρια, μάτια στα φτερά των ποδιών, μασχάλες στα δόντια …καταλαβαίνετε την παρομοίωση τέλος πάντων. Αντλούσε τη δύναμη του από την εξάρτηση, το τελευταίο κέντρο του Εγώ. Το τρομερό τρυπάνι που μπόρεσε να δαμάσει το μεγαθήριο, προήλθε από το κέντρο της ύπαρξης μου, ξεσκίζοντας τη στην πορεία. Για μία τελευταία φορά, έκαψα τις φλόγες από το παρελθόν μου. Το Παρελθόν μου. Αυτή ήταν η δεύτερη Νέκυια, η αποκάλυψη των ψευδαισθήσεων.

Πλέον, το ιξώδες των ανθρώπων και το πάθος του Εγώ, έχουν διαλυθεί σε μια γαλάζια ομίχλη. Όταν πυκνώνει, ένα κοράκι με οδηγεί στα βουνά, ώσπου να κοπάσει. Εκεί, σε ένα ήσυχο σπήλαιο, μελετάω το Ανείπωτο ή απλώς ρεμβάζω. Καμιά φορά κρύβομαι από την έλευση των σκωλήκων, άλλες πάλι την υποδέχομαι γυμνός και γλεντάω με τα πλήθη του Αρχέγονου.

[…]


Τρία εκατομμύρια χρόνια μετά κοίταξα το τηγάνι. Μόνο στάχτη έμεινε στον πλανήτη…

Η Κάμαρα με τα Πεσιμιστικά

Ο Δαίμων της Μη-Ύπαρξης οπίσθια θωπεύει,
Απομεινάρια άδοξα στα όργια του Πάνα,
Φθινόπωρο τον γνώρισα, στης Θλίψης τα Ερέβη,
Κάπου στο βάθος ήχησαν, τα Κάρμινα Μπουράνα…

Κιούμπικ Χάμπερντεϊ

Ταπ-ταπ-ταπ. Μυριάδες κοράκων χτυπούσαν την οροφή από έξω. Όχι από τη στέγη. Από ‘Εξω. Οι έκφυλες αναπαραστάσεις της οροφής δε με εμπόδισαν να την πλησιάσω. Αντιθέτως, με προσκαλούσαν ηδονικά, όπως η ψιλοκυβίνη στην Ψυχεδέλεια. Χάιδεψα τα μαρμάρινα στήθη μίας ασύλληπτης οντότητας (ή μήπως ήταν μάτια;;;) και η σμαραγδένια Πύλη άνοιξε. Τα μάτια έτριψαν το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, ο θάλαμος ερεθίστηκε στην ψευδαίσθηση του Παρόντος, μέχρι που ο ιππόκαμπος αποτύπωσε την Αντίληψη στην αυθεντική ουσία, ως ανυπόστατο Παρελθόν.

Η αγωνία της Συνείδησης δεν προέρχεται από ανάγκη για Νόημα, αλλά από Άρνηση της ματαιότητας μιας τέτοιας πεποίθησης. Άστοχη η αναζήτηση λόγου ύπαρξης, όταν έχουμε ύπαρξη a priori. Το ίδιο ισχύει και για τη Ζωή. Για τη Συνείδηση. Για τη Νοημοσύνη …και άλλες απαράδεκτες ψευδαισθήσεις, πλην βάσιμες και πέρα από τον έλεγχο ελευθερίας της βούλησης (μια εξίσου γελοία κατασκευή της αυτοαναφορικής λούπας που ονομάζουμε «Εγώ»).

«Δεν πειράζει», μου ψιθυρίζει ένας ευγενικός ημίθεος με μορφή ομίχλης. Υπάρχουν ούτως ή άλλως, ένα σωρό κλειδιά, πεταμένα εδώ και εκεί, και ένας σωρός από πόρτες (ένας σωρός, σωρότερος του προηγούμενου, με διατακτικό αριθμό, τουλάχιστον ασύλληπτα αχανέστερο), που οδηγούν σε φαντασιώσεις παραδοξότητας, ανέκφραστες απολαύσεις και άρρητες ποιήσεις. Ο νους πλανάται, η αισθητική εκπαιδεύεται και τα τυπικά συστήματα αυτοκαταστρέφονται. Και όλα αυτά, κατά τη διάρκεια ανεξέλεγκτης εκσπερμάτωσης σκοτεινής ενέργειας (γνωστή στις εσωτερικές σφαίρες, ως «Ανείπωτη Αντάρα» ή «Magnum Innominandum»), από τον έρωτα της Δημιουργίας με την Ανοησία. Γίγνεσθαι και Είναι. Μήτρα και Φαλλός.

Στο παρατηρητήριο, μαγεμένος από τον χρωματιστό μανδύα της Ίριδας, θαύμαζα τα πτώματα αστέρων στη διαδικασία της αναγέννησης. Από θερμοκέφαλους, πορφυρικούς επαρχιώτες, σε γοργά περιστρεφόμενες, λευκές λάμψεις. Διακριτικές, ανθεκτικές υπάρξεις. Μια κουταλιά τους, να ζυγίζει όσο το Έβερεστ. Κάποιοι τοξικοί χαρακτήρες βέβαια, στην ανάγκη τους να διατηρήσουν την Πλάνη, και από το βάρος της ματαιοδοξίας τους, καταρρέουν στον εαυτό τους, και καταβροχθίζουν όποιους άτυχους έπεσαν στην τροχιά τους.

Εαυτός, Ύπαρξη, Αιτιότητα. Τα τελευταία μυστήρια, καταδικασμένα να μην αποκαλυφθούν, ωστόσο η μελέτη τους κατέχει την θέση της ύστατης Ηδονής. Γλυκέ μου, παράφρονα Βιτγκενστάιν! Βγάζω τα χείλη μου από τον κώνο του φωτός μου και σε φιλώ.

Από όλα αυτά, τίποτα δεν είναι αλήθεια. Κι όμως εμείς δεν λέμε να τα ξεχάσουμε. Η «Αλήθεια» είναι ο τίτλος με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται η Μνήμη, όταν αυνανίζεται.