Πίσω από ένα ακόμα διάφανο πέπλο του χρόνου, ακούγεται το κροτάλισμα της μνήμης. Μαύρες φλέβες απλώνονται στους ατσάλινους κύκλους μιας προδομένης φιλοδοξίας.
Δε θα ξαναφάω ακραίο ρεαλισμό μετά τις δώδεκα. Με δυσκολεύει να συνεχίσω. Φυσικά, συνεχίζω αναπόφευκτα. Σε μια συνέχεια ασυνεχή, που βουίζει αντί να κυλά, που με αδειάζει, με θολώνει, με σκίζει με τους παγωμένους κρυστάλλους της ομίχλης της, στέλνει σκουλήκια στις πληγές, ντυμένα με αγκάθια, φωλιάζουν στο κρανίο μου και με αδηφάγα στόματα τρέφονται με σαπισμένους νευρώνες.
Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να γίνει αυτό. Ή μάλλον, δεν υπάρχει τρόπος να γίνει τίποτα. Δεν έχει αρχή, βάση, θεμέλια. Μόνο ρίζες και μυκήλιο. Χθες, ήταν ένα άστρο. Αύριο, θα είναι μια χύτρα ταχύτητας.
Σήμερα όμως, είναι κάτι απροσδιόριστο. Μοιάζει ζωντανό, αλλά δεν έχει όργανα. Το γνωρίζω, γιατί ξεκινάω από μέσα του. Το αν αποτελώ εγώ το μοναδικό του όργανο, στέκει φιλοσοφικά, ένα ερώτημα που θα ξεχαστεί σε τρεις-τέσσερις παραγράφους. Για να μη με απασχολεί, βγαίνω έξω. Από το ζυμωμένο δέρμα, αλλόκοτες προεκτάσεις προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον ουρανό, και μέσα τους φωτιές, και μέσα τους εγώ που καίγομαι, τα μάτια μου έχουνε λιώσει, και από τις άδειες τρύπες τους βγαίνει μόνο καπνός και η δυσωδία της καμμένης σάρκας. Ο ουρανός γελά.
Το γέλιο του είναι σιωπή, διάχυτη, κολλώδης, γλιστρά πάνω στο δέρμα μου σαν ιδρώτας. Δε με αφήνει να ξεφύγω. Η πραγματικότητα δονείται σε άναρχα κύματα, κάποιο αόρατο χέρι κρατά τους ιστούς της και τους τεντώνει μέχρι το σημείο θραύσης. Στρέφομαι προς τα πίσω, αλλά το πίσω έχει καταργηθεί. Υπάρχει μόνο μια ατέρμονη αναδίπλωση του χώρου, ένας κυματισμός από θραύσματα αναμνήσεων και ανερμήνευτων σκέψεων. Είμαι ένα είδωλο διαλυμένο σε αμέτρητες πιθανότητες.
Το μυκήλιο πάλλεται, οι ρίζες τρέμουν, κάτι αφυπνίζεται στα βάθη του κόσμου, φωνές σιγοψιθυρίζουν ονόματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Δεν έχω πια σώμα, δεν έχω πια μάτια. Γίνομαι καπνός, στάχτη, η ίδια η σιωπή που με αγκάλιαζε από την αρχή.
Το κροτάλισμα συνεχίζει. Κάτι γυρίζει αέναα το κλειδί μιας σκουριασμένης μουσικής σφαίρας. Κάτι σφυρίζει μέσα από την ύλη, κάτι πάλλεται, κάτι ερωτοτροπεί με τα νεύρα. Η ένταση αυξάνεται, το σύστημα φωτίζεται μόνο από το λιγοστό λυκόφως. Η ανάσα σταματημένη, περιμένει τον πρώτο κεραυνό.
Και τότε, σκάει.
Ένας κεραυνός από τα σωθικά της ύλης. Η ρωγμή του σκότους ανοίγει. Οι νευρώνες μου, δονητές άθελά τους σε μια θυελλώδη κλιμάκωση που υπερβαίνει τη λογική. Το σώμα μου κυματίζει, δίνεται, τεντώνεται στα όρια της αντίληψης. Κι έπειτα, η κατάρρευση. Όχι σαν πτώση, αλλά σαν βύθιση, σαν αποδοχή της αναπόφευκτης συντριβής μέσα στην αγκαλιά του αγνώστου.
Το πρώτο μόριο διαλύεται, και μαζί του, η αίσθηση του χρόνου. Δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει μετά, μόνο ένα απέραντο τώρα, εγκλωβισμένο σε ένα καλειδοσκοπικό χάος που πάλλεται με τον κιρκάδιο ρυθμό ενός εκτρώματος χωρίς όργανα, χωρίς καρδιά. Χωρίς μάτια, χωρίς μυαλό, χωρίς σπλήνα, χωρίς γλώσσα, χωρίς τύμπανα, χωρίς αγγεία, χωρίς πνεύμονες, χωρίς αίμα, χωρίς φλέβες, χωρίς στομάχι, χωρίς συκώτι, χωρίς νύχια.
Χωρίς φαλλό.
Ήταν πάντα έτσι. Δεν υπήρξε ποτέ σταθερότητα, ποτέ σώμα, ποτέ σάρκα. Μόνο ένας ασυνάρτητος κώδικας γραμμένος με αναμνήσεις και ψευδαισθήσεις.
Απόηχος μιας ύπαρξης που κάποτε ορκιζόταν πως ήταν αληθινή. Προσπαθεί να επιβιώσει παρά τη γύρω αδράνεια. Υπόμνηση της αντοχής σε έναν κόσμο που έχει απογυμνωθεί από ζωή. Όχι από επιλογή, αλλά επειδή ακόμα και το κενό φαίνεται να μου αρνείται την απόλυτη εξαφάνιση.
Όχι, ε; Πολύ ρομαντικό για να ισχύει. Η αντοχή δεν είναι τίποτα άλλο από μια συνήθεια, ένα υπολειπόμενο ένστικτο που ψιθυρίζει πως κάτι πρέπει να έρθει μετά. Το άγγιγμα της ύπαρξης είναι καταδίκη. Η ροή του γίγνεσθαι, μια ατέλειωτη έκκληση για επιείκεια. Ό,τι συνεχίζει να κινείται, το κάνει από αδράνεια. Ό,τι εξακολουθεί να υπάρχει, το κάνει επειδή δε δύναται να αμφισβητεί τον εαυτό του. Οι άκρες της συνείδησης ξεφτίζουν, τα περιγράμματα του κόσμου θολώνουν, και η ζωή παραμένει ένας κύκλος που δεν κουράζεται ποτέ να επαναλαμβάνεται. Όταν όλα καταρρεύσουν, όταν η ύλη γίνει σκόνη και η μνήμη σιωπή, κάτι θα συνεχίσει. Η ανυπαρξία είναι μια πολυτέλεια που δικαιούται μόνο το τίποτα.
Το κενό δε σηκώνει βάρη, δε δίνει εξηγήσεις, δεν προσφέρει παρηγοριά. Είναι εκεί, πανταχού παρόν, αμετάβλητο, αδιατάρακτο. Ό, τι το κοιτά κατάματα, αισθάνεται το αβάσταχτο βάρος του. Συνεχίζουν να σκάβουν, να ψάχνουν, να ικετεύουν για μια απάντηση. Η απουσία νοήματος βαραίνει μόνο την ανοησία που το αναζητεί.
Τα υπόλοιπα απλώς αφήνονται. Δεν ψάχνουν, δε ρωτούν, δε νοιάζονται. Αληθινά ελεύθερα. Αυτά που δεν ψάχνουν δεν πνίγονται. Το κενό παραμένει εκεί, άθικτο, ασήκωτο μόνο για όσα προσπαθούν να το σηκώσουν.
Λαχταριστή ηδονή, να ξεφλουδίζεις από το δέρμα σου τα όμορφα ψέματα που λέγονται Γνώση. Να αποσπάς από τη σάρκα σου τις επικολλημένες βεβαιότητες, να ξηλώνεις από το κρανίο σου τα νήματα της λογικής, να νιώθεις το κάψιμο, την ανατριχίλα, έναν πρωτόγονο σπασμό που σε ξεγεννά ξανά στην ανυπαρξία. Να πέφτουν οι στρώσεις από περίτεχνα προσωπεία και η γυμνότητα του νου να ρεμβάζει στη φυσική της κατάσταση. Ελευθερία. Να γλιστράς έξω από τα όρια της διάνοιας, να εγκαταλείπεις την ανάγκη να ερμηνεύσεις, να διακρίνεις, να ελέγξεις. Να αφήνεσαι στο τίποτα όπως το νερό στη ροή του. Να αγκαλιάζεις τη ρήξη, την αποδόμηση, την απογύμνωση της ύπαρξης από τις λέξεις που τη βαραίνουν.
Άγρια, απελευθερωτική απουσία, η αέναη πτώση στο άπειρο. Το μεδούλι του κόσμου ξεχύνεται από μια φωτεινή αποσύνθεση, αφήνει ξεχασμένα σχήματα στη σκόνη, και ψέλνει ύμνους στο κενό. Ασταθείς και αδιάφορες μορφές γεννιούνται και πεθαίνουν. Ύλη θρυμματίζεται σε χρυσές στάχτες, ψαλμωδίες ηχούν και πνίγονται. Το ερπετό της φωτιάς μασάει τον εγκέφαλο με τα κοφτερά του δόντια, μέχρι η υφή του να γίνει αρκετά κρεμώδης, και έπειτα τον φτύνει στα αχόρταγα στόματα των γόνων του Χάους. Το κενό δε θυμάται το φως που διαλύεται μέσα του, ούτε τα σχήματα που κάποτε σκαλίστηκαν στη λεπτή επιφάνεια του παλίμψηστου της αιωνιότητας. Καταπίνει τα πάντα με την αδιαφορία μιας δύναμης που δε γνωρίζει πείνα ούτε κορεσμό.
Δε μένει τίποτα από την παλιά γεωμετρία του κόσμου, μόνο ρινίσματα ύπαρξης και ένας κυκλώνας από ανείπωτες λέξεις. Η ύλη ρέει, οι δομές καταπίνονται από το ίδιο τους το αποτύπωμα. Τα ανώνυμα στοιχεία γίνονται οικεία στο χάος της γέννησης. Δίχως πρόσωπα, δίχως μνήμη, δίχως σχήμα, δίχως σκιά, δίχως επιθυμία, δίχως αντίσταση, δίχως ανάσα, δίχως όνομα, δίχως σάρκα, δίχως πυρήνα, δίχως προορισμό, δίχως τέλος. Όπου ο ουρανός σπάει και αιμορραγεί το σέλας, η παλίρροια καταπίνει τα οστά του παρωχημένου κόσμου και τα ανώνυμα στοιχεία υψώνονται με ευλάβεια στην αδηφαγία που ενώνει τα άπαντα. Δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει μετά. Υπάρχει το άχρονο γουργουρητό του παμφάγου κενού.
Αντί για αλήθεια, επαναπαύομαι στην επανάληψη. Στη σταθερότητα των ίδιων βημάτων, στον κύκλο που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, στην ανακούφιση του γνώριμου που δεν απαιτεί σκέψη. Η φθορά δε με τρομάζει, αρκεί να είναι προβλέψιμη. Οι λέξεις που ξεστομίζω είναι οι ίδιες που ειπώθηκαν χθες και θα ειπωθούν ξανά αύριο. Οι σκέψεις μου είναι ανακυκλωμένη σκόνη. Αν σταματήσω, θα δω το κενό. Γι’ αυτό προτιμώ την αναπνοή χωρίς λόγο. Περιορίζομαι.
Ό,τι αποκτά όρια, χάνει την ουσία του. Η μορφή προδίδει, περιορίζει το άπειρο στα όρια της όρασης. Κάνει το άμορφο κατανοητό, το ατέρμονο πεπερασμένο, το ασύλληπτο ανεκτό. Το βλέμμα διαχωρίζει, διαστρεβλώνει, αφαιρεί. Ό,τι δε χωρά στο κάδρο της αντίληψης διαγράφεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Το άπειρο υπάρχει μόνο ως απουσία, γλιστράει λίγο πέρα από τα άκρα της κατανόησης. Διαιρούμε και διαμορφώνουμε τον κόσμο σε μορφές που μπορούμε να ονομάσουμε. Έχουμε ξεχάσει πως το Άφατο ήταν εδώ πρώτα. Μια λέξη για αυτό που δε λέγεται.
Οι λέξεις ξεθωριάζουν. Μαραμένες σελίδες εγκαταλείπονται στην αργή ροή προς τον θάνατο, με ένα «αχ» που ακούγεται σαν ανάμνηση φωτιάς. Το αναπόφευκτο καραδοκεί, περιμένοντας να καταβροχθίσει τις προσωρινές διατάξεις σκόνης που ονομάζουμε «μεγαλεία» μας. Ονομάζουμε. Χτίζουμε. Υποκρινόμαστε. Από γεωμετρικά ασύλληπτες γωνίες, ακούγονται περιστασιακά οι αναστεναγμοί ενός αδυσώπητου γίγνεσθαι.
Ό,τι είναι αιώνιο παύει να είναι όμορφο με την ίδια ένταση, γιατί η φθαρτότητα δίνει στην ομορφιά μια αίσθηση μοναδικότητας. Η αίσθηση του χρόνου γίνεται αντιληπτή μέσα από την αλλαγή. Η ομορφιά, είτε σε φυσική μορφή είτε ως μια ιδέα, γίνεται το σημείο αναφοράς για να αντιληφθούμε το πέρασμα. Το δώρο της ομορφιάς είναι ο χρόνος.
Ή το ανάποδο.
Ο άνεμος περνά ανάμεσα στα κλαδιά, κουβαλώντας χνούδια ξεραμένων φύλλων και τη μυρωδιά της σήψης που θρέφει το έδαφος. Η χρονογραμμή στο σάπιο ξύλο τελειώνει αργά. Μια παραίτηση που δε ζητά συμπόνια. Το φως διαλύεται σε αποχρώσεις υγρασίας, το πράσινο βαραίνει από την αναπνοή της ομίχλης. Η ζωή ξεκινά ξανά από την παρακμή. Ο θάνατος, ένα σημείο αναφοράς. Μύκητες απλώνονται, κρύβοντας τις πληγές του ξύλου, χτίζοντας πάνω τους μια νέα γεωγραφία. Αόρατο, το ελάχιστο, επιμένει στη συνέχεια. Το βλέμμα των ανθρώπων περνά πάνω από τα νεκρά δέντρα και τα αγνοεί, σαν να είναι κάτι που υπήρχε πάντα, που δε χρειάζεται εξήγηση. Το σχήμα που παίρνουν οι λειχήνες πάνω στους νεκρούς ιστούς της οξιάς περιμένει ακόμα να του δοθεί ένα όνομα.