Ριζωματικότο

Πίσω από ένα ακόμα διάφανο πέπλο του χρόνου, ακούγεται το κροτάλισμα της μνήμης. Μαύρες φλέβες απλώνονται στους ατσάλινους κύκλους μιας προδομένης φιλοδοξίας.

Δε θα ξαναφάω ακραίο ρεαλισμό μετά τις δώδεκα. Με δυσκολεύει να συνεχίσω. Φυσικά, συνεχίζω αναπόφευκτα. Σε μια συνέχεια ασυνεχή, που βουίζει αντί να κυλά, που με αδειάζει, με θολώνει, με σκίζει με τους παγωμένους κρυστάλλους της ομίχλης της, στέλνει σκουλήκια στις πληγές, ντυμένα με αγκάθια, φωλιάζουν στο κρανίο μου και με αδηφάγα στόματα τρέφονται με σαπισμένους νευρώνες.

Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να γίνει αυτό. Ή μάλλον, δεν υπάρχει τρόπος να γίνει τίποτα. Δεν έχει αρχή, βάση, θεμέλια. Μόνο ρίζες και μυκήλιο. Χθες, ήταν ένα άστρο. Αύριο, θα είναι μια χύτρα ταχύτητας.

Σήμερα όμως, είναι κάτι απροσδιόριστο. Μοιάζει ζωντανό, αλλά δεν έχει όργανα. Το γνωρίζω, γιατί ξεκινάω από μέσα του. Το αν αποτελώ εγώ το μοναδικό του όργανο, στέκει φιλοσοφικά, ένα ερώτημα που θα ξεχαστεί σε τρεις-τέσσερις παραγράφους. Για να μη με απασχολεί, βγαίνω έξω. Από το ζυμωμένο δέρμα, αλλόκοτες προεκτάσεις προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον ουρανό, και μέσα τους φωτιές, και μέσα τους εγώ που καίγομαι, τα μάτια μου έχουνε λιώσει, και από τις άδειες τρύπες τους βγαίνει μόνο καπνός και η δυσωδία της καμμένης σάρκας. Ο ουρανός γελά.

Το γέλιο του είναι σιωπή, διάχυτη, κολλώδης, γλιστρά πάνω στο δέρμα μου σαν ιδρώτας. Δε με αφήνει να ξεφύγω. Η πραγματικότητα δονείται σε άναρχα κύματα, κάποιο αόρατο χέρι κρατά τους ιστούς της και τους τεντώνει μέχρι το σημείο θραύσης. Στρέφομαι προς τα πίσω, αλλά το πίσω έχει καταργηθεί. Υπάρχει μόνο μια ατέρμονη αναδίπλωση του χώρου, ένας κυματισμός από θραύσματα αναμνήσεων και ανερμήνευτων σκέψεων. Είμαι ένα είδωλο διαλυμένο σε αμέτρητες πιθανότητες.

Το μυκήλιο πάλλεται, οι ρίζες τρέμουν, κάτι αφυπνίζεται στα βάθη του κόσμου, φωνές σιγοψιθυρίζουν ονόματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Δεν έχω πια σώμα, δεν έχω πια μάτια. Γίνομαι καπνός, στάχτη, η ίδια η σιωπή που με αγκάλιαζε από την αρχή.

Το κροτάλισμα συνεχίζει. Κάτι γυρίζει αέναα το κλειδί μιας σκουριασμένης μουσικής σφαίρας. Κάτι σφυρίζει μέσα από την ύλη, κάτι πάλλεται, κάτι ερωτοτροπεί με τα νεύρα. Η ένταση αυξάνεται, το σύστημα φωτίζεται μόνο από το λιγοστό λυκόφως. Η ανάσα σταματημένη, περιμένει τον πρώτο κεραυνό.

Και τότε, σκάει.

Ένας κεραυνός από τα σωθικά της ύλης. Η ρωγμή του σκότους ανοίγει. Οι νευρώνες μου, δονητές άθελά τους σε μια θυελλώδη κλιμάκωση που υπερβαίνει τη λογική. Το σώμα μου κυματίζει, δίνεται, τεντώνεται στα όρια της αντίληψης. Κι έπειτα, η κατάρρευση. Όχι σαν πτώση, αλλά σαν βύθιση, σαν αποδοχή της αναπόφευκτης συντριβής μέσα στην αγκαλιά του αγνώστου.

Το πρώτο μόριο διαλύεται, και μαζί του, η αίσθηση του χρόνου. Δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει μετά, μόνο ένα απέραντο τώρα, εγκλωβισμένο σε ένα καλειδοσκοπικό χάος που πάλλεται με τον κιρκάδιο ρυθμό ενός εκτρώματος χωρίς όργανα, χωρίς καρδιά. Χωρίς μάτια, χωρίς μυαλό, χωρίς σπλήνα, χωρίς γλώσσα, χωρίς τύμπανα, χωρίς αγγεία, χωρίς πνεύμονες, χωρίς αίμα, χωρίς φλέβες, χωρίς στομάχι, χωρίς συκώτι, χωρίς νύχια.

Χωρίς φαλλό.

Ήταν πάντα έτσι. Δεν υπήρξε ποτέ σταθερότητα, ποτέ σώμα, ποτέ σάρκα. Μόνο ένας ασυνάρτητος κώδικας γραμμένος με αναμνήσεις και ψευδαισθήσεις.

Απόηχος μιας ύπαρξης που κάποτε ορκιζόταν πως ήταν αληθινή. Προσπαθεί να επιβιώσει παρά τη γύρω αδράνεια. Υπόμνηση της αντοχής σε έναν κόσμο που έχει απογυμνωθεί από ζωή. Όχι από επιλογή, αλλά επειδή ακόμα και το κενό φαίνεται να μου αρνείται την απόλυτη εξαφάνιση.

Όχι, ε; Πολύ ρομαντικό για να ισχύει. Η αντοχή δεν είναι τίποτα άλλο από μια συνήθεια, ένα υπολειπόμενο ένστικτο που ψιθυρίζει πως κάτι πρέπει να έρθει μετά. Το άγγιγμα της ύπαρξης είναι καταδίκη. Η ροή του γίγνεσθαι, μια ατέλειωτη έκκληση για επιείκεια. Ό,τι συνεχίζει να κινείται, το κάνει από αδράνεια. Ό,τι εξακολουθεί να υπάρχει, το κάνει επειδή δε δύναται να αμφισβητεί τον εαυτό του. Οι άκρες της συνείδησης ξεφτίζουν, τα περιγράμματα του κόσμου θολώνουν, και η ζωή παραμένει ένας κύκλος που δεν κουράζεται ποτέ να επαναλαμβάνεται. Όταν όλα καταρρεύσουν, όταν η ύλη γίνει σκόνη και η μνήμη σιωπή, κάτι θα συνεχίσει. Η ανυπαρξία είναι μια πολυτέλεια που δικαιούται μόνο το τίποτα.

Το κενό δε σηκώνει βάρη, δε δίνει εξηγήσεις, δεν προσφέρει παρηγοριά. Είναι εκεί, πανταχού παρόν, αμετάβλητο, αδιατάρακτο. Ό, τι το κοιτά κατάματα, αισθάνεται το αβάσταχτο βάρος του. Συνεχίζουν να σκάβουν, να ψάχνουν, να ικετεύουν για μια απάντηση. Η απουσία νοήματος βαραίνει μόνο την ανοησία που το αναζητεί.

Τα υπόλοιπα απλώς αφήνονται. Δεν ψάχνουν, δε ρωτούν, δε νοιάζονται. Αληθινά ελεύθερα. Αυτά που δεν ψάχνουν δεν πνίγονται. Το κενό παραμένει εκεί, άθικτο, ασήκωτο μόνο για όσα προσπαθούν να το σηκώσουν.

Λαχταριστή ηδονή, να ξεφλουδίζεις από το δέρμα σου τα όμορφα ψέματα που λέγονται Γνώση. Να αποσπάς από τη σάρκα σου τις επικολλημένες βεβαιότητες, να ξηλώνεις από το κρανίο σου τα νήματα της λογικής, να νιώθεις το κάψιμο, την ανατριχίλα, έναν πρωτόγονο σπασμό που σε ξεγεννά ξανά στην ανυπαρξία. Να πέφτουν οι στρώσεις από περίτεχνα προσωπεία και η γυμνότητα του νου να ρεμβάζει στη φυσική της κατάσταση. Ελευθερία. Να γλιστράς έξω από τα όρια της διάνοιας, να εγκαταλείπεις την ανάγκη να ερμηνεύσεις, να διακρίνεις, να ελέγξεις. Να αφήνεσαι στο τίποτα όπως το νερό στη ροή του. Να αγκαλιάζεις τη ρήξη, την αποδόμηση, την απογύμνωση της ύπαρξης από τις λέξεις που τη βαραίνουν.

Άγρια, απελευθερωτική απουσία, η αέναη πτώση στο άπειρο. Το μεδούλι του κόσμου ξεχύνεται από μια φωτεινή αποσύνθεση, αφήνει ξεχασμένα σχήματα στη σκόνη, και ψέλνει ύμνους στο κενό. Ασταθείς και αδιάφορες μορφές γεννιούνται και πεθαίνουν. Ύλη θρυμματίζεται σε χρυσές στάχτες, ψαλμωδίες ηχούν και πνίγονται. Το ερπετό της φωτιάς μασάει τον εγκέφαλο με τα κοφτερά του δόντια, μέχρι η υφή του να γίνει αρκετά κρεμώδης, και έπειτα τον φτύνει στα αχόρταγα στόματα των γόνων του Χάους. Το κενό δε θυμάται το φως που διαλύεται μέσα του, ούτε τα σχήματα που κάποτε σκαλίστηκαν στη λεπτή επιφάνεια του παλίμψηστου της αιωνιότητας. Καταπίνει τα πάντα με την αδιαφορία μιας δύναμης που δε γνωρίζει πείνα ούτε κορεσμό.

Δε μένει τίποτα από την παλιά γεωμετρία του κόσμου, μόνο ρινίσματα ύπαρξης και ένας κυκλώνας από ανείπωτες λέξεις. Η ύλη ρέει, οι δομές καταπίνονται από το ίδιο τους το αποτύπωμα. Τα ανώνυμα στοιχεία γίνονται οικεία στο χάος της γέννησης. Δίχως πρόσωπα, δίχως μνήμη, δίχως σχήμα, δίχως σκιά, δίχως επιθυμία, δίχως αντίσταση, δίχως ανάσα, δίχως όνομα, δίχως σάρκα, δίχως πυρήνα, δίχως προορισμό, δίχως τέλος. Όπου ο ουρανός σπάει και αιμορραγεί το σέλας, η παλίρροια καταπίνει τα οστά του παρωχημένου κόσμου και τα ανώνυμα στοιχεία υψώνονται με ευλάβεια στην αδηφαγία που ενώνει τα άπαντα. Δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει μετά. Υπάρχει το άχρονο γουργουρητό του παμφάγου κενού.

Αντί για αλήθεια, επαναπαύομαι στην επανάληψη. Στη σταθερότητα των ίδιων βημάτων, στον κύκλο που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, στην ανακούφιση του γνώριμου που δεν απαιτεί σκέψη. Η φθορά δε με τρομάζει, αρκεί να είναι προβλέψιμη. Οι λέξεις που ξεστομίζω είναι οι ίδιες που ειπώθηκαν χθες και θα ειπωθούν ξανά αύριο. Οι σκέψεις μου είναι ανακυκλωμένη σκόνη. Αν σταματήσω, θα δω το κενό. Γι’ αυτό προτιμώ την αναπνοή χωρίς λόγο. Περιορίζομαι.

Ό,τι αποκτά όρια, χάνει την ουσία του. Η μορφή προδίδει, περιορίζει το άπειρο στα όρια της όρασης. Κάνει το άμορφο κατανοητό, το ατέρμονο πεπερασμένο, το ασύλληπτο ανεκτό. Το βλέμμα διαχωρίζει, διαστρεβλώνει, αφαιρεί. Ό,τι δε χωρά στο κάδρο της αντίληψης διαγράφεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Το άπειρο υπάρχει μόνο ως απουσία, γλιστράει λίγο πέρα από τα άκρα της κατανόησης. Διαιρούμε και διαμορφώνουμε τον κόσμο σε μορφές που μπορούμε να ονομάσουμε. Έχουμε ξεχάσει πως το Άφατο ήταν εδώ πρώτα. Μια λέξη για αυτό που δε λέγεται.

Οι λέξεις ξεθωριάζουν. Μαραμένες σελίδες εγκαταλείπονται στην αργή ροή προς τον θάνατο, με ένα «αχ» που ακούγεται σαν ανάμνηση φωτιάς. Το αναπόφευκτο καραδοκεί, περιμένοντας να καταβροχθίσει τις προσωρινές διατάξεις σκόνης που ονομάζουμε «μεγαλεία» μας. Ονομάζουμε. Χτίζουμε. Υποκρινόμαστε. Από γεωμετρικά ασύλληπτες γωνίες, ακούγονται περιστασιακά οι αναστεναγμοί ενός αδυσώπητου γίγνεσθαι.

Ό,τι είναι αιώνιο παύει να είναι όμορφο με την ίδια ένταση, γιατί η φθαρτότητα δίνει στην ομορφιά μια αίσθηση μοναδικότητας. Η αίσθηση του χρόνου γίνεται αντιληπτή μέσα από την αλλαγή. Η ομορφιά, είτε σε φυσική μορφή είτε ως μια ιδέα, γίνεται το σημείο αναφοράς για να αντιληφθούμε το πέρασμα. Το δώρο της ομορφιάς είναι ο χρόνος.

Ή το ανάποδο.

Ο άνεμος περνά ανάμεσα στα κλαδιά, κουβαλώντας χνούδια ξεραμένων φύλλων και τη μυρωδιά της σήψης που θρέφει το έδαφος. Η χρονογραμμή στο σάπιο ξύλο τελειώνει αργά. Μια παραίτηση που δε ζητά συμπόνια. Το φως διαλύεται σε αποχρώσεις υγρασίας, το πράσινο βαραίνει από την αναπνοή της ομίχλης. Η ζωή ξεκινά ξανά από την παρακμή. Ο θάνατος, ένα σημείο αναφοράς. Μύκητες απλώνονται, κρύβοντας τις πληγές του ξύλου, χτίζοντας πάνω τους μια νέα γεωγραφία. Αόρατο, το ελάχιστο, επιμένει στη συνέχεια. Το βλέμμα των ανθρώπων περνά πάνω από τα νεκρά δέντρα και τα αγνοεί, σαν να είναι κάτι που υπήρχε πάντα, που δε χρειάζεται εξήγηση. Το σχήμα που παίρνουν οι λειχήνες πάνω στους νεκρούς ιστούς της οξιάς περιμένει ακόμα να του δοθεί ένα όνομα.

This is what I know

This is what I know:
Stories are embers that refuse to die
in the breath of those
who dare to speak them,
dancing between truth
and the dream of a lie.

Pirates carve the flesh of the sea,
the tides,
whispering curses and silver-laced songs,
drinking deep from the wells of the storms,
never drowning,
never home for too long.

There are beings of fire,
hunger,
and light,
consumers of worlds in furious gleams,
and beings of sadness,
softness,
and ice,
crawling the depths of their quiescent dreams.

There is death without tears,
coldness unbowed,
silences vast for a cry to disturb,
and scriptures of tears for death,
—oh, so loud—
that they shatter the stars with the weight of each word.

And magick—oh, magick—woven in ink,
in rustles,
in laughter,
in sorrow and rage,
in spells,
in forgetting,
in stories,
in drink,
in the turning of time, of page, of dying,
in the fate of becoming,
in the sentence of being.

Yes, this is what I know:
Stories are embers that refuse to die.
They burn,
they consume,
they weep,
they ignite—
But, often, too often, they stay trapped inside.

The Gambler’s Hollow

He rode in, dust-bitten,
pockets lined with tarnished silver,
eyes burning under a sun-bleached hat.
Cards snapped, whiskey swirled,
the house always had its fill—
but never enough for him.

The dice called him brother,
the deck shuffled with lies,
the weight of his purse
rose and fell like the tide.
A king at dusk,
a pauper by dawn.
His laughter turned to curses,
his curses turned to prayers,
and his prayers,
turned to nothing.

He lost the last of it.
Coins rattled in other hands.
His own, empty now,
cracked, curling, reaching for something,
anything, to make him whole.

He wandered full of nothing,
shoes full of dust,
heart full of rage.
Loss sharpened his hunger,
not for money—no, never just money—
but for the feeling.
The chase, the risk, the game.
He was the hound. The rabbit.
The blood in the dust.

Trees.
Roots deep, branches stretched to the sky.
No numbers,
no wealth.
Only umbrage,
and lull.

A stray dog followed him one night,
ribs sharp, eyes soft.
It licked his fingers, tasted his hunger,
and gave him nothing in return—
but company.
He should have kicked it away.
He didn’t.

The river croaked,
slick bodies slid under the moon.
Eyes,
wide,
waiting,
endless.
They needed nothing.
He hated them for it.

One night, luck kissed his hand.
He won.
Again.
And again.
Gold piled, the weight of it,
familiar,
but hollow.
The hunger shrank,
the greed remained.

He stopped chasing.
He didn’t need to anymore.
No more dice, no more risk.
Just counting.
Measuring.
Owning.
His fingers traced the edges of wealth.

And without hunger,
without fire,
he felt nothing at all.

A ghost remembered him.
A man with dead eyes and a bullet in his gut.
A man who once begged him
for the last of his coins.
Begged him for mercy.
A man he had laughed at.
A man now laughing back.

The ghost came in nightmares.
It took his warmth,
left him cold in golden sheets.

The bouncer knew him,
and did not care.
A shadow in an alley,
a fist like a hammer.
The gambler hit the ground,
and the ground welcomed him home.
Ribs cracked, blood pooled,
and he felt something at last—
pain.

In his final breath,
the dice rolled one last time,
and he thought—

Of dirt under his nails.
Of morning sun on green fields.
Of the weight of a shovel in his hands.
Of a few coins in his pocket.
Just enough.
Just enough.

The Horned Huntress Hungers

Slick with night’s dark blue spit,
the land drinks the cold.
Black lines of conifers,
bone-ribbed,
needle-fanged,
grief-spined,
and vein-twisted,
gnaw at the horizon’s throat.

A woman kneels,
coaxing fire from splintered bone.
The flame emerges screaming,
vomits light into the corpse-air.

She feels it.

The Gaze.

It crawls up her spine,
a gaze with a hundred tiny legs,
skitters between ribs,
gnaws at marrow.
She does not turn.
She knows.

A man walks from the trees,
one of the dead.
His shadow bends,
it writhes,
it fractures,
it starves,
and it devours.
Half his face is ember-lit,
the other—
a messenger of something wrong.

He extends a hand.
Smoke curls from his fingertips.
Not the fire.
Not the cold.
Something else burns him.

The trees tremble.
The beast watches.

Its horns rake through power lines—
fireflies burst caught mid-scream.
It does not blink.
It does not breathe.

The night grows red.
Above,
the swollen moon sways—
pregnant,
vast,
terrible,
dreaming,
thrashing,
aching to be the Sun.

Whorls

The Veil
I move but I do not move.
The ground,
if there is one,
shifts beneath me.
All around,
the color of closed eyes,
the weight of tears,
the slow collapse.
No purpose.
No time.
No end.

I reach, but my fingers do not know touch.
I speak, but the words are swallowed.
Here is the origin of silence.
Here absence curls into my veins,
and I am a thing drifting,
adrift,
adrift.

Thrum
A sound.

A whisper of motion.
A stirring,
a tremor,
the air being torn.

Wings.
A hush,
a sigh,
a slow insistence,
a deepening drum.

I know they are close.
Somewhere in the heavy dark,
something flies.
Its beating,
its constant rising—
it does not stop.
It grows.
It grows.

Clutch
The darkness breaks in ribbons.
Coiling tendrils,
white smoke,
lace torn from a dream.
They do not fall; they twist,
reaching,
reaching—
I do not want them to reach me.

Hands.
Soft fingers.
A touch on the wrist,
a palm pressing my chest,
an embrace,
a grip—
they hold,
they squeeze,
they steal the movement from my limbs.

Silence worse than screams.
White that has not light.
They are white but they are not warmth.
They are the pallor of things left too long in the dark.
And I know,
if I let them,
they will keep me.

So I fight.
I tear,
I twist,
I break.
I run from the pale hush of their hold,
I escape,
they collapse,
they dissolve,
they dissolve.

The Gate, The Eye, The Light That is Not Seen
It opens.

A cleft in the black,
a vertical slit.
Not a wound.
Not a maw.
An eye—
watching,
watching.
A gate—
waiting,
waiting.

I advance.

I do not see light.
Still,
I know it’s there.
I feel it against my skin,
a pulse,
a radiance.
I do not know its color,
but something inside me names it—
Yellow.

Yellow that hums,
yellow that soothes.
Yellow that does not demand,
yellow that is.
The warmth of a flame.
The quiet stretch of dawn.
The shimmer of pollen drifting in a summer breeze.
A blush of sunlight touching mountain peaks.
A flicker.
A mellow sheen.
A honeyed glaze.
The ripe swell of a peach.
The sunflower.
The dune.
It does not pull me.
It does not push me.
I exist within it.

I close my eyes.
The darkness is still there.
I let go.
And I do not fall.
I do not fall.
I fall.

Οι Πένθιμες Συγκεντρώσεις της Επαρχίας

Το φως της ημέρας ζορίζεται να εδραιώσει την παρουσία του. Σιωπές βαριές, πέτρες στα στήθη, που κόβουν την ανάσα. Το κρύο γλιστράει από τις υγρές πλάκες και παρεισφρύει στα σώματα, η υγρασία γλείφει τις σκέψεις, αφήνοντάς τες θολές. Τα βλέμματα είναι πειθήνια, καρφωμένα στη γη, σαν να φοβούνται πως οποιαδήποτε απόπειρα να σηκωθούν θα τα εκθέσει στην αβεβαιότητα.

Είναι μια σκηνή που δεν απαιτεί πολλά λόγια. Οι άνθρωποι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρισμένοι από την ίδια τη σκέψη τους. Ο καθένας τους, μετέωρος, κρατά το βάρος των απανωτών απογοητεύσεων. Η πλάνη της θετικής αλλαγής αιωρείται πάνω από το πλήθος σαν ένας γκρίζος, φευγαλέος καπνός. Ποιος μπορεί να πιστέψει πια; Οι υποσχέσεις έχουν χαθεί στον άνεμο, και τα χέρια που υποτίθεται πως θα έκτιζαν κάτι νέο έχουν μαραζώσει από την αδράνεια.

Η θλίψη γίνεται κινητήρια δύναμη, όχι όμως γιατί φέρνει ελπίδα, αλλά γιατί δεν αφήνει χώρο για άλλο συναίσθημα. Είναι η ανέλπιδη προοπτική του μέλλοντος που σπρώχνει προς τα εμπρός. Η αίσθηση πως τίποτα καλό δεν μπορεί να έρθει, πως η απανθρωπιά είναι ο κανόνας, κι όχι η εξαίρεση, θρέφει την οργή. Αλλά ακόμη και η οργή μοιάζει να σβήνει μέσα στην παγωνιά του ασήκωτου καπιταλιστικού πέπλου.

Το παιχνίδι έχει χαθεί εδώ και καιρό. Οι τάξεις έχουν γίνει φυλακές, και το μέλλον έχει πάψει να τολμάει να ντυθεί όνειρο. Κι όμως, ρε γαμώτο, μέσα στη σιωπή, ανάμεσα στα πειθήνια βλέμματα, υπάρχει ένας σπινθήρας. Σχεδόν ανεπαίσθητος, αλλά είναι εκεί.

Βήματα βαριά. Η εσωτερική σύγκρουση σιγοκαίει μέσα τους. Ένας φίλος αναρωτιέται. Είναι δυνατή η αλλαγή ή όλα είναι μάταια; Σκληρό ερώτημα, αμείλικτο, περνά από το βλέμμα του ενός στον άλλο. Μας σκοτώνουν, μας χλευάζουν, μας λένε να σωπάσουμε – κι εμείς τους ξαναψηφίζουμε. Γιατί; Είναι η αδράνεια; Είναι η αδυναμία να πιστέψουμε πως κάτι άλλο μπορεί να λειτουργήσει;

Κι αν δεν είναι αυτοί, είναι οι άλλοι. Μα οι άλλοι δεν είναι καλύτεροι. Δεν υπάρχουν παρατάξεις πια· υπάρχει μόνο καπιταλισμός. Από τη μία, καπιταλισμός με δικαιώματα του θεαθήναι – αυτά που γράφονται για να σβηστούν όταν δε συμφέρουν. Από την άλλη, καπιταλισμός με παπάδες και λιτανείες, μια επίφαση ηθικής που κρατά το χρήμα να κυλά. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, αμφότερες αποδεκτές, αρκεί να γεμίζουν τσέπες.

Πέρα από αυτό, υπάρχει το σκοτάδι. Οι φασίστες δυναμώνουν, οι δογματικοί αντηχούν σε αίθουσες και οθόνες, και η απειλή τους μεγαλώνει. Μα ποιο το νόημα να σταθείς απέναντί τους όταν οι ρίζες τους είναι βαθιά ποτισμένες από το ίδιο το σύστημα που μας έφτασε εδώ;

Πώς οδηγηθήκαμε ως εδώ; Ήταν ο ατομικισμός, ο μύθος της αέναης ανάπτυξης, το όνειρο του πλούτου που μας πούλησαν σαν τη μόνη αλήθεια. Ήταν όλα τα ψέματα που χτίστηκαν στις πλάτες της αποικιοκρατίας, της καταπίεσης, της ανισότητας. Ήταν το κέρδος που υψώθηκε πάνω από τη ζωή, που έγινε το μοναδικό μέτρο αξίας.

Εγκληματίες κινούν παράνομα φορτία, δηλητήριο και φωτιά. Κουμπάροι διορίζουν κουμπάρους, εξαγοράζουν την αφοσίωση για δυο ψήφους. Άνθρωποι σε θέσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την ικανότητά τους, γιατί οι ικανότητες δε μετράνε πια. Τα συστήματα ελέγχου ελλιπή, φτιαγμένα έτσι που να μην προστατεύουν επαρκώς τη ζωή. Γιατί η ζωή, μερικές φορές, δε συμφέρει.

Για να ζούμε εμείς, πρέπει κάποιος να βγάζει λεφτά. Και όταν συνθλίβονται, καίγονται, πνίγονται, τα αδέρφια μας, οι φίλοι μας, τα παιδιά μας, το σύστημα μπαζώνει τη μνήμη τους. Τους θάβουν όχι μόνο στη γη, αλλά και στη λήθη, και έπειτα απαιτούν να μην γκρινιάζουμε. Να σωπάσουμε, όπως πάντα.

Όμως, οι σιωπές αυτές στην πλατεία είναι διαφορετικές. Μοιάζουν να κραυγάζουν μέσα από το κενό της απελπισίας, να αρνούνται να ξεχάσουν. Η πλατεία είναι γεμάτη αμφιβολία, αλλά είναι γεμάτη.

Η νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 ήταν η κορυφή ενός παγόβουνου που κουβαλάει εδώ και χρόνια η ελληνική κοινωνία. Οι υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό, για ασφάλεια, για ανάπτυξη, όλες κατέληξαν με το τρένο. Χρόνια υποχρηματοδότησης, αδιαφανών διαγωνισμών και διορισμών ακατάλληλων ανθρώπων. Συστήματα ασφαλείας που δε λειτούργησαν ποτέ. Πρωτόκολλα που δεν εφαρμόστηκαν. Ένα δίκτυο υποδομών τόσο σαθρό όσο και η εμπιστοσύνη μας στο κράτος.

Κάποτε, τις βρωμιές τους τις έκρυβαν. Τις σάπιες συμφωνίες, τις παραλείψεις, τα εγκλήματα κατά της ζωής και της αξιοπρέπειας. Τα κρατούσαν στις σκιές, πίσω από κλειστές πόρτες. Σήμερα, όμως, δεν κρύβονται. Τις επιδεικνύουν με καμάρι, μας κοιτάζουν στα μάτια, απαιτώντας να το βουλώσουμε. Και γιατί όχι; Μας έχουν εξαθλιώσει, μας έχουν παγιδεύσει στη δική τους αφήγηση, κι εμείς εκεί, σκυμμένοι, τους ξαναβγάζουμε.

Επαγγελματίες κρετίνοι παρελαύνουν στις οθόνες μας, γελοιοποιώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, κάθε υπόσχεση για ευθύνη. Αποσπούν την προσοχή μας με εξοργιστικές φράσεις, με θέατρα παραλογισμού, ενώ στο παρασκήνιο χαϊδεύουν τους φθισικούς όρχεις της εξουσίας με τις υποτακτικές τους γλώσσες. Δεν ντρέπονται, γιατί ξέρουν ότι εμείς θα τους επιτρέψουμε να συνεχίσουν.

Αμέσως μετά την τραγωδία, το δάχτυλο στράφηκε στον σταθμάρχη. Στο «ανθρώπινο λάθος». Είναι εύκολο, βολικό. Μια φιγούρα μικρή που φορτώθηκε όλη την ευθύνη. Μας λένε πως ήταν η απροσεξία του, πως το σύστημα δε φταίει. Αλλά το σύστημα δούλεψε όπως έπρεπε. Η μηχανή λειτουργεί τέλεια – και εμείς είμαστε το καύσιμο, όχι τα γρανάζια.

Το πραγματικό ανθρώπινο λάθος ήταν του άντρα που δεν τραβήχτηκε και γεννήθηκαν εκείνοι που διαχειρίζονται τις ζωές μας σαν αριθμούς. Που βλέπουν τα βαγόνια γεμάτα ανθρώπους ως ευκαιρία για κέρδος. Η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων πέρα από άδικη είναι και παγίδα. Μας αποσπά από το να δούμε την αλήθεια. Το σύστημα δεν κάνει λάθη, λειτουργεί με τον τρόπο που σχεδιάστηκε, θυσιάζοντας ανθρώπους στον βωμό του κέρδους. Δεν πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να ξεριζωθεί.

Το κέρδος πάνω από τη ζωή: δεν είναι κάτι νέο. Είναι η θεμελιώδης αρχή του καπιταλισμού. Ο καθένας μας, χαμένος μέσα στις διαφημίσεις, κοιτάζει τον εαυτό του μέσα από τη δική τους αντανάκλαση, ονειρεύεται το τελευταίο iPhone, ένα ταξίδι για δύο αν κάνει δεκαπέντε «like,» τριάντα «follow» και έξι κωλοτούμπες. Xτίζουμε τη φαντασίωση ενός μέλλοντος γεμάτου λάμψη, ενώ άνθρωποι ζουν στους δρόμους, πεινάνε, παγώνουν – και εμείς το θεωρούμε φυσιολογικό, απαραίτητο, αναπόφευκτο.

Παράλληλα, μας φαίνεται αποδεκτό κάποιος να αγοράζει ένα νησί. Γιατί; Γιατί πιστεύουμε ότι, ίσως, μια μέρα θα είμαστε εμείς αυτοί. Αλλά δε θα είμαστε. Κανείς δε γίνεται πλούσιος από το τίποτα. Νησιά δεν αγοράζονται αν πρώτα δεν πυρπολήσεις παιδιά με παράνομα φορτία σε βαγόνια. Αν δεν καταστρέψεις, δεν εκμεταλλευτείς, δε σκοτώσεις.

Σιδερένια μονοπάτια που ένωναν την πόλη με την επαρχία. Γραμμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Κάποιοι αποφάσισαν πως αυτή η γραμμή μπορεί να γίνει κερδοφόρα, και την έβαψαν με αίμα.

Η υγρασία βαραίνει τον αέρα και η πένθιμη θλίψη κρέμεται σαν σύννεφο πάνω από τα κεφάλια. Κάτι συμβαίνει. Κάτι αναπάντεχο. Οι άνθρωποι στέκονται δίπλα-δίπλα, και για πρώτη φορά το βάρος δεν είναι ατομικό. Είναι συλλογικό.

Μπορεί οι περισσότεροι να μην ξέρουν τι μπορεί να γίνει. Δεν έχουν σχέδιο, ούτε ξεκάθαρη πορεία. Αλλά είναι εκεί. Οι ανάσες τους ενώνονται, οι ματιές συναντιούνται διστακτικά, και μέσα από τη μουντή ατμόσφαιρα αναβλύζει μια υποτυπώδης ενότητα. Δεν είναι η ενότητα της ευτυχίας ή της γιορτής. Είναι η ενότητα της συντριβής, της ανάγκης να κρατηθούν όρθιοι ο ένας από τον άλλο για να μην πέσουν.

Η θλίψη γεννά αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη που δεν εκφράζεται με μεγάλα λόγια. Ένα χέρι που πιάνει τον ώμο, μια κουβέντα ψιθυριστή, ένα βλέμμα που λέει, «Είμαι εδώ μαζί σου.» Από την απόγνωση, γεννιέται η αποφασιστικότητα που, ίσως δεν ξέρει ακόμα πώς θα γίνει πράξη, αλλά αρνείται να σβήσει.

Ένας ηλικιωμένος, με το βλέμμα θολό από τη θλίψη, στέκεται ακίνητος. Μία κοπέλα ρουφάει τον καφέ της. Μια νέα γυναίκα κρατά σφιχτά το χέρι του μικρού της παιδιού. Κάπου, κάποια, έχει χάσει έναν αδελφό στο δυστύχημα. Ένας νεαρός σηκώνει ένα πανό ψηλά, με χέρια που τρέμουν.

Απέχουμε πολύ από την ουσιαστική αλλαγή. Το ξέρουν όλοι. Η θλίψη, η οργή, οι συγκεντρώσεις – τίποτα από αυτά δεν είναι αρκετό. Αλλά είναι ένα βήμα. Ένα μικρό βήμα. Η θλίψη είναι κοινή. Μέσα από την κοινότητα γεννιέται η ελπίδα. Η λύση βρίσκεται στα κοινά.

Τα συνθήματα αποτυγχάνουν να ενταθούν. Είναι περίπλοκα, δειλά, χαμένα. Ο κόσμος φεύγει από την πλατεία και κινείται προς τον σταθμό του τρένου, σε μια συμβολική παρουσία. Εκεί, διαβάζονται κάποια κείμενα, και έπειτα τηρείται ενός λεπτού σιγή.

Κοιτάζω το κτίριο του σταθμού και το φαντάζομαι τυλιγμένο στις φλόγες από μια μολότοφ που πετάγεται και σπάει πάνω στις σάπιες πλάκες της στέγης. Οι φλόγες υψώνονται, καταπίνουν τα παράθυρα, τυλίγουν τα τούβλα. Αυτό είναι που θα πει συμβολική κίνηση. Όχι για την εκδίκηση, ούτε για την καταστροφή, αλλά για την κάθαρση.

Το κάψιμο αντικειμένων, κτιρίων, ή και ιδεών είναι μια πράξη που κουβαλά βάρος. Δεν είναι μόνο μια κίνηση οργής. Είναι ένας τρόπος να πεις πως κάτι έχει τελειώσει, πως δεν το θέλεις πια στη ζωή σου. Είναι η απόρριψη, η άρνηση να συνεχίσεις να ζεις κάτω από τη σκιά του.

Η φωτιά πάντα είχε τη δύναμη να εξαγνίζει. Καίμε το θυμίαμα να διώξουμε το κακό. Καίμε και τον βασιλιά καρνάβαλο, για να διώξουμε τον Χειμώνα και να καλωσορίσουμε την Άνοιξη.

Έτσι και στις σύγχρονες πρακτικές διαμαρτυρίας, το κάψιμο έχει θέση. Καίγονται σημαίες, καίγονται λάβαρα εξουσίας, καίγονται έγγραφα που θεωρούνται σύμβολα καταπίεσης. Η φωτιά είναι το μέσο για να πεις: «Φτάνει. Αυτό δε θα με ελέγχει άλλο.» Καίμε ιδέες, καίμε φόβους. Η φωτιά φέρνει την ορμή επανάστασης.

Συνηθίσαμε τον Χειμώνα, και δεν πρέπει. Καιρός να ανθίσει και κανένα λουλούδι. Οι στάχτες δεν είναι το τέλος. Είναι το έδαφος από το οποίο κάτι νέο μπορεί να γεννηθεί. Καίμε ό,τι μας πληγώνει. Καίμε τη σκιά του συστήματος που μας έφερε εδώ. Και μέσα από τη φωτιά, αρχίζουμε να φανταζόμαστε έναν κόσμο όπου οι φλόγες δε χρειάζονται πια, γιατί θα απουσιάζει η αδικία που τις τροφοδοτεί.

Το πένθος δεν εξαφανίζεται. Δεν σβήνει σαν φωτιά που έχει εξαντλήσει το οξυγόνο της. Μεταμορφώνεται. Σαν ένα βαρίδι στο στήθος, σαν σκοτάδι που σε πνίγει. Με τον χρόνο, με την παρουσία άλλων που πενθούν μαζί σου, γίνεται κάτι άλλο. Μια μικρή φλόγα, μια αναλαμπή ελπίδας.

Η μετάβαση από το πένθος στην ελπίδα είναι αργή. Είναι οι μικρές πράξεις που την επιτρέπουν. Κανείς δεν πιστεύει ότι θα αλλάξουν τα πάντα. Αλλά αυτές οι στιγμές στις πλατείες, στους δρόμους, στους σταθμούς, στη Βουλή, είναι σπόροι που φυτεύονται στο καμένο χώμα της απελπισίας. Μπορεί να περάσει καιρός, αλλά θα βλαστήσουν.

Η αλλαγή έρχεται κατά την διάρκεια μιας μακροχρόνιας διαδικασίας, γεμάτη εμπόδια, απογοητεύσεις, αλλά και μικρές, αραιές, πολύ αραιές νίκες. Είναι εύκολο να πιστέψεις πως είναι ανέφικτη, πως η δομή που μας καταπιέζει είναι αμετάβλητη. Αλλά η ιστορία μας δείχνει το αντίθετο. Όπως είπε η Ursula K. Le Guin:

«Ζούμε στον καπιταλισμό. Η δύναμή του φαίνεται αναπόφευκτη. Αλλά κάποτε, το ίδιο έκανε και το θείο δικαίωμα των βασιλιάδων.»

Τίποτα δεν είναι αιώνιο. Το καπιταλιστικό σύστημα, όσο πανίσχυρο κι αν φαίνεται, είναι απλώς μια ακόμη εποχή στην ιστορία. Και κάθε εποχή, αργά ή γρήγορα, τελειώνει. Μόνο μη τελειώσουμε και εμείς μαζί της.

Οι πένθιμες συγκεντρώσεις, οι στιγμές αλληλεγγύης είναι όλα σημάδια πως κάτι κινείται, έστω και με βήματα αβέβαια. Ανάμεσα στις στάχτες του παλιού κόσμου, αρχίζουμε να φανταζόμαστε έναν νέο. Έναν κόσμο που δεν θα χτίζεται πάνω στη θυσία και την εκμετάλλευση. Έναν κόσμο που θα γεννηθεί από τη συλλογική μας απόφαση να μην επιτρέψουμε στον βόθρο τους να καταπιούν το μέλλον μας.

Κοιτώντας το πλήθος, ήταν αδύνατο να μην παρατηρήσεις τις απουσίες. Οι συγκεντρωμένοι ήταν πολλοί, αλλά κάποιες φιγούρες έλειπαν – φιγούρες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν την κοινότητα, τη δικαιοσύνη, την ηθική.

Μέλη των εκάστοτε τοπικών αυτοδιοικήσεων, με σαφή ιδεολογική ταυτότητα προς την μεριά που δύει ο ήλιος, συνήθως πρόθυμα να παραστούν στις γιορτές και τα πανηγύρια, ήταν απόντα. Εκείνοι που διεκδικούν τις ψήφους των ανθρώπων με βαρύγδουπες υποσχέσεις δεν είχαν την τόλμη να σταθούν ανάμεσά μας. Ίσως ήταν μια σιωπηλή παραδοχή συνενοχής ή φόβος μήπως ο θυμός του πλήθους στραφεί προς αυτούς. Ή, πιο απλά, ίσως θεώρησαν πως η παρουσία τους δεν θα προσέφερε τίποτα – και ίσως είχαν δίκιο.

Η εκκλησία επίσης έλειπε. Αυτή η θεσμική φωνή που συχνά υψώνεται με πάθος όταν πρόκειται να εμποδίσει δικαιώματα, να πολεμήσει την πρόοδο ή να επιβάλει τη δική της ερμηνεία της ηθικής. Όταν όμως πρόκειται να σταθεί απέναντι στους καταπιεστές, να μιλήσει για το δίκιο, ξαφνικά έχει «λειτουργία.» Οι καμπάνες και αυτή τη φορά έμειναν βουβές.

Βέβαια, η αστυνομία ήταν εκεί. Όχι ανάμεσά μας, αλλά απέναντί μας. Σιωπηλοί, με βλέμματα ψυχρά, παρακολουθούσαν. Δεν ήταν εκεί για να προστατεύσουν το πλήθος. Ήταν εκεί για να διαφυλάξουν τη «τάξη» – τη δική τους τάξη. Την τάξη που μας έφερε εδώ, που κρατά τους καταπιεστές ασφαλείς και εμάς στο περιθώριο. Όπως πάντα, στην λάθος πλευρά της ιστορίας.

Τρίγωνα Πάνω Οράματος

Άχρονο, άγονο τοπίο. Το έδαφος, μαύρο γυαλιστερό μετάξι που κυμάτιζε με κάθε βήμα. Ένας δεύτερος ορίζοντας ανέπνεε ψηλά στον ουρανό. Γύρω μου δέντρα από λευκή ομίχλη, τα κλαδιά τους γυάλινα, στολισμένα με σταγόνες φωτός που αιωρούνταν, χωρίς να πέφτουν ποτέ. Στους κορμούς, ανάγλυφες φιγούρες ανθρώπων και ζώων πλέκονταν μεταξύ τους, παγιδευμένες σε μια αέναη κίνηση που άλλαζε ανάλογα με τη γωνία που τις κοιτούσες.

Πέτρες – μπλε, μοβ και μαύρες – εκτείνονταν σε ένα μονοπάτι μπροστά μου. Τα βήματα μου πάνω τους, απορροφούσαν τις αναμνήσεις κάθε ψυχής που είχε περάσει από εκεί και η ψυχή μου βάραινε. Στάχτη έπεφτε από τα μάτια μου και κάθε δάκρυ, φτάνοντας στο έδαφος έσπαγε και γινόταν μικροσκοπικά πουλιά, που πέταγαν, κελαηδώντας με φωνές ανθρώπινες.

Στο τέλος του δρόμου υψωνόταν ένας ναός απροσδιόριστης αρχιτεκτονικής. Στην κορυφή, μια γυναίκα καθόταν σε έναν θρόνο φτιαγμένο από ρίζες και φίδια. Το στήθος της ήταν ανοιχτό και στο εσωτερικό του κάμπιες φρόντιζαν το κουκούλι της βασίλισσας τους. Ένα εκκρεμές από φως στο χέρι της, με υπνώτιζε με την ακριβή ταλάντωση του. Σταμάτησα ανάμεσα στα πόδια της. Τα χείλη μου αποκοιμήθηκαν στα σκαλοπάτια του κολπικού της τεμένους, και ο νους μου στα Ερέβη του Νταζάιν.

Τα γρανάζια της γης έτριζαν ανελέητα. Το κουκούλι σκίστηκε και από μέσα, μία αχερόντια πεταλούδα άνοιξε τα φτερά της. Τα στολίδια του θανάτου με τύφλωσαν και τα περιεχόμενα του μυαλού μου χύθηκαν έξω. Τα όνειρα έθρεψαν το χώμα και βλάστησε η κρίση. Οι δονήσεις της γης αυξήθηκαν, αντιδρώντας στην απραξία της ονειροπόλησης. Άνοιξε ένα ρήγμα από κάτω μου και είδα υπόγεια αστέρια. Επίσης, έπεφτα. Περνούσαν τα ίδια χρώματα, τα ίδια σχήματα, οι ίδιες θερμοκρασίες, άτακτα, διαδοχικά, μα επαναλαμβανόμενα. Θύμιζε γνώριμο κύκλο αυτή η θλιβερή πτώση.

Σκόρπιες βαρύτητες με άπλωσαν. Οι αστρικές αιχμές με τεμάχισαν σε εφτά κομμάτια που πυρπολήθηκαν από την ακτινοβολία γάμμα. Με την άκρη του τρίτου ματιού μου είδα ένα είδωλο του απείρου, μα όταν γύρισα δεν ήταν εκεί. Μαζί του χάθηκε και το τρίτο μάτι. Δυστυχώς, η ζωή πάντα συγκλίνει σε μια κορυφή της κυματομορφής, ενώ η επιθυμία, απλωμένη, αργεί να ακολουθήσει. Ήμουν πάλι Ένα, και όλα είχαν όρια. Ακόμα έπεφτα και μαζί μου έπεφταν τα υπόλοιπα έξι κομμάτια μου που είχαν μεταμορφωθεί σε άλλα αποκρουστικά έντομα. Κάποια έγραφαν ποιήματα για την ομορφιά και ομόρφαιναν. Κάποια, φοβισμένα από τον άγνωστο προορισμό της πτώσης, αυτοκτόνησαν με τις λεπίδες τους.

Η ατμόσφαιρα έσταξε αίμα. Κάτι είχε παρατήσει αιχμές στο χωροχρονικό συνεχές, και οι στιγμές, πιο διακριτές από ποτέ, έδειχναν την ανυπόφορη φύση τους. Στο άχρονο κενό, ήταν ο πόνος που λέγεται μνήμη. Μου έλειπε ο χρόνος. Ο χρόνος σμιλεύει τα αχνά ίχνη που φοράμε, καλύπτει τις ανοιχτές πληγές στο χώμα πίσω από τα πόδια μας, διπλώνει το ξερό ύφασμα από αίμα πάνω στο δέρμα μας. Η λύτρωση είναι το βαρύ τίμημα της λήθης. Στην άβυσσο γύρω μου δεν υπήρχε λήθη, ούτε λύτρωση. Όλα ήταν χωρίς βάρος, αδιάφορα, ανυπόφορα.

Έφτανα στο έδαφος. Ένα αμφίβιο με πυώδεις φουσκάλες καταβρόχθισε τα τελευταία έντομα. Κοίταξα τα πράσινα μάτια του και κατεύθυνα το σώμα μου ανάμεσα τους. Τη στιγμή που η ορμή μου συνέθλιψε το κρανίο του, έκλεισα τα μάτια μου και αφουγκράστηκα τον άνεμο να ουρλιάζει. Μάτια, βουτηγμένα στα πορφύρα πελάγη της αυγής, πλανήθηκαν στις στάχτες του απείρου, ανυπόμονα να καούν, να λάμψουν σαν άστρα στο αθέατο θέατρο της νύχτας.

Όταν τα άνοιξα, είχα περάσει στην άλλη μεριά. Στην κορυφή της λίμνης αίματος που περνούσε για ουρανός σε αυτή τη διάσταση, ένα μισοφέγγαρο με έκρινε με τη γαμψή του μύτη. Έκανα να αντιδράσω, μα δεν μπορούσα να κουνηθώ. Διψούσα αφόρητα. Το δέρμα μου είχε χάσει όλο του χρώμα. Ακόμα και τα ρούχα μου είχαν χλωμιάσει. Έσυρα το χτικιάρικο κουφάρι μου σε μία ορχιδέα που κοσμούσε τη μιζέρια με τις απόκοσμες αρετές του πένθους. Έχωσα λαίμαργα την προβοσκίδα μου στο άνθος της και άρχισα να αφανίζω τους χυμούς της στην αδηφάγα καταπιόνα μου.

Οι δυνάμεις μου επανήλθαν. Αποφάσισα να αγνοήσω τη ρινική αγένεια της Σελήνης, για χάρη του παρελθόντος μας, μα και επειδή δεν είχα κάποια ιδιαίτερη ικανότητα να κλονίσω έναν διαστημικό βράχο 734767300000000000 τόνων. Σκέψη ενάντια στην πίστη, και μνήμη ενάντια στη λατρεία, γιατί τα μάτια πάντα καίγονται στον απέραντο βυθό του ουρανού.

Το άνθος ξεράθηκε από τη λαίμαργη ανάγκη μου να συνεχίσω να ζω. Κατανάλωσα με τόση μανία την απόλαυση του, που τώρα ήμουν χορτάτος και κενός, μία ανηδονική μάζα ψευδαισθήσεων. Ο νους μου ακολούθησε πάλι το μονοπάτι του ύπνου.

Όταν κοιμάσαι σε ένα όνειρο, ξυπνάς στην πραγματικότητα. Είδα πάλι τον ναό, τα σκαλοπάτια, τον θρόνο από κλαδιά και φίδια, και τη γυναίκα. Δεν είχε πια την τρύπα με τις κάμπιες. Είδα όμως τα έντομα που ήταν κάποτε κομμάτια του Εγώ μου. Καλλωπίζονταν στο καλούπι του κόλπου της, και έπειτα αποσυντίθονταν στους σταθμούς των στηθιών της. Προσπάθησα να φωνάξω, μα η φωνή μου ήταν ξερή ανυπαρξία. Η γυναίκα θώπευε την κομμένη προβοσκίδα μου στα χέρια της. Χωρίς αυτή, δεν έκαιγε η επιθυμία πια στο στόμα μου. Ήξερα πως δεν μπορώ να ζήσω έτσι, μα για μια επίπονη στιγμή, ένιωσα ήρεμος. Για τα όντα του χρόνου, η γνώση που αλλιώς λέγεται Αλήθεια, υποκύπτει στη θαλπωρή της αλλαγής. Κάθε ψηφίο χάνει την αξία του χωρίς την τοποθέτηση γειτονικών ψηφίων σε ένα απέραντο μωσαϊκό ολοκλήρωσης.

Βλέποντας τον πόνο στα άκρα μου, με λυπήθηκε. Στα χέρια της, η προβοσκίδα μου έγινε σκληρή, ξύλινη ράβδος. Μου την έδωσε για να μπορέσω να σταθώ. Τα κόκαλα μου έτριζαν καθώς απομακρύνθηκα. Έσφιξα τη ράβδο για να στηριχτώ καλύτερα. Το δέρμα του χεριού μου ήταν ζαρωμένο, αλλά τουλάχιστον, είχε επιστρέψει το ροζ του χρώμα. Είχε επιστρέψει και το πράσινο στα ρούχα μου.

Σταμάτησα σε μια βελανιδιά να ξεκουραστώ. Έκλεισα τα μάτια μου και είδα εμένα, σε έναν άλλο κόσμο. Χαμένος στο δάσος, είχε απομείνει μόνο ένα κεφάλι από την προηγούμενη ύπαρξη του, κι αυτό, χλωμό, διογκωμένο, φαλακρό, με εκατοντάδες μικρά μάτια και σφριγηλά πλοκάμια. Ήταν τυχερός που δεν ήμουν Εγώ, σκέφτηκε για εμένα, ενώ εγώ σκεφτόμουν το αντίθετο για αυτόν.

Black

Black,
in myriad forms, a cloak of endless hues,
Atramentous shadows bleed into the edges of my sight,
the charcoal sketch of a dying day,
a dying planet,
a dying world,
its ember-soft remains against the duskiness of the sky.

Coal lies buried deep,
smirched by the weight of time,
inky veins,
midnight rivers of what’s forgotten,
flowing beneath the crust of eons.
A pitch-thick silence hangs,
funereal smoke drifts,
from singed dreams and ashen hopes.

Sable night, swathed in swarthiness,
an obsidian sheen reflects my sombrous heart.
The niello of stars burns faintly,
silver smirks against my melanotic skin.
And the raven, with wings of denigration,
cuts through this inkiness,
a fleeting shadow across the moon’s pale face.

Swartness lingers,
tar-like,
clinging to breath and thought.
It is the soot of forgotten fires,
the ebony truth that loiters
long after the flame.

Once, the crows spoke of melanism,
their voice a funereal hymn to the sloe fruit’s bitter bite,
the kind that stains lips with its essence.
Even the smoke whispers of this:
the ink of words left unwritten,
the obsidian shards of dreams.

There is beauty in this world,
in the raven-black canopy of stars,
in the singe of forgotten coal,
in the darksomeness of wild things.
Ebony branches claw at the sky,
by a dusky sun that fades into jet-streaked horizons.

Darkness is not emptiness;
it is the fullness of mystery.
A sombrous smoke that curls upward
like a prayer,
unanswered,
but still offered.

Black is a world entire,
a raven’s cry in a midnight forest,
a smirch that marks the soul
and makes it whole.

Beware. Don’t chase your dreams with blades.

Beware. Don’t chase your dreams with blades.
Steel splits shadows, but not the things that cast them.
Your sword will slice through silence,
and all you’ll hold is echoes.

You may stand atop the broken backs of foes,
bloodied but upright—
yet victory feels lighter than smoke,
and tastes of iron dust.

Put down your weapon, ere it will turn to bone,
bleach beneath the sun you outran.

Stand still,
where the four lakes stretch beneath the sky.
Hold your breath where the five gears grind below.
Let them spin and not catch your heels.

Listen.
The wolves sing beneath the moon.
Hear the chthonian gods whisper in the stone,
in tongues older than hunger,
sharp enough to sever the threads of fate.

The earthly kings build with dust and call it law.
Ignore them.
Their crowns of thorns are woven from dead roots,
and their wisdoms are cages that shatter in storms.

Your will must be the seed
Death sows into the fields of oblivion.
Only then will fire bloom,
blind and searing.

Step into light so fierce,
you call it darkness.

Of Thinking

It grows roots in the dark,
It’s spindling through hollow places,
It thrives in silence.

You feel it when the world quiets,
when the hum of the fridge is too loud,
when shadowy, restless questions slip across the ceiling.
And you hold your breath—
not because you want to,
but because your lungs forget how to exhale.

It’s the ache of unwritten sentences,
the flutter of maybe-this and what-if-that,
the slow spiral of riddles.

You touch the edge of your desk
Grounding yourself in the weight of wood to silence the echo in your chest.
But the mind is stubborn,
turning corners,
flipping pages,
refusing to rest.

You know,
to think too much is a fire that keeps burning after midnight,
when skies aren’t bright enough to distract you.
It doesn’t ask for permission.
It simply lingers—
a quiet trespasser in the soft corners of your head.