Κάθε βήμα μπροστά είναι ένα βήμα μακρυά από κάτι άλλο, ένας συμβιβασμός τόσο ριζωμένος στον ιστό της ύπαρξης που αναρωτιέται κανείς μήπως η αληθινή ελευθερία δεν είναι παρά μια πλάνη, επινοημένη από αυτούς που μας θέλουνε σε αλυσίδες. Συντρόφια μου, δε σας βλέπω έτσι όπως κρύβεστε στις σκιές και σιωπάτε στις γωνίες. Φοβάστε να μιλήσετε, να κουνηθείτε. Κάθε κίνηση είναι μια απόφαση, κάθε απόφαση είναι μια απώλεια. Οι ελπίδες μας αγκιστρώνονται σε όνειρα μακρινά.
Πόσα πρέπει να αφήσουμε πίσω για να προχωρήσουμε;
Πόσα πρέπει να θυσιάσουμε για να φτάσουμε στην αυγή;
Λεπτά νήματα συμβιβασμών πλέκουν τις ζωές μας και γίνονται αλυσίδες. Βυθισμένοι στα σπλάχνα του Χρόνου, απλώνουμε τα χέρια αναζητώντας το φως, μα οι σκιές βαθαίνουν και το σκοτάδι μεγαλώνει. Τα όνειρα σβήνουν, και μόνο πένθος ηχεί στους διαδρόμους της ψυχής. Η ιστορία δεν είναι μια ευθεία γραμμή που ανηφορίζει προς τον διαφωτισμό, αλλά ένας λαβύρινθος οδύνης, όπου κάθε έξοδος οδηγεί πίσω στο κέντρο της απόγνωσης.
Οι ίδιες λέξεις αντηχούν σε δρόμους και σοκάκια. Δεν ησυχάζουν τα φαντάσματα της παλιάς αγάπης. Τα πρόσωπα αλλάζουν, αλλά η ιστορία παραμένει καταθλιπτικά οικεία. Κάθε γενιά ψάχνει το φως σε νύχτες απέραντες, όπου η ελπίδα σβήνει και αναγεννιέται μέσα απ’ την τέφρα. Οι καρδιές ξαναμιλούν, ψιθυρίζοντας τις ίδιες προσευχές, αναζητώντας την απροσπέλαστη αλήθεια. Το αίμα κυλά στα ίδια μονοπάτια, το τίμημα γνωστό, πόλεις καταρρέουν, τα όνειρα γκρεμίζονται, αφήνοντας σημάδια στη συλλογική συναίσθηση.
Σαν τον ήλιο με το φεγγάρι. Γυρνάμε στους ίδιους κύκλους, κάθε τέλος μια νέα αρχή, πάντα η ίδια πορεία. Επαναλαμβάνουμε αέναα μια ιστορία καταθλιπτικά οικεία. Σε μια γη γεμάτη δάκρυα, αίμα και στεναγμούς, γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σε δεσμά. Κραυγές υψώνονται από τις καταπιεσμένες καρδιές μας. Τα πρόσωπα μας σκυμμένα, τα μάτια μας τσακισμένα, από έναν κόσμο που μας προδίδει με κάθε αυγή. Στα βάθη της αβύσσου, εκεί που σιγοκαίει το πάθος, βλασταίνει ο σπόρος του λάθους. Τα όνειρα των καταπιεσμένων είναι τα θεμέλια του θρόνου του επόμενου τυράννου. Η ιστορία έλκει το μίσος, και οι απελευθερωτές γιορτάζουν την ανάληψη τους σε νέους δυνάστες.
Η αλλαγή δεν έχει να κάνει με τη σύγκρουση των ξιφών ή το βρυχηθμό των κανονιών – είναι η σιωπή μετά τη μάχη, όταν η σκόνη κατακάθεται και δε μένεις με τίποτα παρά τα φαντάσματα αυτού που κάποτε ήταν και τη μοναξιά αυτού που τώρα πρέπει να αντιμετωπίσεις. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η μάχη δεν τελείωσε με την τελευταία κίνηση του σπαθιού, αλλά μόλις άρχισε μέσα σου. Η γη κάτω από τα πόδια σου, γεμάτη με τα απομεινάρια ενός πολιτισμού που κάποτε τόλμησε να αμφισβητήσει τα αστέρια, και τώρα ψιθυρίζει τα μυστικά της σήψης του. Η ψυχή αναμετράται με τις απώλειες, τις αλλαγές και τις προκλήσεις που αναδύονται από τα ερείπια. Η διαδικασία της αναγέννησης απαιτεί θάρρος, υπομονή και εσωτερική δύναμη. Ο πόνος της αλλαγής είναι αναπόφευκτος, αλλά είναι και ο καταλύτης που τελικά διαμορφώνει τον πραγματικό μας χαρακτήρα και μας ωθεί να εξελιχθούμε, ακόμα και όταν όλα γύρω μας μοιάζουν αβέβαια και ζοφερά. Ίσως, η αληθινή αλλαγή δεν έρχεται με θόρυβο και οργή, ούτε με τις νίκες και τις ήττες. Ίσως, έρχεται όταν μάθουμε να περπατάμε μέσα στη μοναξιά χτίζοντας την ειρήνη μέσα μας.
Ανάμεσα στα ερείπια των παλιών αρχών και των σπασμένων ονείρων, το μόνο που βλέπω είναι το αργό, ανελέητο τρίψιμο του χρόνου. Δε νομίζεις, γευστικό μου αναγνωστικό κοινό, πως ο πόνος εντείνεται όταν τεντώνεσαι από οργή μέσα στα γρανάζια της φθοράς; Ακόμα και το παγωμένο χιόνι, όπως σκεπάζει τις πληγές του πολέμου, προσφέρει μια σύντομη ψευδαίσθηση αγνότητας. Το κρύο, όμως, διαθέτει απειροελάχιστο έλεος για τους ταλαιπωρημένους.
Μάθαμε να κρίνουμε την άγνοια και να οπλίζουμε τη γνώση. Η γνώση έγινε λαβύρινθος δίχως έξοδο, φτιαγμένος από κάγκελα. Τρέχουμε μέσα του αλαφιασμένοι και ουρλιάζουμε στους υπόλοιπους κατάδικους να φύγουν από τη μέση, λίγο πριν πέσουμε με τα μούτρα σε άλλο ένα αδιέξοδο. Η άγνοια δεν είναι απλά ευδαιμονία. Είναι ο φακός μέσα από τον οποίο ο κόσμος λάμπει με ατελείωτες δυνατότητες.
Η ελπίδα φαίνεται τόσο σπάνια όσο το φως του ήλιου, φιλτραρισμένη μέσα από βαριά νέφη που δεν υπόσχονται τίποτα παρά ατελείωτες νύχτες. Θέλουμε ελπίδα και ας είναι μολυσμένη. Δυστυχώς, έχουμε μάθει να είμαστε καχύποπτοι απέναντι στην ευτυχία. Βλέπουμε τις μηχανορραφίες πίσω από τη μαγεία, τη λύπη πίσω από τα χαμόγελα και την κούραση χαραγμένη στην ανατολή του ηλίου.
Δεν μπορώ παρά να νιώσω φθόνο για αυτούς που βρήκαν την ανάπαυση τους, των οποίων οι μάχες ολοκληρώθηκαν, όχι με τη νίκη αλλά με την παράδοση στο αναπόφευκτο. Ο θάνατος, φαίνεται, είναι η μόνη βεβαιότητα σε έναν κόσμο που βρίσκεται μονίμως στα πρόθυρα της κατάρρευσης, και όμως παραμένει φαινομενικά απρόσιτος, ένας ορίζοντας που υποχωρεί συνεχώς.
Υπάρχει δικαίωση, ή απλώς η λήθη ενός κόσμου πολύ σπασμένου για να θυμάται;
Το ουρλιαχτό του ανέμου ταιριάζει με τις κραυγές των χαμένων. Η σιωπή κλαίει στα λημέρια της αγωνίας. Μια μανία ανάμεσα στα ερείπια, ψάχνει για νόημα σε έναν κόσμο που έχει από καιρό ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι ολόκληρος. Κάποια βασανισμένα όντα συλλέγουν τους φόβους και τους αναστεναγμούς για να πλάσουν τέχνη. Εκεί που η ιστορία σχηματίζεται από τους ισχυρούς, η τέχνη, από την άλλη, επαναστατεί ενάντια στην επιλεκτική αμνησία. Ο καλλιτέχνης μας υπενθυμίζει πως υπάρχει μία ιστορία να ειπωθεί για αυτά τα ερείπια.
Το σκοτάδι προσκαλεί τις πινελιές του φωτός, αλλά κρατάει και τα μυστικά της αιωνιότητας στο σιωπηλό του βάθος. Φέρνει στον κόσμο μια σπίθα αόρατη και άγνωστη, αλλά τόσο απτή όσο η αυγή που κόβει φέτες μέσα στο σκοτάδι. Κάθε αστέρι, κάθε γαλαξίας, και κάθε νεφέλωμα είναι η ανάγκη του σύμπαντος για ομορφιά μέσα στο χάος.
Παρατηρώ τον εαυτό μου να διαλύεται στα θραύσματα του καθρέφτη με μια αίσθηση απόσπασης. Δεν είμαι παρά μια παροδική σπίθα της συνείδησης, που αναζητά τη ζεστασιά στην κρύα έκταση του απείρου. Ο χειμώνας παραμονεύει σαν σιωπηλός κλέφτης, έτοιμος να χιμήξει για να απαλλάξει τα κόκαλα μου από την τελευταία ζεστασιά τους. Τα αιματηρά κόκκινα του ηλιοβασιλέματος με προσέχουν, και αναρωτιούνται τι κάνω ακόμα σε αυτή την καμένη γη. Ψάχνω να βρω παρηγοριά είτε στην υπόσχεση της αυγής είτε στην απόδραση του σούρουπου.
Αλλά τώρα, καθώς η άμμος γλιστρά μέσα από τα δάχτυλα μου, αναρωτιέμαι αν τα ιδανικά ήταν ποτέ κάτι περισσότερο από φευγαλέες σκιές ενός άστρου που πεθαίνει. Η γραφή, στην ουσία της, είναι μια πράξη περιφρόνησης ενάντια στην τυραννία της λήθης. Το Εγώ μαραίνεται κάτω από τη σκληρή τριβή της ενδοσκόπησης.
Το πρώτο φως της αυγής που σκάει πάνω από ένα έρημο πεδίο μάχης, το απαλό θρόισμα των φύλλων σε ένα κατεστραμμένο δάσος, το απαλό μουρμουρητό ενός ρυακιού που υφαίνει τα ερείπια. Αυτές οι φευγαλέες στιγμές κρατούν μια αλήθεια που το Εγώ δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει.