Περιστροφή Κλεψύδρας

Σιωπή θλιβερή, ο κόσμος αντηχεί, απατηλός ο χρόνος περνά, μα η μοίρα είναι σταθερή.
Στη βιβλιοθήκη της ζωής, σελίδες αδιάκοπα γυρνούν, με έπαρση κι ελπίδες,
Ανάσκελα στο έδαφος σκέψεις κυλούν, όλα χάνονται, σβήνουν.
Ψελλή η φωνή της καρδιάς, ασύγγνωστη η ζωή.
Η συμμετρία φανερώνει την εικασία,
Πως κάθε αρχή και κάθε τέλος,
Επιμελώς με καθηλώνουν
Σε ραθυμία.
Βλέπω
Τη
Σκιά
να πλησιάζει.
Η έπαρση της νιότης,
Στη γωνία κρυμμένη φαντάζει.
Θλιβερό το τέλος, αδιάκοπα με καλεί,
Ο θάνατος αναπόφευκτα, στης λήθης την αυλή.
Λάβρο είναι το πάθος, να ζήσω κάθε στιγμή, Απατηλός ο κόσμος,
μα και γλυκός στην πνοή. Στη βιβλιοθήκη των αναμνήσεων, φυλάω τις χαρές,
Ανάσκελα με σκέψεις, χαίρομαι τις μέρες. Ψελλή η φωνή της μοίρας, μα δυνατή σαν βροντή,
Ασύγγνωστη η ραθυμία, όταν η ζωή με προσπερνά. Συμμετρία της ύπαρξης, σ’ έναν κύκλο γυρνά, και το προείκασμα του τέλους, κάθε όνειρο κεντά. Ο χρόνος αδιάκοπα κυλά, σαν ποτάμι αργό. Η έπαρση
της ύπαρξης, σε μια ροή φανταστική. Απατηλός ο θάνατος, ωστόσο, τόσο αναπόφευκτος,
Στη βιβλιοθήκη των ψυχών, το τέλος μου υπογράφεται. Ανάσκελα με σκέψεις,
θλιβερό το βλέμμα ρίχνω, και λάβρο το πάθος, σφιχτά με αγκαλιάζει.
Ψελλή η φωνή της καρδιάς, μα με λειτούργημα βαθύ,
Ασύγγνωστη αδιαφορία, ο χρόνος με καλεί.
Συμμετρία στην ύπαρξη,
ένα προείκασμα
σιωπής,
Στη
ραθυμία,
εισπνέει η ψυχή.
Αδιάκοπα ο θάνατος,
στη σκιά μου παραφυλά,
Η έπαρση της ζωής σιγοσβήνει.
Απατηλός ο κόσμος, μα και αληθινός μαζί.
Στη βιβλιοθήκη των στιγμών, φυλάω κάθε στιγμή.
Ανάσκελα στον χρόνο, θλιβερό το πάθος να ζήσω κάθε αυγή.
Ψελλή η φωνή του τέλους, ασύγγνωστη η σιγή και η συμμετρία της ζωής.
Ραθυμία αν με πνίγει, η καρδιά μου εκεί. Αδιάκοπα χτυπά, ώσπου ο χρόνος να με βρει.

Για Αυτή που την Έλεγαν Μάτσκα

Μια γυναίκα περπατά στις στοές του σύμπαντος.
Βλέποντας τη μανία στο βλέμμα της, ψυχορράγησα.
Μάτια αιχμηρά, αγαπημένα, ανυπότακτης φλόγας,
που πλέκουν τη νύχτα σε ισόπλευρα τρίγωνα φωτός.

Η ταπείνωση στο χαμόγελό της φανερώνεται ωχρή,
όπως ο άπνους που τη γενειάδα του κρατά στα χέρια.
Αγνοεί τους αινιγματικούς ψιθύρους της καθημερινότητας,
ζωντανεύει σε έναν κόσμο που μόνο αυτή μπορεί να δει.

Από αστέρι σε αστέρι η ψυχή της ταξιδεύει,
απρόσμενη, ακαταμάχητη, σε ορμητικούς γαλαξίες.
Σε μυστικό ντελίριο μιλάει ασταμάτητα,
Η φλόγα των ματιών της αποζητά ελευθερία.

Εκείνη, η άγρια με τα γλυκά μάτια, τα μαγικά,
δε φοβάται τη σκοτεινιά, δεν κρύβεται από τα αστέρια.
Μια αέναη κοιλάδα μέσα της απλώνεται,
όπου το όνειρο και η πραγματικότητα σε έναν άνεμο ενώνονται.

Midnight Garden

Dreams were rising from the earth beneath,
Softly sown from the seeds I breathe.
Moonlit whispers filled the midnight air,
Spectral visions dancing with exquisite flair.

Ghosts of memories lightly tread,
Over the ground where my fears were fed.
Through the mist, their figures were clear,
Each shadow, laughter, each light, a tear.

The soil rich with what might have been,
Sprouted sensations, both serenity and sin.
A garden of might, of could, of when,
Woven deeply in the den of my pen.

Among these dreams, so wild, so free,
Crept the tendrils of a darker tree.
Its roots entangled with my heart’s faint screams,
Blending reality with the dark side of dreams.

As the stars faded in the coming light,
The horizon blurring the edges of night,
My soul, a portrait painted in despair,
Found solace in the morning’s golden glare.

But the sun set once more, and shades grew tall—
My dreamscape turned into a haunting hall.
And there, in the quiet, thinking someone might care,
I resumed the long talks with my nightmare.

Πρωινή Ομίχλη

Κοιτάζω έξω την ομίχλη,
Πόσο κοντά στο τίποτα μοιάζει,
ανάσα που χάνεται στον αέρα,
κενό που αγκαλιάζει με σιωπή.

Στέκομαι εδώ, και αγγίζω το αόρατο,
μια ανάμνηση στην πρωινή υγρασία,
σταγόνες ψυχρές διαλύουν τον ορίζοντα,
πέπλο λεπτό που κρύβει και αποκαλύπτει.

Η ζωή αργοπορεί μέσα στο θολό φως,
κάθε βήμα μοιάζει αιώνιο, αβέβαιο,
μα η καρδιά βρίσκει ρυθμό,
στην αντήχηση ενός κόσμου που ονειρεύεται.

Τα χνάρια της Γης

Άφησαν λίγο από αυτά μέσα μας και πήγαν να πεθάνουν,
Κάποια στα βουνά, και κάποια στην κοιλάδα,
Στης ράχης τον ανήφορο, στα χώματα βαθιά,
Μέσα στον άνεμο που ψιθυρίζει τραγούδια παλιά.

Παίρνουν μορφές δέντρων, παίρνουν χρώματα φωτός,
Αφήνουν τον πόνο τους σε κάθε πέτρινο μονοπάτι,
Στο φλοίσβο της θάλασσας, στη σιγαλιά της λίμνης,
Και στο ρέμα, όπου οι ίσκιοι τους χορεύουν μέχρι αυγής.

Κοιμούνται υπό το φεγγάρι, ξεκουράζονται στις ακτές,
Μεσ’ τα πυκνά δάση, οι ψυχές τους λάμπουν σαν φωτιά,
Σ’ ένα σύμπαν που στροβιλίζεται, σε ένα χώμα που ξεκουράζεται,
Στις συμπεριφορές μας, η μνήμη τους δε χάνεται.

Η ησυχία μιλάει, η γη αναπνέει τα ονόματά τους,
Το παρελθόν με το μέλλον ενώνεται στην αγκαλιά του χρόνου,
Κι αν ακόμα ψάχνουμε, μέσα μας θα τους βρούμε,
Εκεί, όπου οι ψυχές αγγίζουν το απέραντο, αθάνατες και αληθινές.

Heading 2 Oblivion (H2O)

Today I drank the water that kills you instantly,
Swallowed whole by the lies that shimmer,
Deceptive in its clarity, a crystal tint of despair,
The poison ran through veins where hope did swim,
Mingling with my blood, a lethal draft of grim.

In the core where warmth once flickered bright,
Cold currents forged their paths without remorse,
Each drop a specter, haunting life’s frail vessel,
Sinking deep into the marrow of my dreams,
Where not even screams could pierce the silence deep.

Here I stand, the deadly dose consumed,
Amongst the ruins of what was once revered,
Learning the art of breathing underwater,
Where survival is a strange, wordless truth,
And strength is born from the depleted fountains of my youth.

I remember you, singing by the window

I remember you, singing by the window,
the spring sun filtering through your hair,
Casting golden halos,
a goddess unaware.
Melodies rose like daffodils, swaying, soft and light,
Echoing through the silent halls of morning’s tender might.

You wove notes into the breezes, stitching song to day,
Each verse, a petal falling, in the early hours of May.
Your voice, a magpie’s wingspan, wide and full of grace,
Dancing across the currents, in the indecisive space.

Outside, the world was stirring, buds whispered to bloom,
Inside, I felt the winter’s grip, finally, melting in the room.
How could such simple singing unsettle my old, gray skies?
Your tunes were keys to seasons, unlocking sun’s delicate rise.

Now in my heart, lingers every note you ever spun,
A lasting spring, undimmed by time, forever, brightly run.

Βραδύπους Τύραννος

Παντού, τσιμεντένια τείχη και ατέλειωτες ασφαλτοστρώσεις, μια καρκινική διαδικασία που προσβάλλει κάθε ιστό της ζωής. Μέσα στο αστικό πτώμα, η ανθρωπότητα ευδοκιμεί σαν ιός, πολλαπλασιάζεται, καταναλώνει, καταστρέφει, αγνοώντας την ειρωνεία ότι είναι η ίδια ασθένεια που τόσο απεγνωσμένα επιζητεί να θεραπεύσει. Καθώς τα συστήματα τεχνολογίας και κατανάλωσης συνεχίζουν να αναπτύσσονται με ασταμάτητο ρυθμό, η ανθρωπότητα βρίσκεται στην παράδοξη θέση να προσπαθεί να λύσει προβλήματα που η ίδια δημιούργησε με τα εργαλεία που κατασκεύασε για να τα αποτρέψει. Οι προσπάθειες αυτές επικεντρώνονται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων παρά στη θεραπεία της ρίζας του προβλήματος. Η πραγματική θεραπεία απαιτεί μια βαθιά αναδιάρθρωση των ανθρώπινων αξιών, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από την ανάπτυξη και την κατανάλωση προς την αειφορία και την αρμονία με το φυσικό περιβάλλον.

Τα τελευταία χρόνια, ένα αιχμηρό «κλανκ» ακούγεται από τα βάθη της γης, όσο αυτή περιστρέφεται. Πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ο πλανήτης πριν τα σημάδια αυτής της κρίσης γίνουν ανεπανόρθωτα; Όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε τις δυσλειτουργίες μας ως κοινωνία και τις επιπτώσεις των ενεργειών μας, τόσο περισσότερο γινόμαστε υπεύθυνοι για τη διόρθωσή τους. Η ευθύνη είναι καταλύτης για μεταμόρφωση. Αυτή η αλήθεια, σκοτεινή και αμετάκλητη, απλώνει τις ρίζες της βαθιά μέσα στο χώμα της συνείδησης μας, τρέφοντας μας με τον πικρό χυμό της επίγνωσης. Η ανάκτηση δεν μπορεί να είναι ευγενική, γιατί η φύση κουβαλάει τις ουλές της προηγούμενης κακοποίησης. Δεν είναι μια εύπεπτη διαδικασία, αλλά μια πάλη που απαιτεί χρόνο, υπομονή και συνειδητή προσπάθεια. Θα βιώσουμε ακραίες, απρόβλεπτες αλλαγές.

Καταρρέουσες προσόψεις ντύνονται με το ένδυμα της εντροπίας, παρέχοντας μία οδυνηρή υπενθύμιση της φθοράς που φέρνει η αμέλεια. Τα κτίρια, που κάποτε στέκονταν με υπερηφάνεια και σθένος, είναι τώρα σκιές παραίτησης. Τα ερείπια, αντί για παράθυρα, έχουν μάτια που ακολουθούν την πτώση με μια αιώνια, οπτική αδηφαγία. Αντικατοπτρίζουν μια αποσύνθεση που είναι αναπόφευκτη όταν το κίνητρο για ανανέωση υποχωρεί μπροστά στην πίεση της καθημερινότητας. Καθώς αυτές οι δομές αποδομούνται, υπογραμμίζουν την ανάγκη για μετασχηματισμό, όχι μόνο σε φυσικό επίπεδο, αλλά και σε ιδεολογικό και κοινωνικό. Το ανθρώπινο πνεύμα, αντιμέτωπο με την εντροπία, διακρίνει ευκαιρίες για δημιουργικότητα, εκμεταλλευόμενο την αναγκαιότητα της αλλαγής ως μέσο για πρόοδο και ανάπτυξη.

Ο άνθρωπος, περίπλοκο οντολογικό και ψυχολογικό φαινόμενο, επιζητεί συνεχώς να ξεπεράσει τα δεσμά της ίδιας του της φύσης, να υπερβεί τα βιολογικά του προγράμματα και να επιδιώξει μια υπαρξιακή και μεταφυσική αναβάθμιση. Κάθε στροφή της ιστορίας του είναι μια μάχη μεταξύ του παραδοσιακού και του πρωτοποριακού, μεταξύ της εγγενούς τερπνότητας της ζωής και της τεχνητής κατασκευής της ανθρώπινης προσπάθειας. Μια παράξενη ομορφιά βρίσκεται στην αυθεντικότητα της βιολογικής μας εξέγερσης ενάντια στα στείρα όνειρα της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτή η εξέγερση, ένας φόρος τιμής στην αυθεντικότητα, μας θυμίζει ότι το να είσαι πολιτικό ον δε σημαίνει μόνο να υπακούς σε προκαθορισμένες διαδρομές αλλά και να τις αμφισβητείς, να αναζητείς το νέο, το αδιερεύνητο.

Ο δρόμος του διαφωτισμού, ένα μοναχικό ταξίδι στην αδάμαστη έρημο της εμπειρίας, είναι ένα προσκύνημα που κανείς άλλος δεν μπορεί να αναλάβει για εμάς, ούτε μπορεί κανείς να μας γλιτώσει από τις δοκιμασίες του. Η σοφία μας διαμορφώνεται στο πυκνό ιξώδες των μυστηρίων της ζωής, — με μοναδικές οπτικές γωνίες που γίνονται οι φακοί μέσα από τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο. Κάθε παραπάτημα, κάθε θρίαμβος, κάθε στιγμή ενδοσκόπησης συμβάλλει στο πλούσιο μωσαϊκό της κατανόησης μας. Προσφέρει ελευθερία από πολλές αλυσίδες του νου και του πνεύματος, ωστόσο, υπάρχει μια αντίσταση που παραμονεύει στις σκιές της ψυχής μας. Αυτή η τυραννική διάταξη αποτελείται από τον φόβο, τη συντηρητικότητα, την ανασφάλεια και την αμφιβολία που προκύπτουν από την ίδια μας την εσωτερική ανάγκη να διατηρήσουμε το γνώριμο, το άνετο, ακόμα και όταν αυτό πληρώνεται με το κόστος της προσωπικής μας εξέλιξης. Θρέφεται από τη στασιμότητα και τον κυκλικό επαναληπτικό λόγο του ίδιου μας του μυαλού. Αρνείται να παραδεχθεί το νέο, επειδή εκεί βρίσκεται η αβεβαιότητα — ο μεγάλος εχθρός της προβλεψιμότητας που τόσο επιθυμεί. Διατηρεί την εξουσία μέσω της αυτοπειθαρχίας μας στην αυτοπεριοριστική μας συμπεριφορά.

Οι γνώσεις που αναζητούμε δε χαρίζονται. Κερδίζονται μέσα από τους μώλωπες των σκληρών μαθημάτων και τις ήσυχες αποκαλύψεις που μας ξημερώνουν στη μοναξιά της αυτο-ανακάλυψης. Στην ησυχία της ενδοσκόπησης, υπάρχει ένας κίνδυνος – να χάσουμε τον εαυτό μας στον διαλογισμό των φανταστικών μορφών, αφηρημένα από τη ζωντανή πραγματικότητα του παρόντος. Το κάλεσμα στη σοφία δεν είναι ένα κάλεσμα σε παθητικό στοχασμό, αλλά μια κλήση για να παρακινηθούμε από τη ζωή, να αγκαλιάσουμε τη συνεχή μαγεία που μας περιβάλλει. Η αυτογνωσία που αποκτάται μέσω της ενεργητικής αντιμετώπισης των εμποδίων είναι πολύ πιο ουσιαστική και βαθιά από τη γνώση που μπορεί να ληφθεί παθητικά. Μας επιτρέπει να δούμε τον κόσμο όχι ως στατικό σύνολο προκατασκευασμένων αληθειών, αλλά ως ένα δυναμικό πεδίο όπου οι αλήθειες διαρκώς αναδιαμορφώνονται μέσα από την προσωπική μας ερμηνεία. Καθώς απελευθερωνόμαστε, ανακαλύπτουμε την αυτοτέλεια που προσφέρει η φιλοσοφία και η βαθιά ψυχολογική κατανόηση: την ελευθερία να δημιουργούμε, να εξερευνούμε και να ζούμε με πλήρη συνείδηση και δέσμευση στη διαδρομή που έχουμε επιλέξει.

Στην αδιάκοπη παλίρροια το ταξίδι μας γνέφει – ένα μονοπάτι που πρέπει να διασχίσουμε με ανοιχτές καρδιές και περίεργα μυαλά. Διότι στην ερημιά των εμπειριών, ανάμεσα στα μπερδεμένα κλήματα της αβεβαιότητας, οι λαμπερές ανθίσεις της διορατικότητας περιμένουν εκείνους που τολμούν να ανακαλύψουν τη δημιουργία που είναι μοναδικά δική τους.

Η ρουτίνα μπορεί να μας πείσει ότι η επανάληψη είναι αναπόφευκτη και ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι περιττές ή αδύνατες. Τα λάθη μας δεν είναι ανεπίστρεπτα και οι νίκες μας είναι πολύτιμες γιατί είναι προσωρινές. Το πέρασμα του χρόνου και η απώλεια της σταθερότητας ενισχύουν την ανάγκη μας για αυθεντική ζωή. Οι ζωές δεν είναι παρά ψίθυροι, και οι επιπτώσεις τους εφήμερες. Έτσι ανακτάται ο πλούτος της αρχικής υπόσχεσης — να ζήσουμε βαθιά και πλήρως, ακόμη και μέσα στην εφήμερη σιωπή του υπάρχειν.

Τι είμαστε, αν όχι μια συνένωση των παθών μας, των αγώνων μας, των αέναων μαχών μας ενάντια στην εντροπία που μας τρώει από μέσα; Κάθε στιγμή της ύπαρξής μας είναι μια απόπειρα αντίστασης στο αναπόφευκτο του χρόνου, μια μάχη για να διατηρήσουμε έναν ολοκληρωτικό έλεγχο πάνω στη διαδικασία που αναγκαστικά μας αποσυνθέτει. Είμαστε αυτό που διαμορφώνουμε μέσω των δικών μας εμπειριών και των δικών μας αποφάσεων. Τα πάθη μας χαρτογραφούν τις διαδρομές που επιλέγουμε να ακολουθήσουμε, ενώ οι αγώνες μας ορίζουν το χαρακτήρα και τη δύναμή μας.

Αυτές οι μάχες, με τις νίκες ή της ήττες τους, μας καθιστούν πλάσματα ικανά για αυτοσυνειδησία και αυτοπροσδιορισμό. Είμαστε, λοιπόν, όχι μόνο οι φορείς των γενετικών κωδικών που μας δόθηκαν κατά τη γέννηση, αλλά και οι δημιουργοί των αφηγήσεων που επιλέγουμε να ζήσουμε. Καθετί που κάνουμε, κάθε στόχος που κατακτούμε, κάθε ήττα που μας καθοδηγεί σε νέες γνώσεις, προσθέτει αξία στο διαρκώς εξελισσόμενο μας γίγνεσθαι.

Αναλογιστείτε πώς ένας πόνος ή μια δυσκολία μπορεί να αποκαλύψει την ανάγκη για αλλαγή ή την ύπαρξη ενός βαθύτερου προβλήματος που πρέπει να εξεταστεί. Η αντίληψη αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική αλλά εφαρμόσιμη, καθώς μας καθοδηγεί στο να χειριστούμε με επιδεξιότητα τις προκλήσεις που μας παρουσιάζονται. Στην αναγέννηση της φθοράς, αναδύεται η επικοινωνία του συμπτώματος – ή του συνθώματος.

Στον πολυεπίπεδο κόσμο της τέχνης, κάθε μορφή εκφράζει τις πιο βαθιές, συχνά ακατέργαστες, ανθρώπινες εμπειρίες. Η λογοτεχνία στάζει με το πύον υπαρξιακών πληγών, η μουσική πάλλεται με χτυπήματα καρδιακής αρρυθμίας, και στον καμβά στριφογυρίζουν χρώματα εσωτερικής αιμορραγίας. Μέσα από τις τέχνες, αποκαλύπτεται ο πόνος, το άγχος, η μοναξιά, αλλά και η ελπίδα και η αναγέννηση. Μεταμορφώνεται η συναισθηματική μας εμπειρία, προσφέροντας ένα μέσο για θεραπεία, κατανόηση και αποδοχή των πιο σκοτεινών στοιχείων μας.

Δεν χρειάζεται ντροπή ή τελειομανία στη δημιουργικότητα. Χρειάζεται μόνο αυτή η απροσδιόριστη αίσθηση της αγάπης χωρίς αντικείμενο, όταν ο άνθρωπος παύει στιγμιαία να είναι το υποκείμενο. Αυτή η αγάπη χύνει αίμα, με τον ίδιο τρόπο που πληγώνουν οι φιλικές αλήθειες. Σε αυτή την αγάπη, δεν υπάρχουν οριακές γραμμές μεταξύ του δημιουργού και του δημιουργήματος. Είναι μια κατάσταση που ο δημιουργός συμβιώνει με την τέχνη του, γίνεται ένα με αυτήν σε έναν ενιαίο ρυθμό αναπνοής.

Κάθε ρίγος της καρδιάς, κάθε ανάσα που παίρνει, μετατρέπεται σε στίχο, σε χρώμα, σε μελωδία. Δεν υπάρχει φόβος για την κρίση ή την απόρριψη, γιατί το μόνο που μετράει είναι η έκφραση της στιγμής. Αυτή η αλήθεια μπορεί να είναι πονεμένη, αλλά είναι αναγκαία. Είναι η βάση για μια γνήσια δημιουργία που αφήνει ανεξίτηλες στιγμές.

~

Η ξεπαγωμένη γη, ανυπόμονη να αποφύγει το βάρος των πιο κρύων ημερών, αντ’ αυτού βρέθηκε επιβαρυμένη με μια νέα, ύπουλη μορφή διαφθοράς που διείσδυσε στο χώμα, μετατρέποντας την υπόσχεση της άνοιξης σε μια γκροτέσκα παρωδία αναγέννησης. Δεν ήταν σημάδι φτιαγμένο από ανθρώπινο χέρι, ούτε η ουσία του μπορούσε να βρεθεί στον φυσικό κόσμο. Έμοιαζε σαν να είχε ξινίσει ο ίδιος ο αέρας, συσσωματωμένος σε σύμβολα που ψιθύριζαν για ξεχασμένες γλώσσες, τα νοήματά τους χαμένα από τη φθορά του χρόνου, αλλά αισθητά στο μεδούλι όσων τολμούσαν να τα κοιτάξουν.

Ραγισμένοι τοίχοι φιλοξενούσαν οντότητες στους οριακούς χώρους από τη μια στιγμή στην άλλη. Ανάμεσα στο εδώθε και στο επέκεινα διαμορφώθηκαν ιστορίες. Μιλούσαν για απώλεια και επιβίωση, αποτελώντας μνημεία της ανθρώπινης – και μη – εμπειρίας. Μια μορφή, εμποτισμένη με το χάος του ονείρου ενός τρελού, κατέβηκε στη γη, σαν ανοιχτό στόμα που καλούσε τους περίεργους και τους χαμένους να εξερευνήσουν τα βάθη της. Εκεί βρήκαν καταφύγιο όσους θέλησαν να ανακαλύψουν την οδυνηρή ομορφιά.

Στάθηκα ακίνητος στα δαιδαλώδη μονοπάτια κοιτώντας το χάσμα στον ορίζοντα και αναπολώντας το ασύλληπτο σκοτάδι στο οποίο οδηγούσε. Η σιωπή απλωνόταν βαριά, σχεδόν απτή, ένα πέπλο που σκέπαζε τα ηχητικά κύματα πριν γεννηθούν. Ο αέρας κρατούσε την αναπνοή του. Μέρος μου ήθελε να παραμείνω στην ασφάλεια του γνωστού, αλλά ένα άλλο, πιο τολμηρό κομμάτι, ψιθύριζε για την ανάγκη της ανακάλυψης. Αυτό το σκοτάδι μπορεί να έκρυβε τους φόβους μου, αλλά επίσης και τις απαντήσεις που επιθυμούσα με τόσο πάθος να βρω.

Έκτοτε, ό,τι και αν σκεφτώ, ο άλλος μου εαυτός παραμονεύει. Στέκεται στην άκρη της πόλης κρυμμένος πίσω από την παγωμένη του ανάσα.

Whiskers at the End of the World

In a land where the cities had crumbled and fell,
Lived Maya, with cats, in a house by a well.
Once bustling and busy, the world now was still,
But Maya and her cats roamed free, with a will.

One day Maya learned of a plan most unkind,
A group aimed to steal the last food they could find.
«Our friends will go hungry,» she said with a frown,
«We must stop these thieves and protect our own town.»

She spoke to her cats, each one sleek and so spry,
«With your help, my dear friends, we can make their plans fly!»
Nero, the Maine Coon, with a purr deep and loud,
Stepped forward and mewed, «We’ll make you so proud!»

Under cover of night, with the moon shining bright,
Maya and her cats prepared for the fight.
With a leap and a pounce, and a well-aimed swipe,
They surprised the intruders, each of a type.

The leader stepped forward, his intentions quite clear,
But Maya stood strong, without showing fear.
With a hiss and a yowl, the cats joined the fray,
And those greedy hearts turned and ran far away.

The granary was safe, the food remained there,
Thanks to Maya and Nero, a quite special pair.
The town learned of their bravery, and the tale spread wide,
How unity and courage can turn the tide.

In a world turned upside down, with little to spare,
The bold cats of Maya showed how much we can care.
With hope and resilience, and friends furry and small,
We learn that together, we can conquer all.

So here ends our tale, of Maya and her crew,
A story of friendship, brave hearts, tried and true.
In a world of despair, they brought hope and light,
Proving that unity might just win the fight.

And though the world was quiet, and the days often grey,
Maya, with her cats, found a bright new way.
To live, to love, to stand side by side,
In a world reborn, where hope never died.

Edgar Anal Porn


Οι οιωνοί σκιάζουν τετριμμένα, σ’ έναν κόσμο που έχει συνηθίσει στα σκοτάδια. Από την ομίχλη που καταβροχθίζει τα ανείπωτα μυστήρια της νύχτας, μέχρι την επικράτεια των ψιθύρων που διασχίζουν τις παλιές βιβλιοθήκες, όπου σκονισμένοι τόμοι κρύβουν επικλήσεις σε ζώα και θεούς, η σκιά της αμφιβολίας ρίχνεται βαριά πάνω στις ψυχές των ανθρώπων. Τα ίχνη των δημιουργών έχουν εξαφανιστεί κάτω από τη βαρύτητα των νέων εποχών, αφήνοντας την ανθρωπότητα να παλεύει με την απώλεια. Η αναζήτηση της γνώσης έχει μετατραπεί σε μια άκαρπη προσπάθεια να αγκαλιαστούν οι σκιές, ενώ τα μυστικά που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τον κόσμο κοιμούνται σφιχτά σε σελίδες που κανείς δεν τολμά πλέον να διαβάσει.

Το φως φαίνεται να έχει χάσει τη μάχη, απομακρύνοντας ακόμα και την πιθανότητα της ελπίδας, σε έναν κόσμο που το μόνο που του απομένει είναι η αναμονή για την αποκάλυψη του αναπόφευκτου τέλους. Το ίδιο το αίσθημα του φόβου, που κάποτε φαινόταν να είναι τόσο οικείο στην ανθρώπινη ψυχή, τώρα μοιάζει να έχει εκλείψει, αφήνοντας πίσω ένα κενό απόγνωσης. Οι άνθρωποι περιπλανώνται στους δρόμους σαν φαντάσματα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που έχουν ξεχαστεί.

Μέσα στην καταχνιά και τον παγερό αέρα, ένα αρχαίο ανάκτορο στέκει, σαν φάρος στην καρδιά της αβύσσου, φιλοξενώντας μέσα του ιστορίες που δεν έχουν ποτέ αφηγηθεί. Κάθε γωνιά, κάθε αίθουσα, κρύβει μυστικά τόσο βαθιά ριζωμένα που ακόμη και η ίδια η σιωπή τους φοβάται να τα αποκαλύψει. Υπάρχει κάτι εκεί που ίσως να αρκεί. Ακόμα και το πτώμα του Θεού υποκύπτει στη γοητεία του απρόβλεπτου.

Η σιωπή που ακολουθεί τις κραυγές της ψυχής, βαριά και απειλητική, μοιάζει να καταπίνει κάθε έννοια ελπίδας, αφήνοντας την καρδιά να κτυπά από έναν φόβο ανεξήγητο, πρωτόγνωρο. Το ίδιο το σύμπαν συνωμοτεί κατά της ζωής, ενώ τα αστέρια απομακρύνονται όλο και πιο γρήγορα μαζί με τα μυστικά τους.

Η ανάγκη της απομάκρυνσης από τις επώδυνες αλήθειες της ύπαρξης, με οδηγεί σε έναν τόπο όπου η φύση φαίνεται να έχει κρατήσει ακόμη τη μαγεία της, σε ένα δέντρο, ψηλό και αγέρωχο, με κλαδιά που φτάνουν στον ουρανό. Εδώ, ανάμεσα στα φύλλα του, οι σκέψεις βρίσκουν παρηγοριά και τα όνειρα μια νέα διάσταση, μακριά από τα στοιχειά που κυνηγούν την ψυχούλα μου. Αφηγούνται ιστορίες για τις ψυχές που έχουν παγιδευτεί μεταξύ των κλαδιών και των ριζών, σε αιώνια αναζήτηση λύτρωσης. Η ανάγκη με έφερε σε αυτό το δέντρο. Τα κλαδιά του πλαισιώνουν σκέψεις και όνειρα και προσφέρουν καταφύγιο από τις κατάρες του νου.

Ελπίζω να μην πεθάνω εδώ. Άλλωστε, κάθε παράδεισος είναι και μια φυλακή.

Μια μελωδία αναδύεται από το πουθενά, μια αρμονία χωρίς οργανική προέλευση. Η ελευθερία του ήχου βρίσκεται στην αφηρημένη του φύση, σε εκείνη την ικανότητα να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η υλική ύπαρξη, προσφέροντας μια διαφυγή από τον κλοιό της πραγματικότητας. Κάθε νότα, κάθε αρμονική διακύμανση είναι ένα βήμα πιο κοντά σε έναν κόσμο όπου οι περιορισμοί της ύπαρξης φαίνονται να διαλύονται. Είναι εκείνη η αίσθηση που μας υπενθυμίζει πως, ακόμα και στην πιο χθόνια επιφάνεια της απελπισίας, υπάρχει ένας κόσμος που μπορούμε να διεκδικήσουμε ως δικό μας, μέσα από τη δύναμη της δημιουργίας.

Εδώ η αίσθηση της αναπόφευκτης κατάληξης γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Φτάνω στον λάκκο – έναν μεγάλο, κυλινδρικό θάλαμο χαραγμένο από την ίδια τη γη, όπου το αμυδρό φως του ερυθρού γίγαντα παλεύει να διαπεράσει το σκοτάδι. Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη με μια παγερή προσδοκία, το αίσθημα της απειλής κρέμεται βαρύ στον αέρα. Στο κέντρο, βρίσκεται μια τερατώδης κατασκευή από σίδερο και απόγνωση, ένα μνημείο της ανθρώπινης φρίκης. Οι καταδικασμένοι που περιμένουν τη μοίρα τους στρέφουν τα βλέμματά τους προς εμένα, και τα μάτια τους αντανακλούν το ίδιο το σκοτάδι που τους περιβάλλει. Με ένα αίσθημα απροσδόκητης ειρωνείας, ξεστομίζω τις λέξεις, «Με συγχωρείτε που άργησα,» ενώ βγάζω τα μαχαιροπίρουνα. «Είχα ραντεβού με τον ορθοδοντικό μου.»

Η ατμόσφαιρα γεμίζει με τον ήχο των μετάλλων και των αναφιλητών. Η εικόνα μου με μαχαιροπίρουνα στο χέρι, ετοιμοπόλεμος για ένα γεύμα που δεν πρόκειται ποτέ να σερβιριστεί, προσθέτει μια ακόμη στρώση στο απόκοσμο τοπίο. Τα σίδερα στριφογυρνούν πρώτα αργά, ύστερα πιο γρήγορα, χωρίζοντας τις καρδιές μας από τα ασπράδια. Στον χυλό από σάρκα και αίμα, παραμένω σίγουρος για τον εαυτό μου. Εντούτοις, η μαρέγκα υπενθυμίζει την ύπαρξη της διακριτικότητας, ακόμη και μέσα στην απόλυτη ενότητα. Όπως κάποια στοιχεία που δεν αναμιγνύονται πλήρως ή διατηρούν μια ορισμένη διακριτική ταυτότητα, έτσι και στην αδιαχώριστη θάλασσα των Ιδεών, υπάρχουν κάνα δυο που δεν είναι απολύτως Ένα με το Όλον. Κάθε στολίδι του ουρανού, κάθε αστρική λάμψη, αποτελεί έναν κόσμο εντός του κόσμου, μια οντότητα που ζει και αναπνέει μέσα στο σκοτάδι του διαστήματος. Αν και μέρος ενός απέραντου σύμπαντος, κάθε αστέρι διατηρεί την ξεχωριστή του ταυτότητα και σημασία.

Με κάθε αναπνοή, φαίνεται σαν να εισχωρώ σε μια άλλη διάσταση, έναν κόσμο όπου ο χρόνος και ο χώρος είναι αβασάνιστοι. Στην ανεξήγητη ομορφιά του σύμπαντος, ανάμεσα σε άπειρους αστέρες που απλώνονται σαν διαμάντια στο μαύρο πέπλο του διαστήματος, κρύβεται η ανεπανάληπτη καταγωγή κάθε φωτός. Η αόριστη πηγή της άρνησης της ανυπαρξίας μας. Ο Φαλλός.

Ο φαλλός δε φανερώνεται ως απτό φαινόμενο, αλλά εκφράζει την άφατη φαντασία του βάθους μας. Η σκιά του χαράσσεται στα τοιχώματα της ψυχής, αναδεικνύοντας την απαράμιλλη δύναμη της ανθρώπινης επιθυμίας. Όταν αποφασίζουμε να αφήσουμε τα φαρδιά μας δάχτυλα στις φλογερές του φλέβες, ή να φιλήσουμε τη φουντωμένη βάλανο και τους φορτωμένους φυλακές της φαιάς ουσίας, ευθύς, φέρεται ως το απόρθητο φράγμα απέναντι στην ευφορία που ευφραίνει το Εγώ. Και όταν πέος ερωτηθεί, αν η φύση του το ωθήσει σύντομα σε λάθη, θα αποκριθεί, «ασφαλώς! Ας σφάλλω ως φαλλός.»

Ποτάμια ρέουν με απαράμιλλη αξιοπρέπεια και σταθερότητα, χαράσσοντας το δρόμο τους μέσα από την καρδιά της γης προς την αγκαλιά της θάλασσας. Αυτή η ατελείωτη κίνηση, αυτή η αμετάκλητη διαδρομή που ακολουθούν, υπενθυμίζει μια βαθιά αλήθεια που συχνά παραβλέπουμε: Ο ποταμός δεν κάνει λάθος στην κατεύθυνση του προς τη θάλασσα. Ούτε ό,τι η καρδιά σου κλείνει μέσα της με πάθος. Αυτή η αρμονία, αυτό το αναπόφευκτο έλκος, μας δείχνει τον δρόμο, τόσο στο φυσικό κόσμο όσο και στον εσωτερικό.

Η αναζήτηση καταλήγει σε μια παράξενη σύνδεση με τους κόσμους των θεών και των θνητών. Κάθε κίνηση είναι ποίηση, και κάθε βήμα ένα μαρτυρικό χτύπημα επιβίωσης. Η Αφροδίτη, με δάκρυα σαν διαμάντια που λάμπουν στο φως της σελήνης, σκύβει πάνω από τον αγαπημένο της και τραγουδά μια μελωδία που τα κύματα θα ψιθυρίζουν για αιώνες. Ο θρήνος της συνδέει τα σπαρμένα κομμάτια της ψυχής του. Τυλίγει το κορμί της με τα άφθαρτα κόκαλα του θώρακα του και πέφτει να κοιμηθεί. Αφήνει πίσω της τον άνεμο, για το δικαίωμα να ζει δίχως φραγμούς.

Η απώλεια, αθάνατη στην οδύνη της, αναζητά τη λήθη, κάθε φορά που ο ουρανός ροδίζει το βράδυ. Σαν μυστικό φως που αντανακλάται στα σπασμένα κομμάτια ενός καθρέφτη, η μνήμη της γλιστράει μέσα από τις ρωγμές του χρόνου, αναζητώντας ένα σημείο ανάπαυλας. Με κάθε αχτίδα που σβήνει στην αγκαλιά του ορίζοντα, ξαναζεί την αιωνιότητα της απουσίας, έναν κύκλο που δεν κλείνει ποτέ, μια ερώτηση χωρίς απάντηση. Φοράει το πέπλο της νύχτας και χορεύει με τα φαντάσματα των ονείρων που ποτέ δε θα ζήσει ξανά. Η σιωπή γίνεται μουσική στα αυτιά της, μια μελωδία γλυκιά και ταυτόχρονα τραγική, που αφηγείται την ιστορία της ζωής και του θανάτου, του εδώθε και του επέκεινα. Με κάθε βήμα προς το άγνωστο, αφήνει πίσω μια αίσθηση του αιώνιου, μια ανάμνηση που δε θα ξεθωριάσει ποτέ, γιατί η απώλεια, στην οδύνη της, φέρει το δώρο της αθανασίας.

Στην πανσέληνο ανθίζει το αγριολούλουδο της μεταφυσικής. Μέχρι που και αυτή χάνεται. Εκείνη τη χρυσαφένια στιγμή που ουρανός αγκαλιάζει για τελευταία φορά τα φτερά μου πριν το σκοτάδι, η φύση της γνώσης αναδιατάσσεται, ώσπου απλώνεται ατέρμονα προς όλες τις κατευθύνσεις, κβαντικές και κοσμολογικές, στον χρόνο πίσω, μπροστά, και πέρα από αυτόν, και στο φρεσκοψημένο καρβέλι που απειλεί την πείνα μου.

Ένας κόσμος μέσα σε έναν κόσμο, που ξεκίνησε με απόδραση και έληξε με την αδιάκοπη αναζήτηση της ομορφιάς. Τις τελευταίες μέρες του, ο άνθρωπος κάθεται απέναντι από τη δημιουργία του και την κοιτάζει, όχι σαν δημιουργός το έργο του, αλλά σαν ερευνητής σε καθρέφτη. Τότε καταλαβαίνει πως στην αποστολή του να γίνει τα πάντα για όλους, έγινε τίποτα για τον εαυτό του.