To Woden

Your Messengers guided my walk,
Not just the two,
There was a whole murder of them.
Through the fog, through the dew,
Each bearing wisdom’s precious gem.

With wings as black as midnight chalk,
In skies of stormy hue,
They charted course, a broken helm,
Through tempests, through the squawk,
To shores of insight, ever new.

A murder, yet no crime they plot,
In unity, they overwhelm,
With lessons death has dearly bought,
And knowings, piercing through.

Praise the Shadows

Did I forget to praise the Shadows?
How long since the last sacrifice,
In the temple of Misery?
Where whispers bind and darkness grows,
And hearts are cold as ice.

The moon knows,
The cost of every vice,
The weight of woes,
The value of each slice
Of joy, between our throes.

In shadows, grief finds its disguise,
A refuge from the foes.
Yet, in that darkness, naught can rise,
As a black star that glows,
Breathing death into our sighs.

But, let us not the shadows curse,
And find within their darkness, verse,
A beauty subtle, yet profound,
Silence! Eloquent sound.

For in the absence of the light,
We learn to see with inner sight,
And find, within our deepest night,
Absence of hope, and loss of fight.

Thus, in the temple, dark and grim,
Where joy seems a distant hymn,
We sacrifice our pain and fear,
And find that shadows draw us near
To truths that love alone can clear.

How do we forgive ourselves for what we become?

Shadows deepen where silent whispers hum,
How do we forgive ourselves for what we become?
Through coiled paths, to hauntings, we succumb.

Beneath the weight of deeds we can’t outrun,
And maybe this time you’ll find the way to speak.
In the mirror’s gaze, where truth cannot be shunned.

With every setting of every evening sun,
How do we forgive ourselves for what we become?
In the quiet night, when our minds come undone.

Though the path to redemption might seem oblique,
And maybe this time you’ll find the way to speak.
Let hope’s gentle whisper be the strength you seek.

The contrast of light and shadow, brave and meek,
How do we forgive ourselves for what we become?
From the courage within, let the answer blink.

To break the chains, to end the cycle bleak,
And maybe this time you’ll find the way to speak.
In the heart’s deepest vault, the truth we must critique.

So here in silence, before the dawn’s first streak,
How do we forgive ourselves for what we become?
And maybe this time you’ll find the way to speak.
For in forgiveness, our selves we overcome.

Ahab and the White Whale

Aching in the ocean, a captain wails,
Haunted by a ghost, white as sails.
Across the blue, obsession never fails,
Bent on revenge, through each storm, he prevails.

Among the crew, shivers ascent spines,
Navigating through fates’ twisted designs.
Determined, they look for the sea creature’s signs.

Tenebrous Sea becomes the place where circumstance aligns.
Hunting the leviathan, a quest that defines.
Eternal battle, man’s will and nature’s wrath, combines.

Weary beast, in the abyss, reclines,
Harrowing chase, through the ocean’s designs.
In pursuit, Ahab’s soul with the whale’s entwines.
Tales of madness, where sanity declines.
Epic clash, a saga of fury and blinding vines.

Waves crash, telling of losses and finds.
Hopes dashed, on the edge of reason’s confines.
Ahab’s rage, in his heart, evermore it binds.
Looming specter of the whale, forever reminds.
End, inevitable, as destiny unwinds.

Touch

He exists in the paradox of touch,
A hunger deep and vast,
For every contact, a substantial shift,
Stars realigning in the aftermath of his might.

He is the child of the sun, burnt by its caress,
Every touch imprints on him, a bittersweet distress.
He weeps not for the pain, but for the beauty lost in the blaze,
A reminder of his curse, in the sun’s vindictive gaze.

Defined by touch, he remembers each one,
A catalogue of sensations, never undone.
He loathes it, this craving that consumes his core,
A tempest of longing for something more.

He is a galaxy spiraling apart,
Fragments of self, seeking a start.
Touch is the gravity that binds him whole,
A collision of stars, a merging of all.

The mere tracing of a collarbone,
Can dissolve his ego.
In this act, he finds release,
A moment of peace, in the destruction, a cease.

Be it the river, the kiss of snow,
Or the grasp of rain—all touches he will know.
For any contact he yearns,
In any touch, a universe turns.

So he wanders, a contradiction of need and fear,
A being of contact, drawing ever near.
To the core of all his strife,
For touch is the pain, the love, the life.

Aligned

That night in the car,
on our first date,
I knew the life I’d have with you.

I could not see it, think or spell it,
But know, that I felt it.

The road unwound beneath us, a ribbon through the dark,
And time itself seemed to pause, aligning with our spark.

The city lights, a distant blur,
our world, right here, confined,
To the dreams we’d yet to find.

We spoke of trivial things at first,
But even then, I felt the pull,
For in your voice, there was a tune,
that called to my own spirit.

The future was a mystery unclaimed,
But on that night, within your smile,
my heart was truly named.

We’ve traveled far from that first night,
through trials, tears, and laughter,
Yet, that moment in the car,
foretells the ever after.

For though I could not see it,
think it, or predict it,
That night, beneath the stars,
our lives were interdicted.

Here’s to all the unseen roads, whatever we come through,
And to the night it all began when I found home in you.

River, Traveler, and Shore

«Let what comes come,» whispers the wind,
A call to open arms and unshuttered windows,
To embrace the unfamiliar guests of fate
With the curiosity of a child
And the wisdom of the old.

«Let what goes go,» sighs the setting sun,
A gentle nudge to unclasp clenched fists,
To release the ephemeral joys and sorrows
That fleet like autumn leaves
In the relentless river of hours,
Leaving only echoes in their wake.

«Find out what remains,» hums the heart,
An invitation to journey inwards,
To explore the enclosures of the self
Where echoes turn to susurrations,
Revealing an eternal flame
Unflickering in the draft of passing days.

Here, in the sacred stillness,
Lies the pertinacious core,
A compass pointing firm
Through storms and calms alike,
An anchor in the shifting sands,
A constant star in the ever-turning sky.

On the cover of what comes,
In the dismissal of what goes,
Lies the essence of our being –
Unwavering, persisting, true.
For in the bravery of change,
There rests a changeless truth:
We are the river, traveler, and shore,
Ever flowing, ever still.

Η Κάθοδος των Ταρτάρων (σε δύο χρόνους)

Στα βάθη των αχανών αβύσσων, όπου ο χρόνος αδυσώπητα αποκομίζει κάθε σημάδι ζωής και όλα τα όνειρα πνίγονται στη σιωπή, βρίσκεται η έσχατη πτυχή της ύπαρξης. Προσπαθώ να διατηρήσω την ισορροπία μου σε αυτά τα εκπληκτικά βάθη, όπου οι σκιές διαρκώς μετασχηματίζονται σε εφιάλτες και η πραγματικότητα αποκτά αμφίβολες προοπτικές.
Με παρακινδυνευμένο βήμα περπατώ σε αυτήν την επικίνδυνη απόκρημνη έκταση, όπου τα πεπρωμένα συγκλίνουν και ανατρέπονται χωρίς καμία συμπόνια. Οι παλιές αναμνήσεις μου αγγίζουν την επιφάνεια μου σαν πνιγηρές μαρτυρίες του παρελθόντος που ποτέ δεν επιθυμούσα να αντικρίσω. Καθώς προχωρώ, αποκαλύπτονται απόκοσμες και ασυνάρτητες εικόνες, σαν ξεχαρβαλωμένα όνειρα. Η διάνοια αντιμετωπίζει την ανεξέλεγκτη πραγματικότητα.
Το φως είναι ανύπαρκτο εδώ, αντικατασταθμίζοντας τον αινιγματικό ήχο μιας αδιάκοπης συμφωνίας λυγκών. Μέσα σε αυτήν τη σκοτεινή αρμονία, ακούγονται αιφνίδια ανάσες, σαν εκκωφαντικοί λόγοι αιώνιας απελπισίας που επιδιώκει να βρει έκφραση.
Συνεχίζω να περπατώ, αδιάκοπα, εμβαθύνοντας σε αυτόν τον υπνωτικό λαβύρινθο, αφήνοντας πίσω μου κάθε πιθανότητα απόδρασης. Καθώς ο χρόνος διαλύει την υποστήριξη της πραγματικότητας, γίνομαι μάρτυρας της συρρίκνωσης του εαυτού μου σε έναν πυκνό κόμπο αμφιβολιών και τρόμων.
Εδώ κυριαρχεί η απόλυτη εγκατάλειψη, ο ψυχικός αφανισμός, και η αναπόφευκτη υποχώρηση στο ανέκφραστο. Και ενώ περπατώ μέσα στο μαύρο, αντιλαμβάνομαι πως αυτός ο κόσμος δεν είναι παρά η σκοτεινή αντανάκλαση της δικής μου σάρκας και ψυχής, μια συνώνυμη πραγματικότητα που υφίσταται κάτω από το βάρος της ασήμαντης ύπαρξης μου.
Οι σκέψεις μου διαλυμένες σε σύννεφα, πλανώνται ανάμεσα στις αστραφτερές αντιφάσεις του τοπίου. Οι παλμοί της ανασφάλειας διαταράσσουν την αίσθηση μου, καθιστώντας την ύπαρξή μου άχρηστη, ένα ανεπιθύμητο βάρος που φέρνει παράνοια στο μυαλό.
Καθώς βαδίζω μέσα από την πυκνή ομίχλη, οι σκιές που περιτριγυρίζουν το μονοπάτι αποκτούν ζωή. Είναι όνειρα και φόβοι που δεν έχουν χώρο για αποδόμηση. Στο βάθος του ορίζοντα, φαίνεται μια ακτίνα ελπίδας, ένα φως που διαπρέπει ανάμεσα στις σκοτεινές στιγμές. Και όμως, ακόμα και αυτή η λεπτή ακτίνα φωτός φαίνεται ως μια φάρσα της πραγματικότητας, μια ψευδαίσθηση που επιδιώκει να διασκορπίσει τις πιο σκοτεινές σκέψεις μου.
Το μονοπάτι συνεχίζεται, κυλώντας μες στην αόρατη ασυνέχεια του. Και καθώς προχωρώ, η αίσθηση του χρόνου εξαφανίζεται, αντικαθιστώντας τον με μια αιώνια τριβή μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Είναι ένας χορός των σκιών και των φαντασμάτων, μια αναπόφευκτη πορεία στην απέραντη απώλεια.
Καθώς φτάνω στο τέλος του μονοπατιού, το τοπίο διαλύεται σε μια αφηρημένη ανάμνηση, ένα αίνιγμα που ποτέ δεν είχε λύση. Εγώ, ένα ανύπαρκτο όνειρο σε ένα ανύπαρκτο τοπίο, παραδίδομαι στην αμείλικτη ανεξέλεγκτη πορεία του χρόνου και του κενού. Κι ενώ η νύχτα απλώνει τα φτερά της πάνω από το χάσμα, αφήνω πίσω μου τις σκιές και τους φόβους, γίνομαι μέρος αυτής της απόλυτης απόδοσης, που είναι τόσο ζωντανή όσο και ανείπωτη.
*
Μέσα από το πέπλο της νύχτας, αντίκρισα ξαφνικά μια παράξενη σκιά να διαγράφεται στον ορίζοντα. Πλησίασα περισσότερο. Ανακάλυψα τη μορφή ενός πελώριου Λύγκα, με υφή διαφανούς σκιάς και σιωπηλό βλέμμα που φαινόταν να διεισδύει στην καρδιά μου. Ένα πνεύμα από άλλο κόσμο, μια αινιγματική παρουσία.
Η φωνή του ακούστηκε σαν χαρτί σε ανεμιστήρα ψιθυρίζοντας μια παράλογη συζήτηση με τον αέρα. «Τι τρομερή τύχη να με βρείτε εδώ,» είπε, εκφράζοντας μια περίεργη χαρά. «Σκεφτόμουν να σας καλωσορίσω σε μια γαλλική ταβέρνα, αλλά φαίνεται πως βρισκόμαστε ήδη σε ένα ανεξερεύνητο εστιατόριο του πνεύματος.»
Η ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα μου, καθώς ακολούθησα την παράξενη οντότητα. Βρεθήκαμε κάτω από μια αψίδα, η σκιά της οποίας δημιούργησε ένα απόκοσμο τραπέζι, φέρνοντας στη μνήμη τις εικόνες των παράξενων γεύσεων και τα αρώματα που ακολούθησαν.
«Η γαλλική κουζίνα,» είπε ο Λύγκας με απολαυστική αινιγματικότητα, «είναι σαν τη ζωή. Γεμάτη γεύσεις και συναισθήματα που αλλάζουν όπως ο καιρός. Ένα εναλλακτικό μείγμα από γοητεία και μελαγχολία.»
Καθώς άφηνα να εισχωρήσει μέσα μου το νόημα των λόγων του, τόνισε, «Και μιλώντας για μελαγχολία, βρισκόμαστε σε έναν τόπο που αποτελεί την αποχέτευση του παρελθόντος και του μέλλοντος. Ένας τόπος που συνεπάγεται την έννοια της μοναξιάς και της αμείλικτης εκδίκησης του χρόνου.»
Στα βάθη της νύχτας, οι λόγοι μας συνέχιζαν να χορεύουν στον αέρα, σαν αριθμητικές νότες ενός μελαγχολικού τραγουδιού. «Μελαγχολία σημαίνει το εξής: η ψυχή μας να αναζητά την αλήθεια, ακόμα και αν αυτή η αλήθεια είναι πικρή,» συνέχισε ο Λύγκας. «Είναι η αντίληψή μας για το πέρασμα του χρόνου και η αντίσταση μας στην αναπόφευκτη αλλαγή.»
Οι λέξεις του αντηχούσαν στα αυτιά μου. «Και όμως, είναι αυτή η μελαγχολία που μας καθιστά ανθρώπους, που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την ουσία της ζωής και της ύπαρξης.»
Η συζήτησή μας κατέβαινε σε μια βαθύτερη σφαίρα. Άρχισα να αισθάνομαι μια διαφορετική μορφή επικοινωνίας με τον Λύγκα, μια μορφή που υπερβαίνει τα λόγια και αγγίζει τις καρδιές. Βρήκα τον εαυτό μου να είναι παραδομένος σε μια βαθύτερη σύνδεση με τον απέραντο κόσμο του χάσματος.
Ο Λύγκας κοίταξε βαθιά μέσα μου, σαν να διάβαζε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. «Η μελαγχολία είναι το χρώμα που δίνει νόημα στον πίνακα της ζωής μας,» λέει τελικά. «Και είναι μέσα από αυτό το σκοτάδι που μπορούμε να δούμε το φως.»
Στεκόταν εκεί, με τον σιωπηλό και μυστηριώδη τρόπο που τον διέκρινε. Οι σκέψεις μου ακόμα περιστρέφονταν γύρω από τα λόγια του.
«Έχω μια περίεργη επιθυμία,» είπε με ένα χαμόγελο που φώτισε την ατμόσφαιρα. «Θα ήθελα να μου χαρίσετε ένα από τα πόδια σας, για να μαγειρέψω ταρτάρ.»
Τα λόγια του έπεσαν στο κενό για ένα δευτερόλεπτο, καθώς προσπαθούσα να επεξεργαστώ το αίτημα του. Ήταν παράξενο και σοκαριστικό, αλλά ταυτόχρονα αντικατόπτριζε την αλλοτριωμένη φύση του χάσματος.
Διαβάζοντας τις σκέψεις μου, συνέχισε, «Μην ανησυχείτε, φίλε μου. Δε θα σας προξενήσει πόνο. Θα είναι μια εμπειρία που θα ενισχύσει την κατανόησή σας για τη φύση της ύπαρξης και της τέχνης.»
Η πρόταση του εξακολουθούσε να αιφνιδιάζει και να αναστατώνει τη σκέψη μου. Αλλά καθώς τον κοιτούσα, αντιλήφθηκα ότι ο Λύγκας εννοούσε κάτι πολύ βαθύτερο από την επιφανειακή σημασία του αιτήματός του. Κι ενώ ανατρίχιαζα από τη σκέψη του να αποχωριστώ ένα μέρος του εαυτού μου, κατανόησα ότι αυτό ήταν ένα βήμα προς την αποδοχή της μοναδικότητας και της προσωπικής εμπειρίας μου.
Με μια περίεργη αίσθηση αφοσίωσης, αποφάσισα να συναινέσω στο αίτημά του. «Κάντε το,» είπα, αισθανόμενος μια αναμενόμενη συνδεσιμότητα με το χάσμα και τη μοναδική του φύση.
Ξεκίνησε να παίρνει το πόδι με προσοχή, σαν να κρατούσε πολύτιμο αντικείμενο. Με λεπτές κινήσεις άρχισε να το κόβει σε λεπτές φέτες. Η κίνησή του ήταν αργή, σχεδόν μεστή, καθώς εκφράζονταν η αφοσίωσή του στη διαδικασία. Κάθε κομμάτι αποκτούσε ένα μοναδικό σχήμα και προσωπικότητα, σαν να ήταν ένας μικρός κόσμος.
Καθώς ετοιμαζόταν, ο Λύγκας πρόσθετε διάφορα συστατικά που αναδεικνύουν την ποικιλία των συναισθημάτων και των εμπειριών που αναμειγνύονται στο τίποτα. Μυρωδιές από διάφορα μπαχαρικά, φρέσκα βότανα και αρωματικά εκχυλίσματα προστίθεντο σε μια συμφωνία γεύσεων που αντικατόπτριζε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής.
Η ατμόσφαιρα γέμισε με αρώματα που έφεραν στο νου εικόνες και αναμνήσεις, όλες αποτυπωμένες σε αυτό το μοναδικό φαγητό. Ήταν σαν να ζούσα όχι μόνο τη δική μου ιστορία, αλλά και τις ιστορίες των άλλων, όλες συνδεδεμένες ι την περίπλοκη πραγματικότητά του κενού.
Τελικά, μετά από προσεκτική προετοιμασία, το πόδι απέκτησε νέα μορφή, μια μορφή τέχνης που εκτελούταν μέσα από τη μαγεία της μαγειρικής. Ο Λύγκας με κοίταξε με ένα αισθησιακό χαμόγελο, σαν να ήξερε ότι αυτή η διαδικασία είχε ένα βαθύτερο νόημα από το απλό μαγείρεμα.
Παρουσίασε το πιάτο με το τελικό αποτέλεσμα μπροστά μου. Μια αίσθηση ενότητας με κατέκλυσε. Είχαμε βυθιστεί σε έναν παράξενο χρόνο, όπου η στιγμή διαρκούσε αιώνες. Κάθε φορά που το ταρτάρ άγγιζε τα χείλη, ανάβλυζαν αναμνήσεις, σκέψεις και συναισθήματα από τα βάθη της ψυχής μας. Το δείπνο γινόταν μια τελετή, μια αναζήτηση του εαυτού μας. Κάθε μπουκιά, εισχωρούσε στην ψυχή μου σαν εμπειρία που ξεπερνούσε την απλή γευστική αίσθηση.
Κοίταξα το κενό πιάτο με το τελείως εξαντλημένο ταρτάρ. Αισθάνθηκα την αποδοχή, τη μελαγχολία και την ανανέωση να συνθέτουν μια αντίφαση που με καθήλωσε. Το φαγητό αυτό, που πλέον υπήρχε μόνο ως μια αφηγηματική ανάμνηση, αντιπροσώπευε την πολυπλοκότητα της ζωής.
Άφησα τον Λύγκα πίσω και συνέχισα. Ήμουν γεμάτος με μια αίσθηση αποκάλυψης. Το ταρτάρ μπορεί να ήταν απλά ένα πιάτο, αλλά στο χάσμα διαδραματίστηκε μια εμπειρία που αποτύπωσε τη μαγευτική φύση της ύπαρξης.

Bones of Frost

There is a realm of ice and fire, where twilight meets dawn,
A fierce Valkyrie comes forth, in armor like the winter morn.
Her breastplate, thick fur of the Arctic wind,
Her helmet adorned with mammoth bones,
A warrior disciplined.

Skies ablaze with Northern Lights, her presence marked by stars,
She rode the stormy currents, heralding closing wars.
The master of hostility, a foe with a golden sword in hand,
A clash of destinies, across the hazel tree’s expanse.

The hazel tree, ancient and wise, bound fates in its roots,
Every warrior, every soul, is woven into fate’s pursuits.
Beneath its branches, the line of affinity found,
A power to awaken, to rise from sacred ground.

With a touch of the crest, the dead bears stirred,
An army of spirits, with vengeance interred.
They marched beside the Valkyrie, fierce and untamed,
A spectral legion, the world forever changed.

The ghost of the world, after Ragnarök’s descent,
A violent storm of battles, an unprecedented event.
The Valkyrie endured, her blade and bones aglow,
A beacon of resilience in the outcome’s shadow.

Against the denizens of war, with golden sword agleam,
They clashed like colossuses in an ethereal dream.
The hazel tree trembled, its radicals entwined,
As circumstances rose, the fate of all combined.

In the echoes of battle, where swords met the cold,
The Valkyrie’s valor, a tale forever told.
For even in defeat, her spirit held the line,
A guardian of realms, in the ghostly design.

As twilight faded into the world’s rebirth,
The hazel tree whispered secrets to the earth.
A saga concluded, yet the story lives,
In the altar of the Valkyrie, eternity forgives.

Το Αίμα που Πατάμε

Μπορώ να απολαύσω έναν πασίγνωστο πίνακα, γνωρίζοντας πως ο ζωγράφος του κακοποιούσε ανήλικες γυναίκες; Μπορώ να φορέσω τα οικονομικά ρούχα τα οποία συναρμολογήθηκαν σε ένα τοξικό υπόγειο με παιδική εργασία; Μπορώ να αγοράσω ένα πλαστικό μπουκάλι με νερό για να πιω; Μπορώ απολαύσω μία εξαιρετική ταινία γνωρίζοντας ότι η παραγωγή διαρκώς τρομοκρατούσε και κακομεταχειριζόταν τους ηθοποιούς; Μπορώ να ψωνίσω στο νέο, φανταχτερό κατάστημα γνωρίζοντας πως το κτίριο που ήταν εκεί γκρεμίστηκε, οκτώ οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, ώστε να αντικατασταθούν με airbnb και μια αλυσίδα ηλεκτρονικών ειδών; Μπορώ να χρησιμοποιήσω το αυτοκίνητο μου, γιατί έχω βαρεθεί να περιμένω μία ώρα το αστικό καθημερινά; Μπορώ να φάω κρέας; Αβοκάντο; Σοκολάτα; Να πιω καφέ; Ποιο αίμα χύθηκε για να έχω εγώ αυτή τη στιγμή;

Η μοντέρνα ύπαρξη τυραννιέται διαρκώς με παρόμοια ηθικά διλήμματα, τα οποία ακροβατούν στα όρια της προσωπικής επιλογής και της εγγενούς αδικίας του συστήματος. Και είναι απαραίτητο να στοχάζεται κανείς αναλόγως, διότι αυτά τα διλήμματα προσκαλούν την κριτική εξέταση των κοινωνικών δομών που διαιωνίζουν την εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Η κινηματογραφική βιομηχανία, όπως και πολλές άλλες, κρύβει ένα σκοτεινό υπόβαθρο κακοποίησης. Το να παρακολουθείς μια ταινία σημαίνει να υποστηρίζεις έμμεσα μια βιομηχανία που μπορεί να εκμεταλλεύεται τους ερμηνευτές της.

Το gentrification των γειτονιών συνοδεύει την άνοδο των μοντέρνων καταστημάτων και των ακριβών διαμερισμάτων που μόνο μία «εκλεκτή» μερίδα του πληθυσμού μπορεί να καλύψει. Προκαλεί τον εκτοπισμό των κοινοτήτων για χάρη της αστικής ανάπτυξης, αποτρέποντας βιώσιμες, κοινοτοποκεντρικές εναλλακτικές που αντιστέκονται στην εταιρική εισβολή, και δίνει προτεραιότητα στα κέρδη έναντι των ανθρώπων.

Τα ρούχα σε προσιτές τιμές κρύβουν τα βάσανα εκείνων που τα παράγουν. Αποτρέπουν δίκαιες εργασιακές πρακτικές, την υποστήριξη στους ντόπιους τεχνίτες και ενισχύουν τους εκμεταλλευτικούς κανόνες της βιομηχανίας.

Η απόφαση να οδηγήσετε το Ι.Χ. στη δουλειά, περιλαμβάνει συνδυασμό περιβαλλοντικών επιπτώσεων και ανισοτήτων στους πόρους που συνδέονται με την προσωπική μεταφορά.

Ουσιαστικά, είναι καλό κάποιος να επιδιώκει, όχι μόνο να θέσει αυτά τα ερωτήματα, αλλά να εμπνεύσει δράσεις που αμφισβητούν τα καταπιεστικά συστήματα, προάγουν την αλληλεγγύη και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πιο δίκαιου και ανθρώπινου κόσμου.

Είναι όμως ανέφικτη η διαρκής εξέταση της κάθε επιλογής. Είναι αδύνατη η ηθική πρακτική σε ένα ανήθικο σύστημα. Γεννιόμαστε στην ενοχή. Το ψυχολογικό κόστος αυτού του στοχασμού, είναι αβάσταχτο, και η μόνη άμυνα για να μην καταρρεύσει το άτομο, είναι η ανάπτυξη σημαντικών ποσοστών απάθειας και η μερική νέκρωση της ενσυναίσθησης. Δηλαδή, μία ακόμη χάλια επιλογή.

Από τη μία πλευρά, το να έχεις την επιλογή να αναγνωρίσεις αυτές τις οδυνηρές πραγματικότητες είναι προνόμιο και είναι σημαντικό να αναγνωρίσεις πως κατέχεις αυτό το προνόμιο. Από την άλλη, δεν πρέπει να υποκύψεις στην ενοχή της κάθε επιλογής. Η προσπάθεια για τελειότητα είναι αντιπαραγωγική. Το κλειδί είναι να κάνουμε ό,τι μπορούμε. Είναι πολύ πιο εποικοδομητικό από το να τα παρατάμε και να μην κάνουμε τίποτα απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούμε να επιτύχουμε την τελειότητα. Το να νιώθεις συνεχώς ενοχές για κάθε πτυχή της ζωής δεν ωφελεί κανέναν.

Αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται σε μια εποχή μηχανών αναζήτησης, blogs, μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιστοσελίδες που προσφέρουν καταιγισμό από επικεφαλίδες τραγωδιών. Θέλοντας και μη, όλοι μας πρόσφατα έχουμε μπει στο λαγούμι της κριτικής ανάλυσης, εκθέτοντας τους εαυτούς μας σε ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων από ό,τι είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Και η ποσότητα αυτής της έκθεσης αυξάνεται ραγδαία, με ρυθμούς τρομακτικά απρόβλεπτους για την ανθρώπινη ψυχολογία. Αναπόφευκτα, το βάρος αυτών των ανησυχιών μας θα συνεχίσει να μας επηρεάζει, και για αυτό, χρειάζεται μία προοπτική που να προσφέρει μια πιο ισορροπημένη και βιώσιμη προσέγγιση.

Δεδομένων των εγγενών ελαττωμάτων στην ανθρώπινη φύση, ιδιαίτερα της επικράτησης της απληστίας, είναι απίθανο οποιαδήποτε πτυχή του κόσμου να παραμείνει αμόλυντη από το κακό. Κάποια άτομα, τείνουν να αποφεύγουν τα προϊόντα που φέρουν την ετικέτα ότι κατασκευάζονται στην Κίνα ή μοιάζουν με φθηνές απομιμήσεις, λόγω ανησυχιών σχετικά με πιθανές συνδέσεις με τα κακόφημα sweatshops. Ωστόσο, ακόμη και οι «εξέχουσες» μάρκες εφαρμόζουν τέτοιες πρακτικές. Η πλοήγηση σε αυτήν την πραγματικότητα μπορεί να είναι συντριπτική.

Πρόσφατα έπεσα πάνω σε ένα άρθρο που ανέφερε ότι τα άτομα που εργάζονται σε αυτά τα μαγαζιά εξακολουθούν να αγοράζουν τα φθηνά είδη που οι ίδιοι παράγουν. Οι ντόπιοι εξήγησαν ότι η οικονομική προσιτότητα καθορίζει τις επιλογές τους και η αποχή από την κατανάλωση δε θα διαλύσει το σύστημα. Το άρθρο τόνιζε την επιρροή του χρήματος στη διαιώνιση της καπιταλιστικής δομής. Ενώ η επιλογή του πού θα ξοδέψετε χρήματα μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση άνεσης, τα πραγματικά ζητήματα βρίσκονται σε συστημικό επίπεδο πέρα από την ατομική εμβέλεια.

Φυσικά, αν μου δοθεί η επιλογή, θα προτιμούσα να διαθέσω τα χρήματά μου σε εταιρείες που ευθυγραμμίζονται με τις αξίες μου και είμαι πρόθυμος να μποϊκοτάρω όσους υποστηρίζουν απαράδεκτες πρακτικές. Ωστόσο, αποφεύγω να τρέφω μια αίσθηση ανωτερότητας σχετικά με αυτό, αναγνωρίζοντας ότι το θέμα είναι πιο λεπτό και πολύπλοκο από το να τρώει κάποιος κινόα και να οδηγεί ηλεκτρικό αυτοκίνητο.

Αυτή η προοπτική επεκτείνεται στην ιδέα της ηθικής καθαρότητας, όπου η ιδέα ότι δεν μπορεί κανείς να απολαύσει κάτι λόγω της αντιληπτής προβληματικής φύσης του γίνεται ανόητη. Η πραγματικότητα είναι ότι τίποτα δεν είναι εντελώς καθαρό. Κάθε πτυχή της καθημερινότητας μας έχει τα ελαττώματά της έπειτα από προσεκτικότερη εξέταση. Σε όλη την ιστορία των ελαττωματικών ανθρώπινων κοινωνιών, αναγκαζόμασταν να πλοηγηθούμε στις καλύτερες διαθέσιμες επιλογές. Αν και είναι αξιέπαινο να υποστηρίζεις εκείνους που συνεισφέρουν θετικά, είναι εξίσου σημαντικό να μην επικρίνεις τον εαυτό σου επειδή υστερεί σε ένα ανέφικτο ιδανικό.

Η προσπάθεια διατήρησης ενός τέτοιου ιδανικού, πέρα από την αντιπαραγωγική της φύση, μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική δυστυχία, προκαλώντας το άτομο να εξαντληθεί ηθικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά, και να σταματήσει τις προσπάθειες εντελώς, καταλήγοντας σε μια μη παραγωγική, απογοητευμένη οντότητα που οδηγείται από έναν ανεξέλεγκτο, σπαραξικάρδιο πεσιμισμό. Η πραγματοποίηση της αλλαγής στον κόσμο απαιτεί δέσμευση και πράξη, και όχι ξεκάθαρη άρνηση συμμετοχής.

Θα κλείσω με μερικές συμβουλές.

  • Σβήσε τις εφαρμογές που σου παρέχουν οργή και θλίψη σε καθημερινό επίπεδο, ή έστω ελάττωσε την έκθεση σου σε αυτές. Εναλλακτικά, βγες μια βόλτα στη φύση, κάνε λίγη γυμναστική, ή πάρε τηλέφωνο ένα αγαπημένο σου πρόσωπο.
  • Δεν είναι δική σου δουλειά να μορφώσεις τον ξάδερφο της κουνιάδας του γαμπρού της θείας σου, στον φεϊσμπουκικό του τοίχο, επειδή είπε κάτι τρομερά προβληματικό για πρόσφυγες/γυναίκες/ΛΟΑΤΚΙ+/άστεγους/ζώα. Κάπου στο δέκατο σχόλιο, του έχεις χαρίσει την ψυχική σου ηρεμία και την αναγνώριση της βδελυγματικής του άποψης, πολύ περισσότερα από όσα χρειάζεται για να νιώσει πως κέρδισε.
  • Ίσως να μη χρειάζεται να συναναστρέφεσαι με «ακτιβιστές,» των οποίων η δράση να στηρίζεται στο να δημιουργούν τύψεις σε όποιο άτομο δεν ανταποκρίνεται στα αμφιλεγόμενα, ηθικά τους ιδανικά. Εναλλακτικά, δοκίμασε να αναζητήσεις δράσεις με απτές ενέργειες προς την κατεύθυνση που θεωρείς σωστή.
  • Είσαι άνθρωπος και έχεις όρια. Σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεσαι για την παγκόσμια αδικία, και σε καμία περίπτωση δεν μπορείς μόνος να τη διορθώσεις. Η ουτοπία μπορεί να προκύψει μόνο συλλογικά, μέσα από τα κοινά.
  • Κρίνε τον εαυτό σου, όπως θα έκρινες έναν φίλο σου που αγαπάς, εκτιμάς και σέβεσαι. Εκτός αν φέρεσαι μαλακισμένα στους φίλους σου, οπότε ξεκίνα να δουλεύεις από αυτό.
  • Πιες νερό, ακόμα και είναι από πλαστικό μπουκάλι. Θυμήσου, ότι αυτή τη στιγμή κάποιος δισεκατομμυριούχος που παρτάρει με ανήλικα παιδιά στο ιδιωτικό mega-yacht του, παράγει πολλαπλάσια μόλυνση στο περιβάλλον από όλα τα πλαστικά μπουκάλια που χρησιμοποιούνται εκείνο το χρονικό διάστημα σε όλη τη χώρα σου. Προσευχήσου στην πανίσχυρη θεά της άγριας θάλασσας, να στείλει τις πιστές, μεγαλειώδεις όρκες της να το βυθίσουν, παραδίδοντας την αποτρόπαια ύπαρξη του στη στυγνή εκδίκηση των ταραγμένων νερών της. Επιτρέπεται να νιώσεις καλά με αυτό.