Για Δαχτυλίδια, Σκοτεινούς Άρχοντες, και τον Φόβο να Απολέσουμε τον Καρκίνο του Παρόντος για το Άγνωστο Μέλλον

Οι ρίζες των δαχτυλιδιών επεκτείνονται βαθιά στο χώμα της μυθολογίας. Η κυκλική τους μορφή συνδέεται άρρηκτα με την αιωνιότητα, τη μοίρα και τη συνέχεια, και κατέχει μια μυστικιστική ποιότητα επειδή επιστρέφει στον εαυτό της, χωρίς καθαρή αρχή ή τέλος. Από το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ μέχρι τις βέρες του γάμου που συμβολίζουν την αιώνια δέσμευση, τα δαχτυλίδια στη λαογραφία συνδέονται με το πεπρωμένο και το διηνεκές.

Αυτή είναι και η βαθιά μεταφυσική σημασία των Δαχτυλιδιών της Δύναμης στο έργο του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Υπόσχονται διατήρηση και έλεγχο, αλλά με κόστος: τον εγκλωβισμό σε έναν ατελείωτο κύκλο στασιμότητας, εξάρτησης και διαφθοράς.

Η Κυκλική Φύση της Δύναμης

Τα Δαχτυλίδια των ξωτικών του Ερέγκιον αποτελούν ένα είδος τεχνολογικού επιτεύγματος, μιας μεταφυσικής ανακάλυψης ενός αιώνιου βρόχου κατά τη Δεύτερη Εποχή. Η επίτευξή τους έγινε με τη βοήθεια ενός φαινομενικά καλοπροαίρετου δωρητή, ο οποίος είχε πλήρη γνώση της μοίρας και του τρόπου να την αψηφά, και που φυσικά φρόντισε να μην αναφέρει τα λεπτά γράμματα με τις ολέθριες συνέπειες.

Τα Δαχτυλίδια της Δύναμης, αψηφούν τον φυσικό νόμο ότι όλα τα πράγματα φθείρονται με τον χρόνο. Φυλακίζουν και ανακυκλώνουν τη δύναμη ασταμάτητα, διατηρώντας τις δυνάμεις και τη διάρκεια ζωής των ιδιοκτητών τους. Κάθε Δαχτυλίδι είχε διαφορετικό σκοπό και ανταποκρινόταν στη βούληση του κυρίου του, αλλά όλα διέθεταν μια κοινή ιδιότητα, τη δυνατότητα να παγώνουν τη φυσική ροή του χρόνου για τους κατόχους τους. Οι θνητοί δε γερνούν ούτε πεθαίνουν, ενώ η μαγεία των ξωτικών δε φθείρεται ή κουράζονται από τον κόσμο. Οι ικανότητές τους παραμένουν ανέπαφες από τη χρήση ή την πάροδο του χρόνου.

Ωστόσο, αυτή η ανεξάντλητη δύναμη έχει άλλες συνέπειες. Όσο περισσότερο εξαρτάται κανείς από τα Δαχτυλίδια, τόσο περισσότερο η μοίρα του δένεται με αυτά. Ό,τι δημιουργείται ή διατηρείται μέσω των Δαχτυλιδιών είναι δεμένο με την επιβίωσή τους. Αν καταστραφεί το Δαχτυλίδι, όλα όσα συνδέονται με αυτό καταρρέουν.

Η κατανόηση αυτής της κυκλικότητας υπήρξε η πραγματική ισχύς του Σάουρον. Στη μεταφυσική του Τόλκιν, κάθε πράξη έχει κόστος. Οι ενάρετες πράξεις γίνονται με λιγότερη απώλεια, ενώ οι κακόβουλες αποδυναμώνουν τον δράστη με τον χρόνο. Η διαφθορά του Σάουρον αποδυνάμωνε διαρκώς την ουσία του. Μετά τις ήττες του στην Πρώτη Εποχή, αναζήτησε μια τεχνητή λύση για να διατηρήσει τη δύναμή του. Συνειδητοποίησε πώς η κυκλική δύναμη των Δαχτυλιδιών θα μπορούσε να υποταχθεί από μια ισχυρή βούληση. Έτσι, δημιούργησε το Ένα Δαχτυλίδι, ένα εργαλείο που διατηρούσε τη δύναμή του και του επέτρεπε να υποδουλώσει άλλους μέσω της εξάρτησής τους από τα Δαχτυλίδια.

Δημιουργώντας το Ένα Δαχτυλίδι, ο Σάουρον έχυσε ένα σημαντικό μέρος της ουσίας του σε ένα μοναδικό αντικείμενο, δημιουργώντας ένα εργαλείο που διατηρούσε τη δύναμή του, αλλά τον σκλάβωνε ταυτόχρονα σε αυτό. Η κυκλική παγίδα του Δαχτυλιδιού εξασφαλίζει τη συνεχιζόμενη ύπαρξη του Σάουρον, αλλά γίνεται και η μεγαλύτερη του αδυναμία. Χωρίς το Δαχτυλίδι, η ισχύς του μειώνεται. Αν καταστραφεί, θα χαθεί και ο ίδιος μαζί με όλα όσα έχτισε.

Η Διαδικασία της Δημιουργίας

H δημιουργία είναι μια πράξη θυσίας. Για να δημιουργήσει κανείς κάτι με τεράστια δύναμη, πρέπει να επενδύσει ένα μέρος του εαυτού του σε αυτό. Επίσης, τα μεγάλα αριστουργήματα είναι συχνά μια συμφωνία εφάπαξ, μια πράξη έμπνευσης που δεν μπορεί να αναπαραχθεί. Το βλέπουμε με τον Σάουρον και το Ένα Δαχτυλίδι, όπως και για τον Φέανορ και τα Σίλμαριλς. Το Ένα Δαχτυλίδι, λοιπόν, είναι κάτι παραπάνω από ένα μαγικό αντικείμενο· είναι ένα κομμάτι της ίδιας της ύπαρξης του Σάουρον, εμποτισμένο με τη θέληση, τον σκοπό και τη δύναμή του. Αυτό εξηγεί την αυτονομία του. Το Δαχτυλίδι φαίνεται ζωντανό, παίρνοντας αποφάσεις και χειραγωγώντας τους προσωρινούς κατόχους του για να εκπληρώσει τον απόλυτο σκοπό του: την επιστροφή στον δημιουργό του.

Κυρίως, ενισχύει την ικανότητα του Σάουρον να κυριαρχεί στο μυαλό των άλλων. Με το Ένα Δαχτυλίδι μπορεί να κυβερνήσει τεράστιες λεγεώνες από ορκς και άνδρες. Μπορεί να λυγίσει τους φορείς άλλων δαχτυλιδιών σύμφωνα με τη θέλησή του. Αυτή είναι η μεγάλη απειλή που θέτει ο Σάουρον: απαλλάσσει τους ανθρώπους από την ελεύθερη βούλησή τους για την προώθηση της φιλοδοξίας του να δημιουργήσει έναν κόσμο τέλειας τάξης. Ένα σύστημα παραγωγής πλούτου και συγκέντρωσης του προς μία μόνο κατεύθυνση.

Η επιρροή του Σάουρον εκτείνεται και στα άλλα Δαχτυλίδια της Δύναμης, τα οποία δημιουργήθηκαν με τις τεχνικές του. Ενώ δε συμμετείχε άμεσα στην κατασκευή των Τριών Δαχτυλιδιών των ξωτικών – τα οποία φτιάχνει μόνος του ο Κελεμπρίμπορ – αυτά κατασκευάστηκαν με τις μεθόδους του, εξασφαλίζοντας ότι παρέμειναν δεμένα με το Ένα Δαχτυλίδι. Για αυτό τα αφαιρούν όταν αισθάνονται το Ένα Δαχτυλίδι. Η μέθοδος είναι και αυτή δημιουργία του Σάουρον, άρα περιέχει την ουσία του που με τον χρόνο διαφθείρει. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει ηθική εκμετάλλευση της διεφθαρμένης δύναμης.

Η διαφθορά στα Επτά Δαχτυλίδια των Νάνων και στα Εννέα των Ανθρώπων ήταν πιο άμεση, λόγω της ανάμειξης του Σάουρον στην κατασκευή τους.

Οι Νάνοι, φτιαγμένοι από τον Άουλε, τον Βάλα των ορυκτών και της τεχνουργίας, είχαν την εγγενή ικανότητα να αντιστέκονται στην κυριαρχία – ήταν δηλαδή ανθεκτικοί σαν βράχοι, αλλά και αντίστοιχα σοφοί. Έτσι δεν υποτάχτηκαν ποτέ στον Σάουρον, όμως φορώντας τα δαχτυλίδια για καιρό, τελικά υπέκυψαν στη φιλαργυρία και την εμμονή.

Οι Άνθρωποι, στερούμενοι μαγικής ανθεκτικότητας, ήταν οι πιο ευάλωτοι στις υποσχέσεις των Δαχτυλιδιών. Ο Έρου (ο κύριος θεός στο έργο του Τόλκιν) δημιούργησε τους ανθρώπους με ελεύθερη βούληση, την ικανότητα να πεθαίνουν αληθινά και δεν έχουν καμία εγγενή σχέση με τους Βάλαρ (τους κατώτερους θεούς) και τη μαγεία. Αυτό τους καθιστούσε και πιο επιρρεπείς στην επιρροή του Σάουρον. Οι εννιά βασιλιάδες επέλεξαν να φορέσουν αυτά τα δαχτυλίδια και να συνεχίσουν να τα φοράνε, πιθανότατα επειδή τους υποσχέθηκαν πολλά σπουδαία πράγματα όπως η αθανασία. Συνεπώς, έχασαν την ελεύθερη βούλησή τους μαζί με την ικανότητα να πεθάνουν.

Το νόημα είναι πως δεν υπάρχει ορθή χρήση του συστήματος. Ο μύθος της αέναης ανάπτυξης μπορεί μόνο να καταστρέψει, μέχρι να καταστραφεί.

Ο Φρόντο και η Δύναμη του Δαχτυλιδιού

Η χρήση του Δαχτυλιδιού από τον Φρόντο αποκαλύπτει τη συντριπτική του ισχύ. Στο Όρος του Χαμού, όταν ο Γκόλουμ επιτίθεται στον Φρόντο και τον Σαμ, ο Τόλκιν περιγράφει τον Φρόντο μέσα από τα μάτια του Σαμ ως μια μορφή δέους: μια φιγούρα ντυμένη στα λευκά, που στο στήθος της κρέμεται ένας τροχός φωτιάς.

Ο Φρόντο χρησιμοποιεί το Δαχτυλίδι για να διατάξει τον Γκόλουμ, λέγοντας του πως αν τον αγγίξει ξανά, θα πρέπει να πετάξει τον εαυτό του στις φωτιές του Όρους. Αργότερα, η κατάρα αυτή πραγματοποιείται (σπόιλερ).

Το γεγονός ότι ο Φρόντο μπορεί να αντλήσει από αυτό το είδος δύναμης για να εξουσιάσει άλλα όντα καθιστά απολύτως σαφές το είδος της δύναμης που θα μπορούσαν να ασκήσουν ο Σάουρον, ο Γκάνταλφ ή η Γκαλάντριελ αν την είχαν στην κατοχή τους.

Έτσι, άθελα του, το Δαχτυλίδι γίνεται συνεργός της καταστροφής του, πέφτοντας μαζί με τον Γκόλουμ στη λάβα. Ο Φρόντο χάνει ό,τι καλό έχει μέσα του για αυτό. Ο κύκλος κλείνει. Το Ένα Δαχτυλίδι φτιάχνεται στο Όρος με τη θυσία του Σάουρον, και καταστρέφεται σε αυτό με τη θυσία του Φρόντο.

Το τέλος του κύκλου της βίας, της διαφθοράς, του πολέμου, αφήνει ένα μέλλον για τους άλλους, και όχι για αυτόν που το κουβάλησε τόσο καιρό. Ο Φρόντο χάνει την ελπίδα του, για να έχει ελπίδα το μέλλον.

Η Καταστροφή του Κύκλου

Στην καρδιά της ιστορίας των Δαχτυλιδιών βρίσκεται ο φόβος της αλλαγής. Τα Δαχτυλίδια υπόσχονται να διατηρήσουν ό,τι είναι πολύτιμο, να σταματήσουν τη ροή του χρόνου και να αντισταθούν στη φθορά. Όμως αυτή η αντίσταση στη φύση έρχεται με τίμημα την ελευθερία. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία ουτοπία που να μην ενσωματώνει στη λειτουργία της την αλλαγή.

Όλα φθείρονται, όλα αρχίζουν και τελειώνουν, τα πάντα ρει. Τα Δαχτυλίδια και τα συστήματα που αποσκοπούν να πατάξουν την αλλαγή, την απώλεια, και τη φθορά, απλώς τα αντικαθιστούν με άγονη στασιμότητα, συγκέντρωση πλούτου σε λίγα άτομα, και εκμετάλλευση.

Η καταστροφή του Ενός Δαχτυλιδιού αντιπροσωπεύει τη ρήξη αυτού του κύκλου. Απαιτεί την αποδοχή της απώλειας και το θάρρος να αφήσεις το διεφθαρμένο παρόν για χάρη ενός δυνητικού καλύτερου μέλλοντος. Η αποτυχία του Φρόντο να καταστρέψει το Δαχτυλίδι υπογραμμίζει τη δυσκολία αυτού του έργου. Ξοδεύεται ολόκληρος στην πορεία και πάλι δεν είναι αρκετό.

Δεν είναι η δύναμη της θέλησης που σπάει τελικά τον κύκλο. Είναι η αφύσικη ουσία της αιώνιας διατήρησης της δύναμης. Η αέναη απορρόφηση πόρων σε έναν πεπερασμένο κόσμο, είναι καταδικασμένη να φέρει την ίδια την καταστροφή της. Λίγοι αναλαμβάνουν το ταξίδι στη Μόρντορ, κουβαλώντας το ασύλληπτο βάρος της ελπίδας. Το ζήτημα είναι να μην ξοδευτούμε όλοι πριν την αναπόφευκτη πτώση.

Πτολίπορθος

Ξάπλωνε κάθετα στη συνηθισμένη κατεύθυνση του κρεβατιού και το κεφάλι της κρεμόταν ανάποδα. Κοίταζε τα κλειδωμένα παντζούρια, το κόκκινο σημάδι στον καρπό της, την κλειδωμένη πόρτα. Το πρώτο και το τελευταίο τα έκαναν οι γονείς της. Επειδή έκανε το δεύτερο στον εαυτό της. Επειδή ήθελε να δει το φως.

Άκουσε το κλειδί στην πόρτα και αμέσως σηκώθηκε, σκεπάζοντας το σημάδι με το λευκό μανίκι του φορέματος της. Ο Δεξιά Γονιός κρατούσε τον δίσκο με τα δύο κρίνα. «Έφερα το φαγητό σου,» είπε.

Δεν ήθελε να βλέπει τη μορφή του – ακόμα και αν ήταν αδύνατο να διακρίνει χαρακτηριστικά – και άθελα της έστρεψε το βλέμμα της στα παντζούρια.

«Είναι για το καλό σου,» της εξήγησε, ενώ άφηνε τον δίσκο στο τραπέζι. «Το άστρο θα σε σκοτώσει. Στο σκοτάδι είσαι ασφαλής.»

Ένας ανεξήγητος, ψυχρός αέρας διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της, σαν ένα αόρατο χέρι να την άγγιζε απαλά, αφήνοντας πίσω του ένα ίχνος από ηλεκτρισμό. Οι τρίχες στην πλάτη της σηκώθηκαν, ενώ μια ακαθόριστη πίεση βάραινε το στήθος της. Η φωνή του Δεξιά Γονιού είχε ένα τρίξιμο που δεν μπορούσες να ακούσεις, αλλά το ένιωθες στη σπονδυλική σου στήλη. Βέβαια, την προτιμούσε από τη φωνή του Αριστερά Γονιού, η οποία έδινε την αίσθηση ότι κάτι σέρνεται μέσα στα σωθικά σου.

Πήρε το ένα κρίνο και το δάγκωσε. Ο δεξιά γονιός γύρισε προς την πόρτα, αλλά κοντοστάθηκε. «Είσαι σίγουρη πως δε σε ακούμπησε το φως;»

Έχωσε ανεπαίσθητα το σημαδεμένο χέρι της ανάμεσα στα πόδια της, ενώ με το άλλο συνέχισε να τρώει. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

Ο Δεξιά Γονιός στραμμένος προς την πόρτα αναγνώρισε την κίνηση και βγήκε έξω. Ζώντας στο σκοτάδι δεν είχε δει ποτέ τα πρόσωπα τους. Παρόλα αυτά της έδιναν την εντύπωση ότι δεν είχανε μάτια μόνο στη μία μεριά. Άκουσε το κλειδί να γυρνάει ενώ κατάπινε και το τελευταίο κομμάτι από τα κρίνα.

Δεν της άρεσε η γεύση τους, αλλά αν έκανε υπομονή για όσο ενοχλούσαν το στομάχι της αργότερα έφερναν ευφορία και ξεγνοιασιά. Έκλεβαν κάθε συναίσθημα από μέσα της και αυτό ήταν καλό γιατί όλα της τα συναισθήματα ήταν αρνητικά. Προτιμούσε να μη νιώθει τίποτα.

Αυτή τη φορά όμως ένιωσε να την ενοχλούν περισσότερο από ότι τις άλλες. Ταυτόχρονα το σημάδι στον καρπό της προκαλούσε μία έντονη φαγούρα. Προσπάθησε να κρατηθεί για να μην κάνει εμετό. Οι γονείς θα απογοητευόντουσαν πολύ αν μάθαιναν ότι έβγαλε το φαγητό της. Η σκέψη να ακούει τις φωνές τους μέσα της όσο την επιπλήττουν την έκανε να νιώσει περισσότερη ναυτία.

Σηκώθηκε και έτρεξε προς το παράθυρο. Μετά βίας κρατούσε το φαγητό μέσα της. Αν κατάφερνε να το ανοίξει θα μπορούσε να βγάλει το φαγητό έξω και μετά να το κλείσει γρήγορα, πριν ξυπνήσει το άστρο και τη δει πάλι. Μάταια, όμως. Η κλειδαριά ήταν αδύνατο να παραβιαστεί.

Έσπρωχνε τα φύλλα των παντζουριών, ενώ τα γαστρικά υγρά της έκαιγαν τον οισοφάγο. Στην τελευταία στιγμή απελπισίας, έπιασε το λουκέτο και άρχισε να το τραβά με όλη της τη δύναμη. Η προσπάθεια την οδήγησε πέρα από τα όρια της, και άδειασε όσα είχε μέσα της στο πάτωμα.

Πριν προλάβει να αναδυθεί ο πανικός της, πνίγηκε από την έκπληξη όταν το σημάδι στον καρπό της άρχισε να λάμπει σαν αναμμένο κάρβουνο. Το λουκέτο θρυμματίστηκε μέσα στην παλάμη της, και τα παντζούρια άνοιξαν.

Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Ίσως, να προλάβαινε να τα συμμαζέψει και να τα πετάξει. Φυσικά, θα έμενε να βρει τι θα κάνει με την κλειδαριά. Επίσης, να συλλογιστεί τι συνέβη με το σημάδι. Το κοίταξε. Ήταν πάλι κόκκινο, χωρίς να λάμπει. Σκούπισε τον εμετό και τον πέταξε έξω. Μετά έπιασε τα παντζούρια για να τα κλείσει.

Σταμάτησε. Μια χρυσή κλωστή, έσκισε το σκοτάδι. Το άστρο ξυπνούσε.

Θα έριχνε μόνο μια ματιά και θα το έκλεινε γρήγορα, πριν την κάψει πάλι. Το βαθύ μπλε γλύκανε σε ένα απαλό ροζ, ενώ η πρώτη χρυσαφένια ακτίνα έσπασε τη σιωπή, χαϊδεύοντας τις ανήσυχες στέγες του κάστρου. Το χρυσάφι άρχισε να γεμίζει τα πάντα, πλέοντας πάνω από τις πέτρες.

Ο ουρανός φλεγόταν με μια έντονη λάμψη. Και τότε, η πρώτη εμφάνιση του άστρου – εκτυφλωτικό, ασύλληπτο, αδιανόητο στην έντασή του. Τα μάτια της πάσχισαν να το αντέξουν. Το φως είχε γίνει αμείλικτο. Είχε εισχωρήσει βαθιά στο δέρμα της, είχε κάψει κάθε κύτταρο της. Τα μάτια της πάλευαν να κλείσουν, αλλά εισχωρούσε ακόμα και μέσα από τα βλέφαρα.

Μέσα σε αυτήν την αβάσταχτη λάμψη άρχισε να σχηματίζεται μία ακαθόριστη φτερωτή φιγούρα χαραγμένη στον εκτυφλωτικό καμβά. Μια γυναίκα. Τα φτερά της δεν είχαν τέλος.

Η γυναίκα ύψωσε το χέρι της, και ο ουρανός έσπασε.

Το κάστρο σείστηκε βίαια. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος γέμισε τον αέρα, και μετά απόλυτη, ψυχρή, τρομακτική σιωπή. Το πρόσωπο της γυναίκας με τα φτερά έμεινε χαραγμένο στη μνήμη της, καθώς χανόταν ξανά σε αδιαπέραστο σκοτάδι.

*

Όταν ξανάνοιξε τα μάτια της, δεν μπορούσε να δει τίποτα. Ήταν γυρισμένη ανάποδα και εγκλωβισμένη μέσα σε πέτρες. Δε γνώριζε αν είχε τραυματιστεί, αλλά τουλάχιστον δεν ένιωθε πόνο. Ανέπνεε με δυσκολία.

Κατάφερε να σπρώξει κάποιες πέτρες μπροστά από το πρόσωπο της και με χαρά της ανακάλυψε πως δεν είχε τυφλωθεί. Ευτυχώς, είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Αργά και σταθερά, άρχισε να σπρώχνει το βάρος που την καταπλάκωνε, βάζοντας δύναμη σε όλο της το σώμα, μέχρι που κύλησαν μερικά από τα μεγαλύτερα κομμάτια και ελευθερώθηκε. Δοκίμασε διάφορους συνδυασμούς κινήσεων με το σώμα της. Δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Έπειτα, το εξέτασε. Είχε κόκκινα σημάδια παντού.

Μετέθεσε την προσοχή της στο περιβάλλον. Ερείπια απλώνονταν παντού. Σπασμένοι πύργοι, κομμάτια από μαρμάρινες καμάρες και πεσμένοι θρόνοι, όλα θαμμένα μέσα σε σκόνη. Ήταν κατενθουσιασμένη. Το ανελέητο φως του άστρου είχε κρυφτεί, αλλά στο βαθύ σούρουπο μπορούσε να διακρίνει εικόνες, περιγράμματα, και χρώματα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της. Πίσω από έναν πεσμένο θόλο, οι αόρατες ακτίνες του μισοσκόταδου τόνιζαν ένα μοτίβο ζωγραφισμένο στον τοίχο.

Τόσο τη μαγνήτιζε αυτός ο απέραντος κόσμος, που ήθελε να περάσει την υπόλοιπη ζωή της τριγυρνώντας ανάμεσα στα αμυδρά ερείπια. Άρχισε να περπατάει. Τα πόδια της σήκωναν λεπτές στήλες σκόνης στα χαλάσματα που έτριζαν απαλά κάτω από το βάρος της.

Ένας ήχος διέκοψε τη σιωπή. Ήταν υγρός και χαμηλός, κάτι ανάμεσα σε αναστεναγμό και γουργουρητό. Γύρισε το κεφάλι της, καρφώνοντας το βλέμμα της προς την κατεύθυνση από όπου φαινόταν να έρχεται. Η καρδιά της επιτάχυνε ελαφρά, μα φόβος δεν ήρθε. Μόνο περιέργεια.

Άρχισε να κινείται προσεκτικά. Ο ήχος την οδηγούσε σε ένα βαθύτερο σημείο, πιο απομονωμένο, όπου τα πεσμένα τείχη σχημάτιζαν έναν κλειστό κύκλο. Εκεί, μέσα στις σκιές, τους είδε.

Δύο κατακόκκινα σώματα, ξαπλωμένα ανάσκελα στο έδαφος. Το δέρμα τους ήταν καλυμμένο με μια λεπτή μεμβράνη που αντανακλούσε τις τελευταίες αποχρώσεις του σούρουπου. Ένα παχύρρευστο αίμα κυλούσε αργά από το στόμα τους, δημιουργώντας μικρές λίμνες γύρω από τα κεφάλια τους.

Η αναπνοή τους αντηχούσε μέσα της. Πρώτη φορά έβλεπε καθαρά τους Γονείς της. Έρπονταν με μία αβεβαιότητα που πρόδιδε τον φόβο τους για το – έστω και λιγοστό – φως που έπεφτε πάνω τους. Παρατήρησε και κάτι που την έκανε να ανατριχιάσει. Δεν είχαν καθόλου μάτια.

Η τελευταία συνειδητοποίηση μάλλον την έκανε να κουνηθεί απρόσεχτα, και ένα πετραδάκι κύλησε από την κρυψώνα της, κάτω στην τρύπα τους. Άκουσε τότε τη φρικτή φωνή του Αριστερά Γονιού να πιέζει το στομάχι της.

«Εκεί,» είπε, και έγειρε την έλλειψη βλέμματος του πάνω της.

Ο Δεξιά Γονιός σύρθηκε με αφύσικη ταχύτητα και πριν προλάβει να πείσει τα πόδια της να τρέξουν, η γυαλιστερή του μορφή έγειρε επάνω της. Το βάρος του ήταν αναπάντεχα ελαφρύ, αλλά κάθε σημείο του δέρματος του – που έμοιαζε να πάλλεται κάτω από την υγρή επιδερμίδα – άφηνε μια παχύρρευστη υφή πάνω της.

Μύριζε ένα μείγμα από υγρό χώμα, μέταλλο και κάτι γλυκό, σχεδόν υπνωτικό. Καθώς την εξέταζε, ο ήχος της αναπνοής του ακουγόταν σαν νερό που πέφτει πάνω σε πέτρα. Και το χειρότερο ήταν πως τον άκουγε στον λαιμό της.

«Είπες ψέματα,» της ψιθύρισε και άρχισε να την περιεργάζεται εντονότερα. «Δες πως έγινες τώρα.»

Ο Αριστερά Γονιός κρατούσε ακόμα απόσταση μεταξύ τους. «Υπάρχει χρόνος. Πρέπει να την επιστρέψουμε στους τάφους. Σε λίγα χρόνια θα επανέλθει.»

Αυτό την εξόργισε. Είδε την αντανάκλαση από τα σημάδια της να λαμπυρίζει πάνω στο σώμα του Δεξιά Γονιού.

«Σταμάτα,» την πρόσταξε.

Δεν ήξερε τι να σταματήσει, αλλά δε σκόπευε να το κάνει, ούτως ή άλλως. Κάτι μέσα της πάλευε να βγει.

«Δε γυρίζω πίσω στο σκοτάδι,» φώναξε. Το δέρμα του χεριού της σκίστηκε και ένα πορφυρό άκρο το αντικατέστησε. Αιχμηρά κόκαλα στόλιζαν τις αρθρώσεις του, με τις οποίες άρχισε να διαμελίζει το σώμα του Δεξιά Γονιού.

«Προειδοποίησε την Άνασσα,» ξεφώνισε αυτός, πριν το τερατώδες άκρο αφαιρέσει ένα μεγάλο κομμάτι από τον λαιμό του.

Ο Αριστερά Γονιός εξαφανίστηκε γρήγορα μέσα στα απομεινάρια του κάστρου.

Έσπρωξε από πάνω της το ακρωτηριασμένο, γλοιώδες πτώμα και σηκώθηκε. Αδυνατούσε να περιορίσει τον θαυμασμό που φούντωνε μέσα της για το απαίσιο άκρο. Κοίταξε από κάτω μέχρι πάνω τον μισογκρεμισμένο πύργο που στέγαζε την κάμαρα της.

Το κελί της.

Στην κορυφή, ένα δοκάρι προεξείχε από τα χαλάσματα. Έμπηξε το χέρι της βαθιά στα σωθικά του Δεξιού Γονιού και τύλιξε το μακρύ έντερο που έβγαλε γύρω από τον ώμο της. Έπειτα, σκαρφάλωσε. Αρκετές φορές γλίτωσε την πτώση χάρη στα γαμψά νύχια του μεταμορφωμένου της χεριού, που τρυπούσαν με αρκετή ευκολία ξύλο και πέτρα.

Αφού έφτασε στην κορυφή, έδεσε το ένα άκρο του εντέρου εφτά φορές γύρω από το δοκάρι και εφτά φορές το άλλο άκρο γύρω από τα πόδια της. Άνοιξε μια μεγάλη πληγή στο λαιμό της με το νύχι της, έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε να πέσει. Για ώρες το σώμα της άδειαζε από αίμα και πότιζε τη γη από κάτω της.

Όπως περίμενε, το άστρο δεν άργησε να ξημερώσει. Πριν όμως νιώσει το φως του να καψαλίζει το δέρμα της, μία απέραντη σκιά τη σκέπασε. Άνοιξε τα μάτια της και την είδε.

Η θεόρατη γυναίκα στεκόταν σαν σκοτεινό άγαλμα μπροστά από τον κόσμο. Άπειρα φτερά ξεδιπλώνονταν στον ουράνιο θόλο, τυλίγοντας τα πάντα. Ήταν χάος και τάξη ταυτόχρονα. Κοίταζε με μάτια παγερά από ένα πρόσωπο όμορφο αλλά αμείλικτα αυστηρό. Στο κορμί της ήταν χαραγμένες ατέλειωτες σειρές από σύμβολα.

«Ανόητο κορίτσι,» ακούστηκε ο συγκρατημένος βρυχηθμός της. «Με απογοητεύεις.»

Με μια καλειδοσκοπική κίνηση των φτερών της γυναίκας, ό,τι είχε απομείνει από τον πύργο άρχισε να συρρικνώνεται, μέχρι που κεφάλι της έφτασε σε τόση απόσταση από το έδαφος, όση θα είχε αν το σώμα της πατούσε στο χώμα και στεκόταν ορθά.

Η απέραντη γυναίκα συνέχισε να απαγγέλει θεϊκές βοές. «Είμαι αρχόντισσα του άστρου που ατίμασες με την αλαζονεία σου. Βασίλισσα του κάστρου που γκρέμισα για να σε τιμωρήσω. Μπορώ αν θέλω να γκρεμίσω και εσένα. Να σε λιώσω. Να σε κάψω. Να σε καταπιώ. Να μη μείνει τίποτα από την αυθάδεια σου.»

Από μια γωνιά εμφανίστηκε ο Αριστερά Γονιός. Περπατούσε άχαρα στα δύο πόδια και με τα δυο του χέρια κρατούσε ένα μεγάλο κύπελο. Το υγρό μέσα απέπνεε ένα γνωστό άρωμα. Φρεσκοκομμένα κρίνα.

«Παρόλα αυτά σε νοιάζομαι,» μαλάκωσε η απόκοφη βροντή της γυναίκας. «Πιες αυτό και θα κοιμηθείς για αρκετό καιρό. Όταν ξυπνήσεις θα έχουν ξεχαστεί οι αμαρτίες σου. Θα σου χαρίσω πάλι την προστασία του σκοταδιού και δε θα μολύνεις κανένα άπιαστο άστρο με τις φιλοδοξίες σου.»

Η γνάθος του αριστερά γονιού άνοιξε σε τέσσερα μυτερά χείλη και από το κέντρο τους φανερώθηκαν δύο γλώσσες. Μία βούτηξε στο κύπελο και η άλλη εισήλθε βίαια στο στόμα της και γλίστρησε προς τα πάνω, μέχρι το λαρύγγι. Με αυτή την οργανική αντλία, εκτόξευσε το υγρό μέσα της. Αυτή είχε αφεθεί, με το βλέμμα καρφωμένο στην πελώρια γυναίκα.

Όταν άδειασε το κύπελο, κοίταξε για λίγο το αποτρόπαιο πρόσωπο του Αριστερού Γονιού, πριν χρησιμοποιήσει το ακανθώδες της χέρι για να τον απαλλάξει από το κεφάλι του.

«Ανυπότακτη ως το τέλος,» έσκουξε περιπαιχτικά η κοσμική γυναίκα. «Ας είναι. Η αναίδεια σου έφτασε στο τέλος της.»

«Θυμάμαι το όνομα μου,» είπε η κρεμασμένη κοπέλα, «Ενυώ.»

Έλυσε τα πόδια της, πέφτοντας στο χώμα. Στο χώμα που είχε θρέψει τα τελευταία κρίνα. Στο χώμα που είχε ποτιστεί από το αίμα της.

Σήκωσε μια χούφτα γη και την άπλωσε προς τη γυναίκα. «Το ματωμένο χώμα δε τρέφει τη λήθη,» είπε.

«Δεν είσαι βασίλισσσα του άστρου, Άνασσα. Είσαι η σκιά που κρύβει το φως του.»

Οι ακτίνες του άστρου καμπυλώθηκαν γύρω από το σώμα της Άνασσας και συνέκλιναν πάνω στο σώμα της Ενυούς, καίγοντας το.

«Δεν είσαι αρχόντισσα του κάστρου,» συνέχισε μέσα από τις φλόγες, » μα μια τυραννική Αυτοκράτειρα ερειπίων και ξεχασμένων εποχών.»

Οι σάρκες της έλιωσαν και έμεινε ένα δαιμονικό κορμί, αντάξιο σε μέγεθος με αυτό της Άνασσας. Πλέον της μιλούσε στο πρόσωπο της, ίση προς ίση.

«Άκαρδη και απόλυτη μητέρα, που αγαπάς μόνο μέσα από τον έλεγχο, με την ίδια σου την ύπαρξη να επιβάλλει μια τρομακτική τάξη σε κάθε τι ωραίο.»

Ένα στέμμα από καμπυλωτά κέρατα κοσμούσε το κεφάλι της. Με μια αργή κίνηση, κόλλησε το μέτωπό της πάνω στην Άνασσα. Η επαφή προκάλεσε ένα ρήγμα στον χρόνο και στον χώρο – μια στιγμή που διέλυσε κάθε αίσθηση ύπαρξης. Οι φλόγες πλέον έκαιγαν από μέσα της και όχι από το άστρο. Δεν ένιωθε δέος· ένιωθε κυρίαρχη, η ίδια φλόγα, η ίδια καταστροφή.

Η Άνασσα, με τρόμο και φωτιά να χαράσσουν το πρόσωπο της, είπε, «είσαι δαιμονική, ανάξια για το φως. Θα φέρεις μόνο την καταστροφή και θα καείς μαζί με τον κόσμο.» Το φως από τα άπειρα φτερά της θάμπωσε για μια στιγμή, λες και το ίδιο δίσταζε μπροστά στη φλόγα που τώρα κατοικούσε μέσα στην Ενυώ.

Η Ενυώ τότε την φίλησε στο στόμα και άδειασε μέσα της όλη την κόλαση. Το στέμμα από κέρατα έλαμπε με μια σκοτεινή ένταση, όσο απορροφούσε τη φωτιά της Άνασσας και να την έκανε δική της.

Ώσπου, η Άνασσα σκόρπισε σαν στάχτη.

Για πρώτη φορά, η Ενυώ αντίκρυσε το πλήρες μεγαλείο του άστρου. Δεν υπήρχαν πια κλειδωμένα παντζούρια να την προστατέψουν, ούτε τοίχοι να την κρατήσουν ασφαλή, ούτε σκιές για να της χαρίσουν καταφύγιο. Το φως ξεχύθηκε σαν ωκεανός, άπειρο, ανελέητο, πλημμυρίζοντας τον κόσμο με τη λευκή του λάμψη. Ο ουρανός ράγισε και από τη ρωγμή χύθηκε το ίδιο το άπειρο. Η θερμότητα την τύλιξε με μια ορμή που έλιωνε τα πάντα στο πέρασμά της. Δεν υπήρχε γη, δεν υπήρχε ουρανός – μόνο καυτό, απροσμέτρητο, φως που έκαιγε το δέρμα της, τύφλωνε τα μάτια της και φώτιζε κάθε ρωγμή της ψυχής της. Στεκόταν μικρή, σχεδόν ασήμαντη, μπροστά στο αδιανόητο μεγαλείο ενός κατάλευκου σύμπαντος.

Άφησε το φως να την καταπιεί.

Για όσο κράτησε, ήταν υπέροχα.

Η Επανάσταση από Κάτω

Δολοφονίες. Σαμποτάζ. ΕΚΡΗΞΕΙΣ! Αστυνομική βία. Απεργίες, πορείες. Ταξικός πόλεμος!!! Αναπόφευκτες συγκρούσεις μεταξύ εκείνων που κατέχουν τον πλούτο και εκείνων που εργάζονται υπό την κυριαρχία συστημάτων ελέγχου. Δεν αποτελούν μια θεωρητική σύλληψη, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα που εκδηλώνεται μέσα από την εισοδηματική ανισότητα, την εκμετάλλευση και τη συστηματική στέρηση πόρων από τις χαμηλές τάξεις. Η ουσία των συγκρούσεων αυτών αποκαλύπτει την εγγενή ένταση μεταξύ της προνομιούχας ελίτ που ελέγχει το κεφάλαιο και των μαζών που υποτάσσονται για τη διατήρηση της.

Αντιθέτως, οι «πολιτισμικοί πόλεμοι» — συγκρούσεις που περιστρέφονται γύρω από κοινωνικές αξίες, ταυτότητες και ηθικά ζητήματα — παρουσιάζονται συχνά ως οι καθοριστικές μάχες της εποχής μας. Παρότι τα πολιτισμικά ζητήματα επηρεάζουν αναμφίβολα τις ανθρώπινες ζωές, η υπερβολική έμφαση σε αυτά λειτουργεί ως παραπλάνηση. Διχάζει τις κοινότητες με βάση τη φυλή, τη θρησκεία και την ιδεολογία, αποσπώντας την προσοχή από τη συλλογική υλική καταπίεση που υπερβαίνει αυτές τις διαφορές. Η εργατική τάξη θρυμματίζεται, τα άτομα στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου, ώσπου χάνεται η ελπίδα να ενωθούν ενάντια στον αληθινό εχθρό, το βαθιά ριζωμένο σύστημα οικονομικής εκμετάλλευσης.

H επανάσταση δε θα καθοδηγηθεί από την αριστερά ή τη δεξιά, καθώς και οι δύο συχνά ενσωματώνονται στα ίδια συστήματα που ισχυρίζονται ότι αντιμάχονται. Θα αναδυθεί από τα βάθη της καταπίεσης, του μόχθου για επιβίωση, από το πιο ανέλπιδο και πεσιμιστικό σκοτάδι. Διότι ο ταξικός πόλεμος διαφέρει από τον πολιτισμικό. Αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την ανισότητα και οδηγεί μια μεταμόρφωση μέσα από συλλογικές δράσεις του οικονομικού πάτου.

Τα διχαστικά ζητήματα ταυτότητας εργαλειοποιούνται για να πολώσουν την κοινωνία και να ενισχύσουν την κατακερματισμένη εικόνα της. Η επικέντρωση σε αυτά αποσπά την προσοχή από τις βαθύτερες συστημικές ανισότητες. Στον αντίποδα, ο ταξικός πόλεμος επιχειρεί να ενώσει εκείνους που υφίστανται καταπίεση, ώστε μαζί να εξαλείψουν τις περίπλοκες δομές που έχουν ορθωθεί σαν λαβυρινθώδεις φυλακές, και έχουν σκοπό να οδηγούν τον πλούτο σε ένα απόκρυφο μονοπάτι, και όλους τους υπόλοιπους σε αδιέξοδα απελπισίας.

Ο λαβύρινθος μας απομονώνει. Κάποια άτομα αισθάνονται ασφαλή σε μια γωνιά του λαβυρίνθου, μέσα στο κρύο, την υγρασία και το σκοτάδι. Έχουν μάθει ότι η μούχλα τους μυρίζει καλύτερα από τη μούχλα στις άλλες γωνιές, και πρέπει να την υπερασπιστούν πάση θυσία. Κάποια άλλα άτομα πιστεύουν πως αν εξερευνήσουν τον λαβύρινθο αρκετά, στο τέλος θα βρουν το μονοπάτι όπου ρέει ο πλούτος. Μα αυτό το μονοπάτι είναι σε άλλη διάσταση, η πύλη για να μπεις είναι στενή, και τη φυλάνε αιμοδιψΕίς δοΛοφόνοι, βιΑστές, και μαΣτροποί.

Οθόνες υπόσχονται τα πάντα, αρκεί να νιώσεις σπουδαία για τυχαίους παράγοντες μιας επίπλαστης ταυτότητας, αρκεί να μη σε νοιάζει ο Άλλος, αρκεί να είσαι η καταναλωτική συλλογικότητα που ονόμασαν Άτομο, όχι η συλλογικότητα αλληλεγγύης που ονομάζεται Κοινωνία. Εκπέμπουν μηνύματα που υπονομεύουν τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, πλαισιώνοντας τες ως πολιτισμικές συγκρούσεις αντί για οικονομικούς αγώνες. Αυτή η σκόπιμη διαστρέβλωση αποδυναμώνει την ουσία, και ενισχύει τις διαχωριστικές γραμμές που εμποδίζουν την ενότητα.

Ο λαβύρινθος πρέπει να πέσει.

Η ενότητα είναι απαραίτητη για να αποκαλυφθούν και να αμφισβητηθούν οι αληθινοί μηχανισμοί της καταπίεσης.

Κάποιοι γυμνοσάλιαγκες θα πουν, «μην γκρεμίζεις τον λαβύρινθο, αυτή η μιασμένη τρώγλη στη χαραμάδα του τοίχου είναι δική μου, μου τη χάρισαν τα αφεντικά.»

Κάποια άλλα μυγοχέσματα θα πουν, «μην καις τους σιδηρόδρομους και τα τρένα, αυτά τα χρειάζονται τα αφεντικά για να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους ενώ συνθλίβουν τα παιδιά μας.»

Κάτι άλλες πυώδεις εκκρίσεις στο ταβάνι θα πουν, «μην πυροβολείς τα αφεντικά, η βία ποτέ δεν είναι λύση, η βία ανήκει μόνο στα όργανα του νόμου για να εκβιάζουν τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους πεινασμένους. Για να φροντίζουν να εξαφανίζουν αυτούς που τολμούν να απαιτούν τη ζωή, την υγεία, την αξιοπρέπεια. Για να πυροβολούν ανήλικα χαμόγελα λίγες μέρες πριν γιορτάσουν ειρωνικά τους θεανθρώπους τους.»

Τέτοια πλαίσια αποσκοπούν στη δαιμονοποίηση της δράσης, του γκρεμίσματος του λαβυρίνθου, αγνοώντας τις βαθύτερες αιτίες της δυσαρέσκειας. Παρόλα αυτά, οι δράσεις αυτές δεν προκύπτουν από ιδεολογική προσκόλληση, αλλά από την αγανάκτηση απέναντι στις πρακτικές που πλήττουν συστηματικά τις κατώτερες τάξεις.

Είναι κρίσιμο να ερμηνεύουμε τέτοιες ενέργειες ως μορφές αντίστασης σε ένα καταπιεστικό οικονομικό σύστημα, παρά ως κοινότοπες εκφράσεις πολιτικής βίας. Η καταστολή τους μέσα από ιδεολογικά πρίσματα αποδυναμώνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί η ευρύτερη ταξική πάλη που τις πυροδοτεί.

Και σίγουρα, η βία από μόνη της δεν είναι λύση. Είναι μέρος της λύσης. Χρειάζεται ενωμένους εργάτες, τεχνίτες, ανέργους, για να αμφισβητήσουν τις εξουσιαστικές δομές της εποχής και να δημιουργήσουν μια κοινωνία βασισμένη στην αυτοδιαχείριση και την κοινωνική δικαιοσύνη. Το μάθημα είναι απλό. Δύναμη της συλλογικής δράσης, ανάγκη για αποκεντρωμένη οργάνωση και επικέντρωση στις οικονομικές ανισότητες, αντί στις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις. Οι ιστορική εμπειρία δείχνει ότι μόνο η ταξική αλληλεγγύη, ανεξάρτητα από πολιτισμικές γραμμές, μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για βαθιές κοινωνικές αλλαγές.

Η στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» έχει αποτελέσει διαχρονικό εργαλείο για τη διατήρηση της εξουσίας. H έμφαση σε ζητήματα όπως η φυλή, το φύλο και η θρησκεία, κατακερματίζουν τους κατοίκους του οικονομικού πάτου. Αντί να ενωθούν απέναντι στις κοινές υλικές τους καταπιέσεις, στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, εγκλωβισμένοι σε ιδεολογικές συγκρούσεις.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διαδραματίζουν έναν κρίσιμο ρόλο σε αυτήν τη διάσπαση, προβάλλοντας έντονα τις πολιτισμικές διαφορές και αποσιωπώντας τους κοινούς οικονομικούς αγώνες. Αυτή η τακτική αποσπά την προσοχή από τις ταξικές ανισότητες και αποδυναμώνει τις δυνατότητες συλλογικής δράσης, διατηρώντας τη δομική ισχύ της ελίτ ανέπαφη.

Πολλές εταιρείες παρουσιάζονται ως πρωτοπόρες σε ζητήματα προοδευτικής πολιτικής, στηρίζοντας δημόσια κινήματα για κοινωνική δικαιοσύνη, διαφορετικότητα και ισότητα. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική στήριξη δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα προσεκτικά κατασκευασμένο προσωπείο. Πίσω από αυτό, οι ίδιες αυτές εταιρείες επιδίδονται σε εκμετάλλευση της εργασίας, υπονομεύοντας δικαιώματα των εργαζομένων, διατηρώντας χαμηλούς μισθούς και ενισχύοντας τις ανισότητες. Πολυεθνικές διαφημίζουν προγράμματα για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής μέσω της ανακύκλωσης, ενώ την ίδια στιγμή ξερνάνε τόνους πετρελαίου στους κόλπους. Εταιρείες στηρίζουν την ισότητα φύλων στις διαφημιστικές τους καμπάνιες, ενώ τα γραφεία τους σφύζουν από σεξουαλικές παρενοχλήσεις, μισθολογικές ανισότητες, ανδροκρατούμενες θέσεις ισχύος.

Η οικειοποίηση των πολιτισμικών πολέμων από τα απρόσωπα τέρατα του καπιταλισμού αποπροσανατολίζει το κοινό από την εγγενή καταπίεση του συστήματος. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι πως οι μειονότητες δεν κατέχουν αρκετές θέσεις εξουσίας στις ιεραρχίες. Το πρόβλημα είναι η εξουσία και οι ιεραρχίες.

Για αυτό, μην πέφτετε από τα σύννεφα όταν οι πολιτισμικοί σας ήρωες καταχρώνται την εξουσία που τους δώσατε. Ο λαβύρινθος δε χρειάζεται καλύτερους τυράννους.

Ο λαβύρινθος πρέπει να πέσει και θα τον ρίξουν τα περιθώρια. Οι μαζικές απεργίες, οι πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης, οι διαδηλώσεις για τα ενοίκια και για δικαιώματα στέγασης, η ανάπτυξη δικτύων αλληλοβοήθειας. Η αληθινή δύναμη δεν προέρχεται από κορυφαίες ηγεσίες ή πολιτικά κόμματα, αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους που ζούνε δίπλα-δίπλα στο περιθώριο. Η επανάσταση δεν περιορίζεται σε αριστερά ή δεξιά πλαίσια. Προκύπτει από την απόρριψη των εξουσιαστικών δομών και την εστίαση στη δημιουργία βιώσιμων κοινωνιών που βασίζονται στη συνεργασία.

Η ουσία μιας «επανάστασης από κάτω» είναι η απελευθέρωση της κοινωνίας από τη συγκεντρωτική καταπίεση και η ενίσχυση της λαϊκής συμμετοχής και αυτοδιάθεσης. Η αλλαγή δεν προέρχεται από ισχυρά άτομα, χαρισματικούς ηγέτες, ιδιοφυείς εντερπρενέρς, και άλλα παρόμοια κουραφέξαλα, αλλά από τη συλλογική δράση των καθημερινών ανθρώπων που διεκδικούν ένα καλύτερο μέλλον.

Οι δυαδικότητες υπονομεύουν την ιδέα της επανάστασης. Οι δυαδικότητα είναι ο θεμέλιος λίθος της ιεραρχίας. Καλύτερο – χειρότερο. Ανώτερο – κατώτερο. Σωστό – λάθος. Έξυπνο – χαζό. Μία ανελέητη υποβίβαση της περιβάλλουσας πολυπλοκότητας. Η αλλαγή δεν μπορεί να έρθει μέσα από τις ίδιες ιεραρχικές δομές που επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο, αλλά μέσω οριζόντιων μοντέλων όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους ανθρώπους που επηρεάζονται άμεσα.

Οριζόντιες δομές, όπως αυτές που προωθούνται μέσα από την άμεση δημοκρατία και τις κοινοτικές δράσεις. Η αυτονομία και η αυτοδιαχείριση ενισχύουν τη συμμετοχή, την ευθύνη και τη συνεργασία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ανακτήσουν την εξουσία από τους θεσμούς που τους καταπιέζουν.

Η αληθινή επανάσταση, λοιπόν, δεν μπορεί να ενταχθεί στα στενά όρια της αριστεράς ή της δεξιάς. Είναι ένα κίνημα από τα κάτω, που απορρίπτει τη συγκέντρωση εξουσίας και επικεντρώνεται στη δημιουργία ενός κόσμου όπου η δύναμη ανήκει στους πολλούς, όχι στους λίγους.

Ας απορρίψουμε τους πλαστούς διαχωρισμούς που μας επιβάλλονται. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας, διεκδικώντας την ελευθερία από τις αλυσίδες της οικονομικής εκμετάλλευσης. Η δύναμη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο μόνο όταν μετατραπεί σε συλλογική δράση. Είναι ώρα για πραγμάτωση της συλλογικής μας ισχύος. Η επανάσταση ξεκινά από εμάς.

Of Wood and Steel

We are defeated in our fire,

Our energies depleted,

Running out of transformations,

The mandrake screams.

Our branches pray to the Moon,

Our roots strain to reach the room

where Salamander’s throne stands.

Wild dogs howl at our amends.

Violence strives to tear apart,

-or has it torn our wings already?

Sometimes the air carries the cut

Of osteal blades, ethereal, deadly.

My love, my queen, my partner still,

We carry weapons of our own,

Severing tissue, crashing bone,

But never going for the kill.

Because the goblet of your moans,

Will never fail to wet my quil.

The cocoon bursts,

Running out of violence,

Our agility depleted,

We are defeated in our air.

Άγχος

Άγχος.
Γιατί;
Άγχος γιατί δεν μπορώ να ανταπεξέλθω.
Άγχος γιατί δε θέλω να ανταπεξέλθω.
Άγχος γιατί πρέπει να ανταπεξέλθω.
Πότε θα πάρω πίσω τον χρόνο που κλέβει το άγχος;
Για ποια ζωή ανταπεξέρχομαι;

Τι σημαίνει να είσαι εδώ, όταν το εδώ σε πνίγει,
όταν τα βάρη που σηκώνεις δε σου ανήκουν,
όταν οι ώρες κυλούν στο δέρμα σου
και μαζί με τον ιδρώτα σου χάνονται, ανεκπλήρωτες;

Η αναπνοή κλέβεται,
η σκέψη διασπάται,
ψάχνει φως, ψάχνει νόημα, ψάχνει το γιατί.
Σε ποιο μονοπάτι βαδίζω;

Άγχος.
Για τις λέξεις που δε βρίσκω.
Για τις μέρες που δεν προλαβαίνω να νιώσω.
Για τα απροσδόκητα δεσμά της προσδοκίας.

Τι θα μείνει όταν οι φωνές σιωπήσουν;
Τι θ’ αντέξει όταν το βάρος πέσει;

Λιμοκτονώ από έλλειψη στιγμών,
ξοδεύομαι,
και ξεθωριάζω.

Σονέτα στα Κάρβουνα

Γενετικά, υπήρχε σκότος. Άγνοια, κενό, μυστήριο. Το ακατανόητο. Άλλωστε, προϋπήρχε το χάος. Ήταν αδύνατο να μετακινηθώ χωρίς να βλέπω το Τώρα, ενώ σκόνταφτα στην ακαταστασία του Χθες. Ένας από τους βασικότερους θανάτους που θυμόμουν, ήταν αυτός από βασική αβεβαιότητα. Από αυτόν κληρονόμησα την παθολογία της μελαγχολίας, που επιδεινωνόταν θλιβερά μέσα από τις γενιές της αναγέννησης, διαπερνώντας το πνεύμα με μία ψυχική καταπίεση. Η άγνοια επικρατούσε προκαταβολικά. Περιστρεφόταν σε μία μοναδικότητα άπειρης πυκνότητας, από όπου καμία γνώση δεν μπορούσε να διαφύγει. Μερικές φορές, ένα ζεύγος γνώσης – αντιγνώσης δημιουργούταν αυθόρμητα στον ορίζοντα γεγονότων της (από κάποια πηγαία έκρηξη έμπνευσης, δημιουργικότητας, ανίας …ποιός ξέρει), η οπή απορροφούσε το ένα, οπότε το άλλο, τρεμάμενο, απομονωμένο, ψυχωτικό, υποφέροντας από την ανικανότητα να επικοινωνήσει με το ακυρωτικό, άλλο του μισό, εκτοξευόταν με τρομερή ορμή στο υπόλοιπο σύμπαν. Το αρχέγονο κενό επέτρεπε στην πληροφορία να διαδοθεί, μόνο με τη θυσία λίγης εντροπίας. Ο μόνος τρόπος να αναγνωριστεί η ταυτότητα του σωματιδίου που επιβίωνε, ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Δημιουργία ή καταστροφή. Πάντα, όταν ήταν ήδη πολύ αργά.

Σε αυτό το ανεξερεύνητο κενό έπεσα κάποια στιγμή στο απροσπέλαστο μέλλον. Δεν είπα «θα πέσω,» γιατί, χάρη στον έρωτα, πάει καιρός που ζω σε ένα χρονικό σημείο γύρω από το οποίο στροβιλίζονται όλα τα βέλη του χρόνου, μέχρι να κατασταλάξουν στη μνήμη μου. Έτσι και τότε, ένα πρωινό, καθώς υγροποιούσα τα αυγά μου για να τα κλείσω στο τσόφλι τους και να τα βάλω στο ψυγείο, πριν πέσω για ύπνο να κουραστώ, γλίστρησα στο πρωταρχικό σκότος μιας φιλοσοφικής αλληγορίας.

Κραυγές από άγνωστες δυνάμεις έσταζαν πληροφορίες για βαθύτερα σύμβολα. Ένας αμυδρός αέρας από πρωτόγονες φωνές ψιθύριζε μυστικές αλήθειες στα ατημέλητα μαλλιά μου. Όλα ήταν ίσα κάτω από την αψίδα της Ενότητας που κοσμούσε το κέντρο του Τίποτα, ο κόσμος λειτουργούσε πέρα από το πλαίσιο του αντιληπτού, υπήρχε μια παράξενη γαλήνη. Τίποτα δεν αναδευόταν, ούτε το πνεύμα ούτε η σάρκα. Όλα όσα είχαν μέχρι τώρα ειπωθεί, ανήκαν σε κάποιον άλλον κόσμο, σε έναν κόσμο περιορισμένων συνειδήσεων, όπου οι άνθρωποι αναγκάζονταν να αναζητούν νόημα εκεί που η ζωή τους το αρνιόταν. Εδώ, δεν υπήρχε ανάγκη για νόημα, για μάχες με την υπαρξιακή αγωνία, περιορισμούς από τη λογική και τη συνειδητή αντίληψη. Ό,τι υπήρχε, υπήρχε απλώς. Είχα περάσει κάτω από την αψίδα, αφήνοντας πίσω μου την προσδοκία, και το βάρος των άλλων δεν ήταν πια δικό μου. Ό,τι έμεινε από μένα ήταν ο σφυγμός της βίας, το χάραγμα στο κορμί που έγδερνε τα δάχτυλα, το γέλιο που μαύριζε τον ουρανό. Η αθωότητα με ακολουθούσε χωρίς να σταματάει. Ήταν το τελευταίο πράγμα που δεν κατάφερα να σπάσω, να μαδήσω από πάνω μου σαν δέρμα ξεραμένο από τον ήλιο.

Στο χώμα που απλωνόταν μπροστά μου, χάραξα πεντάλφες, για να φυλακίσω τη δική μου ψυχή, για να περιορίσω τις αρχές και τα τέλη, το Α και το Ω, ώστε να μπορέσω να τα υπερβώ. Ένα αρχέγονο τελετουργικό, ένα μυστήριο που στόχευε να διαλύσει τις συμβάσεις του κόσμου και να μου επιτρέψει να εισχωρήσω σε βαθύτερα επίπεδα ύπαρξης. Αποδέσμευα έτσι την αφήγηση από τους κανόνες της λειτουργικότητας, και τον αφηγητή από τους κανόνες της ταυτότητας. Η ψυχή μου άρχισε να αιωρείται ελεύθερα, χωρίς δεσμούς με το εγκόσμιο, απελευθερωμένη από τη βαρύτητα της ύπαρξης.

Εσωτερική ησυχία με αγκάλιασε, και με αυτή την απουσία ήρθε η αποκάλυψη. Σταμάτησα να ταλαντεύομαι μεταξύ της ανησυχίας, και της ανάγκης για δημιουργία. Γυμνός, σε πλήρη εγκατάλειψη, προχώρησα στις φυλλωσιές των δέντρων. Ευάλωτος και ελεύθερος. Οι κορυφές τους καθρεπτίζονταν σε μια ακίνητη λίμνη, και η ψυχή μου διαλύθηκε μέσα στην αντανάκλασή τους. Δεν ήμουν πια ο ίδιος άνθρωπος που είχε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Το νερό έμοιαζε να καθρεφτίζει κάθε στιγμή. Όσο το κοιτούσα, άδειαζε η αποθήκη της μνήμης, οι ρευστές προβλέψεις διαλύονταν με απόλυτες ταχύτητες χωρίς διεύθυνση.

Ανάμεσα σε γυμνούς βράχους και ταραγμένες θάλασσες, η γνώση δεν έδινε λέξεις για να εκφράσεις τις σκέψεις σου. Ήταν φως και σκιά, ψίθυροι και κραυγές. Κάτι άγριο και ακατέργαστο. Φαντάσματα ιδεών στροβιλίζονταν γύρω μου, ανερμήνευτων και ανώνυμων, πέρα από το πεδίο του ορθολογισμού, στην άβυσσο που δεν περιορίζεται σε γνωστικά πλαίσια. Χαμένος στην αλογικότητα, ρευστός, ανήδονος, κοίταξα τα μάτια μου, τον χάρτη της ψυχής μου, να δω που πάω.

Ο δρόμος μου ήταν γεμάτος πόνο. Κουβαλούσα κακεντρέχεια, τραύματα, εξορίες και πληγές. Αυτά ήταν τα δώρα που μου είχε αφήσει ο κόσμος των ανθρώπων, δώρα που δεν μπορούσα να αποφύγω. Αναπόσπαστα κομμάτια της εμπειρίας μου, που αδυνατούσα να απορρίψω. Τα έσπειρα μέσα μου, σαν να περίμενα από αυτά να ανθίσουν σε κάτι όμορφο, σε κάτι που θα είχε αξία. Περίμενα, ίσως με την αφέλεια του καλλιτέχνη, ότι μέσα από την οδύνη μου θα βλαστούσε η τέχνη. Ίσως, μια νέα μορφή, ένα άγριο αλλά υπέροχο δημιούργημα, να αναδυόταν από τα βάθη του τραύματος. Παρασύρθηκα από τη βαθιά ριζωμένη ιδέα της παραδοσιακής αντίληψης της δημιουργίας, όπου ο καλλιτέχνης, μέσω της προσωπικής του πάλης, μπορούσε να φτάσει σε κάποιο είδος υψηλότερης έκφρασης.

Ειρωνικά, πίστευα βαθιά μέσα μου ότι τα σπλάχνα μου ήταν άγονα. Δεν υπήρχε ζωή να ξεπροβάλει μέσα από αυτά, και όμως το γεγονός ότι δεν επέτρεψα σε αυτά τα δαιμόνια να διαχυθούν στον κόσμο, ήταν αρκετό. Φύλαξα βαθιά την εσωτερική μου κόλαση. Ακόμα και αν δεν κατάφερνα να δημιουργήσω από αυτή, τουλάχιστον δεν την άφησα να μολύνει άλλους. Και αυτό, με έναν τρόπο, ήταν η δική μου θυσία.

Τα σπαθιά που φύτρωσαν τελικά από το κορμί μου ήταν κοφτερά και αδίστακτα. Έκοψα τα πρώτα, πιστεύοντας ότι θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω για να χαράξω έναν νέο δρόμο. Με έκοψαν και εκείνα, αφήνοντάς με να αιμορραγώ, ανήμπορος να αντιδράσω. Το αίμα μου έσταξε στο έδαφος και, σε μία ανεξέλεγκτη απώλεια της ίδιας της ζωής μου, γέμισε μια λίμνη γύρω μου. Το χρώμα της ήταν τόσο έντονο, σαν να είχε συσσωρευτεί μέσα μου για αιώνες. Η επιφάνεια της, αντανακλούσε σκιές από ανεμώνες, που με καλούσαν να βυθιστώ στο λαχταριστό ιξώδες της, στην οριακή κατάσταση της θλίψης και της εφήμερης ομορφιάς που δημιούργησαν τα δάκρυα της Αφροδίτης για τον χαμό του Άδωνη.

Κάθε σταγόνα αίματος που χανόταν κουβαλούσε μέσα της τον πυρήνα της ύπαρξής μου. Ζαλίστηκα. Μια δίνη από τη λίμνη με ρούφηξε στο κέντρο της. Τα νύχια μου, το μούσι μου, το δέρμα μου, διαλύθηκαν. Αποχαιρέτησα την υπόσταση μου. Έμεινα άμορφος, χωρίς σχήμα ή υφή, αλλά παρά ταύτα, υπήρχα. Είχα αποσυντεθεί, και ταυτόχρονα είχα βρει μια νέα, άυλη μορφή ύπαρξης. Η συνείδησή μου πλανιόταν στο κενό, ανάμεσα σε κόσμους που δεν υπήρχαν. Μία αμφιθυμία υποδήλωνε την αδυναμία μου. Δεν ήμουν έτοιμος να απαλλαγώ από την προσκόλληση στην αέναη επιστροφή. Έτσι, ανακάλυψα το μεγαλύτερο αμάρτημα ενάντια στην ιδέα του εαυτού μου. Ήθελα να ξαναβγώ στην επιφάνεια.

Τότε, ένα γαλάζιο ερπετό άρπαξε το βουνό, σαν να ήταν ποτήρι και, πριν προλάβω να θυμηθώ πότε εμφανίστηκε ένα βουνό στην αφήγηση, το ερπετό με ήπιε. Έπειτα, το θρυμμάτισε με την αρχέγονη δύναμη των νυχιών του. Προσπάθησε να με χωνέψει, αλλά εγώ επιθυμούσα τη συγχώνευση. Μέσα στις φλέβες του έρεα, δηλητηριάζοντας κάθε μόριο του σώματός του. Το ερπετό κατέρρευσε από τη δυσαρμονία, όπως καταρρέουν τα όνειρα όταν τα τρέφεις με δηλητήριο. Οι αιώνες μας σκέπασαν και τους δύο, θάβοντας μας κάτω από άπειρα στρώματα χώματος και σκόνης. Ήμασταν ξεχασμένοι, αιώνια νεκροί σε μια ατέρμονη κατάσταση λήθης ενός κόσμου που είχε πάψει να υπάρχει.

Ωστόσο, η μορφή μου δε χάθηκε. Με βρήκαν βατράχια, μικροί σωτήρες ντυμένοι με προστατευτικές στολές, τα οποία έσκαψαν το έδαφος και με έφεραν ξανά στο φως. Με πέρασαν για γυρίνο σε μια κατάσταση ανεσταλμένης μεταμόρφωσης και, επιφυλακτικά, επιχείρησαν να με βοηθήσουν, τραβώντας με πίσω από τον θάνατο, δίνοντάς μου την ευκαιρία για μια δεύτερη ζωή. Μου φόρεσαν άσπρη γούνα, έβαλαν στο κεφάλι μου μια κουκούλα με κέρατα και μου φόρεσαν το κρανίο ενός πτεροδάκτυλου. Η πραγματική αγνότητα ολοκληρωμένη με δαιμονική αγριότητα, σύμβολα μιας μακρινής αρχαιότητας, στοίχειωναν τη μυστηριώδη ανάσταση με τη μεταμφίεση της φθαρτότητας. Ήμουν πάλι σώμα, αλλά σε μια νέα κατάσταση παγίδευσης, εγκλωβισμένος, άκαμπτος, και αδρανής. Μία ζωή, δίχως ζωτικότητα.

Γύρω μου, φωτιές μαίνονταν αδιάκοπα, απειλούσαν να με καταβροχθίσουν. Στις φλόγες είδα κάτι το ακαθόριστο, την ύπαρξη να διαλύεται και να αναδημιουργείται μέσα από τη στάχτη της. Οι βάτραχοι χάραξαν ρούνους στα χέρια μου και μου έδωσαν ένα μεγάλο ραβδί. Με το ραβδί ανακάτεψα τις φλόγες, και από αυτές άνθισαν πολύχρωμα κρίνα. Λουλούδια νεκρά, δεν ανήκαν σε κανέναν κόσμο, απλώς φώτιζαν με χρώμα που έπαιρνε μορφή μέσα από το τίποτα.

Για ανύπαρκτο χρονικό διάστημα, βρέθηκα σε μια κατάσταση όπου μπορούσα να γίνω ό,τι ήθελα. Είχα την επιλογή να μεταμορφωθώ, να αναγεννηθώ, να γίνω κάτι άλλο, κάτι νέο, κάτι άγνωστο. Όμως, η ίδια η δυνατότητα της μεταμόρφωσης με άφησε ακινητοποιημένο. Η ελευθερία της επιλογής ήταν το μεγαλύτερο βάρος. Έτσι, δεν έγινα τίποτα.

Οι λέξεις έπεφταν από το μυαλό μου, σκορπισμένες σαν θραύσματα. Δεν έφταναν δύο χέρια για να τις μαζέψω, και ήξερα πως ακόμα και αν τις έβρισκα, δε θα είχαν πλέον νόημα. Αυτό ήταν το μόνο αληθινό νόημα: η αποδοχή της κενότητας, η σιωπή της δημιουργίας που ξεκινά από το τίποτα και επιστρέφει στο τίποτα.

Έτσι, έμεινα.

Βάλτο Μακάβριο

Σκελετοί αγγέλων,
λευκοί σαν το σπέρμα της σελήνης,
βάλανος που ματώνει,
σκορπάει κύκλους σπασμένους,
σπάνε τα φτερά,
ξερά κλαδιά,
ηδονή αιώνια.
Το άγγιγμα τους,
η αυγή,
φυτρώνει στους βάλτους,
αφήνει πάχνη με μυρωδιά πελάγους.

Μάγισσες των βάλτων με μαλλιά από σάπιες ίνες,
βλέμματά σφραγισμένα από τις λάσπες της λήθης,
ξεριζώνουν φίδια απ’ τα μαύρα τους δάχτυλα,
ανοίγουν τα στόματα τους,
γεύονται την πτώση των αγγέλων.
Βογκούν από ηδονή,
σείονται,
λυγίζουν από το βάρος της λαχτάρας.

Οι ουλές τους λάμπουν κάτω από το παλιό φως,
τα κόκαλά τους χαρτογραφούν τις αιχμές της σήψης.
Γυμνές, οι μάγισσες γλιστρούν στα νερά,
παραδίδονται στους νεκρούς εραστές τους.
Το φιλί τους,
είναι πάγος,
χαλκός,
σφαγή,
γιορτή,
και θάνατος μαζί.

Η αγκαλιά τους καταβροχθίζει,
ο έρωτας τους σαπίζει,
τα λουλούδια τους καταστρέφουν,
το σφύριγμα της ζωής τους σβήνει.

Άγγελοι,
μάγισσες,
όργιο που δεν τελειώνει ποτέ,
μαύρος,
αθάνατος έρωτας,
λευκός,
ανέραστος θάνατος,
πέφτουν στο βάλτο,
πέφτουν στο χάος,
αγαπούν μακάβρια.

Φωνές ΙΙΙ

Θέλω να δώσω φωνή στο φύλλο, που έπεσε νωρίς,
ο άνεμος το σκέπασε στη λήθη του δρόμου,
ποτέ δεν είδε τα ξεκούραστα χρώματα του φθινοπώρου.
Έπεσε,
άκουσα το θρόισμα του,
ψίθυρος πνιγμένος,
κανείς άλλος δε σταμάτησε να το ακούσει,
ο κόσμος δε σταματάει.

Θέλω να ακούσεις το άστρο,
το άστρο που έσβησε,
πριν χαράξει η μέρα που του υποσχέθηκαν.
Έλαμψε για μια στιγμή,
μετά σκοτάδι.
Όνειρο,
διαλύεται στη θύμηση,
σβήνει,
το κενό φωνάζει δυνατά.

Κερί λιωμένο στη μέση του ανέμου,
χάθηκε στη δίνη,
πνίγηκε στη βουή.
Δεν υπάρχει πια φλόγα,
μόνο στάχτες,
που κανείς δε μαζεύει.
Μόνο σκορπά,
χωρίς σκοπό.

Λουλούδι, ανήμπορο, δεν άνθισε ποτέ.
Έμεινε εγκλωβισμένο στη φυλακή του μπουμπουκιού.
Οι ηλιαχτίδες το προσπέρασαν,
μαράθηκε, πριν καν το χαιρετήσει η ζωή.

Η μελωδία σταμάτησε στο πρώτο ρεφρέν,
σίγησε προτού βρει την κορύφωση.
Ο χρόνος κυλάει,
η σιωπή της μένει εκεί,
νότα χαμένη,
ρυθμός κενός.
Η μουσική βουβάθηκε,
μα από τα πέρατα της ησυχίας ουρλιάζει.

Φωνές που δε σώπασαν,
φωνές που ήθελαν να ζήσουν,
φωνές που έκρυβαν όλο το σύμπαν,
μα χάθηκαν στο τίποτα.

Τρυφερά Ποιήματα

Τα ποιήματα μου είναι τρυφερές καρτ ποστάλ από το κρέας μου,
υγρές λωρίδες,
ακατέργαστες και ξεκομμένες από την κοιλιά,
γραμμές με κόκκινες φλέβες,
σχισμένες κατευθείαν από τα κόκαλα.

Ουρλιάζουν όταν τα τραβώ έξω,
σιωπηλά στον αέρα,
αλλά δυνατά στο δέρμα,
όταν με νύχια τα σχίζω,
όταν τα κόβω από τένοντες και μύες,
νεύρα εκτεθειμένα.

Τους δίνω ονόματα όπως «αγάπη,»
«οργή» και «ελπίδα»—
αλλά δεν είναι τίποτα, πραγματικά,
μόνο μελανιασμένες σκέψεις,
ραγισμένα πλευρά,
σπασμένες αρθρώσεις,
κατακρεουργήματα επάνω στη σελίδα.

Σύμβολα αιμορραγούν από τις κομμένες αρτηρίες.
Ακονίζω τη γραφίδα μου σε ξεραμένες ουλές,
η λεπίδα πιάνεται στις οδοντωτές άκρες της καρδιάς μου,
σκαλίζει την αλήθεια από ψέματα.

Ράβω τις ανοιχτές πληγές πάνω στην πλάτη μου,
με μεταφορές,
αλληγορίες,
παρομοιώσεις,
ειρωνείες,
συμβολισμούς,
υπερβολές,
οξύμωρα,
αντιθέσεις,
παρηχήσεις,
ομοιοκαταληξίες,
ζευγαρωτές,
σταυρωτές,
ανύπαρκτες,
μονόστιχες,
πλεχτές.

Για να σκιστεί ξανά.

Το κρέας μου να σαπίζει στον ήλιο,
περιμένοντας να ταΐσει τα όρνια.

Ψύχος ΙΙ

Ο χειμώνας φωνάζει ξανά,
Η ανάσα του σέρνεται μέσα από τις χαραμάδες των παραθύρων,
Τα δάχτυλα του παγετού χτυπούν στο ποτήρι.

Έχω μυστικά που μόνο το κρύο καταλαβαίνει.

Ο αέρας είναι αιχμηρός,
Διασχίζει τους πνεύμονες,
Τον αισθάνομαι καθαρό,
Σαν να έχει απογυμνωθεί ο κόσμος,
Χωρίς προσποίηση,
Μόνο η αλήθεια του τι επιζεί όταν όλα τα άλλα μαραθούν.
Τα δέντρα απλώνουν τα γυμνά, ξύλινα κόκαλα τους,
Περήφανα,
Υπομονετικά,
Ψηλά,
Σε έναν ουρανό που πιέζει σαν βράχος.

Βλέπω τον κόσμο να μεγαλώνει ακόμα,
Νέα βήματα στα χιόνια,
φωνές πνιγμένες από το ουρλιαχτό του ανέμου,
και για μια στιγμή,
χτυπώντας αργά και σταθερά κάτω από τον πάγο,
έχει παλμό η σιωπή.

Υπάρχει μία παλιά θλίψη στο γκρι,
Ένα βάρος που ξέρω πολύ καλά,
Περιβάλλει τα κόκαλα,
Πήζει το αίμα.
Αυτό το βάρος,
Αυτή την άνεση στο κρύο που τυλίγεται σφιχτά,
Σαν κουβέρτα την τραβάω πιο κοντά,
παρόλο που μου τσιμπάει το δέρμα.

Άραγε, προοριζόμουν ποτέ για τη ζεστασιά;
Ήταν ο ήλιος απλώς ένας ξένος που περνούσε από μέσα;
Αναρωτιέμαι αν το κρύο ήταν πάντα δικό μου,
Οικείο στις σκοτεινές γωνιές του μυαλού μου,
Οι απλωμένες σκιές,
Παλιοί φίλοι.
Η ησυχία μοιάζει περισσότερο έμπιστη,
Μπροστά σε όσα μου έκανε η βιασύνη της ζωής.

Ίσως,
Όλο αυτό το διάστημα,
Ο χειμώνας να ήταν το σπίτι μου.