I would die for you

Would you prioritize yourself for me?
Would you pause and care for what’s yours?
For one brief moment?
Through winter or through spring?
Could you do it for a whole year?
You’re drowning in the undertow
of your own relentless thoughts.

“I would die for you,”
That’s what you say
when the darkness wraps around
like a suffocating shroud,
and the weight of living
feels like an anchor on your chest.

The mirror reflects a stranger,
a version of you, you cannot comprehend.
Scars, both seen and unseen,
tell stories of struggles drowned
in the waters of your mind.

“I would die for you,”
but what does that really mean?
In the quiet moments between breaths,
I grapple with the contradiction
of wanting to disappear
and craving a life unburdened.

The night bears perplexities,
whispers promises of quietude,
but morning breaks with an inexorable sun,
and you’re left with the echoes
of a combat fought within yourself.

“I would die for you,”
a desperate plea to an obscure presence.
Yet, here you are, still breathing,
trapped in the paradox
of loving life and hating it,
of yearning for connection
while pushing everyone away.

Would you take a break for me?
I would also die for you,
but first, we must learn to live
within the perverted patches
of our own adventuresome existence.

Armor’s Tale

A forgotten suit of armor slumbers,
Adorned with tales in the language of time.

Thorns embrace the steel,
Scars.

Roses, with petals of fragile elegance,
Weave through the gaps.

A relic of valor,
Now a silent sentinel of solitude,
Guardian of yesteryears,
When battles roared.

Echoes linger in the rusted joints,
It wears its wounds with grace.

Thorns, now comrades in silence,
Speak of sacrifices made in the name of honor.

Symbols of love, bloom amidst the scars,
Beauty amid the harsh.

In the quiet meadow,
Where memories linger,
A requiem for the warrior,
An armor’s whisper.

Πλοκάμα Σούτρα

Στα στυγερά βάθη της κοσμικής αβύσσου, εκεί όπου το σκοτάδι εκτείνει τα μελανά του δάχτυλα στις ανακατευθύνσεις της αιωνιότητας, ανάμεσα στους ονειρικούς υφάλους του κενού, κρύβονται τα εύκαμπτα μέλη που τροφοδοτούν τη θνητή κατανόηση. Αντεστραμμένες και παραμορφωμένες ψυχές λογαριάζουν τη σύνεση, ως ακατανόητες οντότητες που πλέκονται στην ύφανση της τρέλας. Μια ιστορία που ξετυλίγεται σαν το μαύρο καλώδιο της αβύσσου, εκεί, όπου οι σφαίρες του χρόνου είναι απρόβλεπτες και οι διαστάσεις συναντιούνται στο σημείο που ένα παράδοξο ημίφως συναντά το γελοίο. Ακτίνες από άγνωστες αστρονομικές οντότητες φωτίζουν τον χώρο με μια αβέβαιη λάμψη, σαν αγνοούμενες αλήθειες που παίζουν κρυφτό στο σκοτάδι.

Σε μια παραδοξολογία των σκοτεινών πτυχών της ανθρώπινης ψυχής τα όνειρα και οι σκέψεις πλέκονται με τα νήματα της παράνοιας. Ένα γέλιο ακούγεται σαν απόκρυφος ψίθυρος, μια απόπειρα των ανεξήγητων να επικοινωνήσουν με τον ανθρώπινο νου. Οι αφηγήσεις σμίγουν σε μια αχανή εμπειρία, όπου η αλήθεια και η πλάκα συναντώνται.

Ο μάγος, με το πανωφόρι από σταφύλια, εισέρχεται κρατώντας έναν αρχαίο λαμπτήρα. Το άρωμα του γεμίζει τον αέρα ανασυγκροτώντας μνήμες και μυστικά, και το απαγορευμένο φως καλεί τις σκιές να ζωντανέψουν. Τα χρώματα του αντανακλούν τη σύνθεση των ονείρων και των εφιαλτών, ενώ το άρωμα του σταφυλιού ενδύει τον αέρα με μια επικίνδυνη γλυκύτητα. Ανοίγει έναν αρχαίο τόμο και τα γράμματα, σαν δαιμονικές οντότητες, ξεπηδούν από τις σελίδες και παίζουν ένα παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ψέμα. Το χέρι του κινείται πάνω από τις σελίδες και ο τρόμος αποκαλύπτει γυμνές αλήθειες, πλάσματα από τις σκιές της λήθης.

Γελάει, και το γέλιο του τον αδειάζει από χρώματα, όρια, και υπόσταση. Γελάει ο φύλακας των αντιφάσεων, και ο λαμπτήρας του απορροφά κάθε τι πραγματικό στο απειροστό φως του, αυτό της αιωνιότητας.

Κάπως, η σιλουέτα αρχίζει να λέει τον μονόλογο της, με μια αινιγματική ανατροφοδότηση που κινεί τα χείλη μου. Οι λέξεις που ρέουν δημιουργούν εικόνες στο μυαλό μου.

«Στα βάθη του χρόνου,» λέει, «υπάρχουν αλήθειες που παραμένουν ανεξήγητες και γέλια που σβήνουν στο σκοτάδι.»

Οι δαίμονες με περικυκλώνουν. «Οι σκιές είναι ο αντίκτυπος των αντιφάσεων που κινούνται μέσα σε μας,» συνεχίζει, «και η παρωδία είναι η γλώσσα που μιλά στην αινιγματική ψυχή μας.»

Και ιδού, τα λόγια αποκτούν βάρος, μετατρέποντας το κενό σε ένα πεδίο άπειρης δημιουργίας. Ο προφήτης της αντίφασης συνεχίζει να αφηγείται, ενώ τα μάτια μου παρακολουθούν τον αέρα γεμάτο από φωτεινά γράμματα και περίεργες σκιές. Ο μάγος, αποτελώντας τον ιερό διαμεσολαβητή της παράνοιας, σηκώνει τον λαμπτήρα προς το άγνωστο, φωτίζοντας την αλήθεια και τον τρόμο σε κάθε γωνιά του διαστρικού χώρου.

«Στη σκιά του κενού,» λέει η σιλουέτα με μια αινιγματική κίνηση των χειλιών μου, «η γελοιότητα ανατρέπει τις προσδοκίες και ο τρόμος συγχωνεύεται με τη διανόηση.» Ενώ οι λέξεις αντηχούν σε μια μελωδία του παράλογου, ο κυκεώνας των σκιών γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκος.

Ο μάγος καταλαβαίνει ότι είναι η ώρα να αποκαλύψει τον πυλώνα των αντιφάσεων. «Στην ουσία της ανοησίας,» λέει, «υπάρχει η εκτίμηση της απροσδόκητης ομορφιάς, ενώ το δέος είναι ο καθρέφτης της αλήθειας που δεν μπορούμε να αντικρίσουμε.» Καθώς λέει αυτές τις λέξεις, ο λαμπτήρας εκπέμπει ένα έντονο φως, χαρίζοντας στον χώρο μια αύρα σαν χειμερινή πανσέληνος. Ο μονόλογος, οι σκιές, η σιλουέτα, όλα συντελούν σε ένα θέαμα που αναδίδει την έκπληξη της αδιανόητης ύπαρξης.

Κάθε σημείο, κάθε καμπύλη, είναι μια πύλη που οδηγεί σε απόκρυφες πόλεις. Κάθε βήμα μας είναι ένα ταξίδι προς την ουσία. Οι σκιές ενσωματώνονται σε μια στιγμή του χρόνου και κυνηγούν το φως των πολυάριθμων αστραπών που προκύπτουν από κάθε πόρτα. Η πόλη του παραδόξου αντηχεί. Κάθε στιγμή είναι μια συναίνεση στο άγνωστο. Με το άγνωστο. Κάθε πύλη που διασχίζεται αφήνει πίσω της μια ιστορία. Κάθε πόλη είναι ο πίνακας πάνω στον οποίο ζωγραφίζουμε τα όνειρα μας.

Στα όρια του μοριακού γίγνεσθαι γράφεται ένα κείμενο, απόκρυφο και εντυπωσιακό, που εξουσιάζει τις ανύποπτες ψυχές. Οι λέξεις γίνονται εργαλείο και το κείμενο είναι ο χάρτης για τον πολυδιάστατο χώρο της ύπαρξης. Συνειδήσεις συνθλίβονται και επαναπροσδιορίζονται. Στις γραμμές υπάρχει ένα σύμπαν που αναμένει να ανακαλυφθεί, ένα βάθος που κατοικείται από σκιώδεις Σφίγγες. Αυτά τα μοναδικά πλάσματα αποτελούνται από ασύγκριτες σκιές και φωτεινά περάσματα που δημιουργούν έναν αψεγάδιαστο συνδυασμό του σκότους και της λάμψης.

Έχουν σώμα από ατέλειωτα κύματα πίσσας που στροβιλίζουν. Κάθε κίνηση τους προκαλεί αντανακλάσεις φωτός και αφήνει πίσω ένα ιριδίζον ίχνος γεωμετρικών σχημάτων. Τα μάτια τους, αν υπάρχουν, φαίνονται να είναι σαν εκατομμύρια λαμπερά αστέρια που εκπέμπουν τον αρχέγονο κώδικα του χάους και της τάξης. Το φως και το σκοτάδι εναλλάσσονται σε μια χορογραφία ασυναίσθητων συναισθημάτων. Μέσα τους κουβαλούν το είδωλο της μεταφυσικής.

Στην αθέατη συνάντηση με τη μεταφυσική, σφυρίζει ένας παράξενος θρήνος. Κάθε σφυρηλατημένο σχήμα αφήνει πίσω του ένα σύμβολο που απευθύνεται σε αυτούς που έχουν το θάρρος να διαβούν τα όρια. Η σιλουέτα του μάγου αναδύεται από το πλήθος των σκιών, αποτελώντας τον αγγελιοφόρο της συνάντησης.

«Στον θρήνο αυτό,» λέει, «αντικρίζουμε την ουσία του μυστικισμού, έναν επικοινωνιακό κώδικα μεταξύ του ανθρώπινου και του απεριόριστου.»

Στην πιο ακραία γωνία του χωροχρόνου, ένα σάντουιτς αναδύεται, προμηνύοντας μια εκρηκτική εμπειρία. Οι γεύσεις στη γλώσσα μου ανατινάζονται σαν πυροτεχνήματα. Το ψωμί ανοίγει τον δρόμο για γαστρονομικά ταξίδια που δε γνωρίζουν περιορισμούς. Το κρέας λιώνει στη γλώσσα ενώ οι σάλτσες πλέκονται σαν αναπόδεικτες προτάσεις που διαμορφώνουν την ψυχή. Το τυρί, σε μια διαστροφή της φυσικής, κοιτάζει από το επέκεινα, αναπαριστώντας την ανυπόστατη γοητεία του γίγνεσθαι.

Καθώς δοκιμάζω κάθε καμπύλη, κάθε εκρηκτική γεύση, η αντίληψη μου επεκτείνεται σε αντιφάσεις των γεύσεων που αντηχούν στο απέραντο κενό, ενώ η ουσία της γαστρονομίας στροβιλίζει αόριστα στα ούλα μου. Ο χρόνος διαλύεται σε ανυπόστατες στιγμές γεύσης, καθώς αντιλαμβάνομαι πως αυτό το σάντουιτς δεν είναι απλώς μια γαστρονομική εμπειρία, αλλά μια επική περιπέτεια στα όρια της ψυχής. Στο τέλος, ο πόνος της ύπαρξης αντιμετωπίζεται με γαστρονομική αφθονία, καθώς η απόλαυση αναδύεται από τον πυθμένα της ατελειότητας. Στη διαστροφή του χωροχρόνου, εκεί όπου φυτρώνουν μαύρα ουράνια τόξα, αψηφώντας τη φυσική τάξη, εκεί όπου οι κεραυνοί χτυπούν με τη δύναμη της κοσμικής οργής, και αόρατα χέρια κατασπαράζουν την πραγματικότητα για να αποκαλύψουν τον αφόρητο πόνο της ύπαρξης, εκεί λοιπόν δοκίμασα το καλύτερο κλαμπ σάντουιτς του σύμπαντος.

Η τάση για ζωή επανακτίζεται. Στις σκοτεινές ρίζες του αστραπιαίου χάους, σπάνε τα δεσμά του χρόνου. Το πέπλο της αδιαφάνειας σηκώνεται, αφήνοντας τα μάτια μας να αντικρίσουν την απέραντη απόσταση του μυστηριώδους. Η πραγματικότητα, ανάμεσα στα δαιδαλώδη σύννεφα του χρόνου, αποκαλύπτεται σαν ένα αρχαίο χαρτογραφικό πρότυπο, στο οποίο οι λέξεις εξαφανίζονται και η γραφή μεταμορφώνεται σε πικάντικα πνεύματα που γαργαλούν τον ουρανίσκο.

Αόρατα χέρια προσπαθούν να σπάσουν τα δεσμά που κρατούν την κοσμική οργή. Τα βήματά μας ακολουθούν τον ρυθμό των αστραπών που διαταράσσουν την αιωνιότητα. Καθώς προχωρούμε βαθύτερα, ο χρόνος χάνει τη σημασία του, και οι μνήμες γίνονται μια άλλη διάσταση. Τα όνειρα συνυπάρχουν με την πραγματικότητα, δημιουργώντας έναν αναπόφευκτο παραλληλισμό μεταξύ των δύο κόσμων. Κάθε βήμα επεκτείνει το άγνωστο, ενώ οι σκιές περιτριγυρίζουν σαν ανθισμένα φύλλα σε ένα αλλόκοτο δάσος. Τα βήματα μας χάνονται στο χάος, και όσο προχωρούμε, η ελπίδα φθίνει. Ανάμεσα στον αέρα της απόγνωσης, θα πρέπει να διαλέξουμε ή τον θάνατο ή να γίνουμε και εμείς σαν του κανιβάλους.

Οι αντιφάσεις του καιρού αντικατοπτρίζουν το θηριώδες πρόσωπο της ματαιοδοξίας μας. Ο ήλιος, ο οποίος θα έπρεπε να είναι οδηγός, γίνεται μάρτυρας της πτώσης μας στην παγίδα των ίδιων μας των αδυναμιών. Η ζωή και ο θάνατος χαϊδεύονται ανάμεσα στις ξεραμένες καλαμιές. Οι κύκλοι του έρωτα γίνονται ένα με την απονιά. Τα λουλούδια ανθίζουν σε χώματα αναμονής για την παρακαταθήκη τους στον πεινασμένο χρόνο, ενώ οι άνεμοι φυσούν εξαγριωμένοι γύρω από το μέγαρο της αφάνειας.

Όταν η φυσική τάξη συναντά την ανθρώπινη αλαζονεία, οι συνέπειες είναι αδιαμφισβήτητες. Το θέαμα της αφύπνισης μας αντικατοπτρίζεται σε έναν καθρέφτη που σπάει, αναδεικνύοντας τις θρυμματισμένες εικόνες της αυταπάτης μας. Ο καιρός, παγιδευμένος σε μια καμπύλη παρακμής, περιφρονεί την προσπάθειά μας να διαμορφώσουμε τη σύνταξη του ίδιου του χρόνου.

Η υποταγή βρίσκει το τέλος της στον πόνο της καταστροφής, και η εξέγερση την αρχή της. Σε αυτήν τη στιγμή κρίσης τα ηχηρά κύματα από τις κραυγές της απογοήτευσης εξαπλώνονται, ανακοινώνοντας τη γέννηση ενός νέου χρόνου, που δεν είναι πλέον ο αφηγητής, αλλά ο σύμμαχος στο ζοφερό ταξίδι προς τον αφανισμό. Σε μια αχνή αντανάκλαση της αρχής και του τέλους, η υπέρβαση της αμαρτίας εκδηλώνεται σαν μυστικός χάρτης της απελευθέρωσης. Και οι ήχοι που δε γυρίζουν από τον Άδη γράφουν τη συμφωνία της αναγέννησης.

Νότες απαγορευμένου κώδικα καλούν τα φαντάσματα να αναστενάξουν. Οι αχόρταγοι πρεσβύτεροι του σκότους ωρύονται με ανατριχιαστικούς λυγμούς, ενώ το απαγορευμένο φως αναδεικνύει τα πρόσωπα των αθάνατων. Οι διαστροφές του χωροχρόνου γίνονται αφήγηση για τα παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα. Το πανδαιμόνιο εξαπλώνεται, οι αντιφάσεις διαλύονται, και οι φωνές των νεκρών ακούγονται από τις αναμνήσεις των ζωντανών. Χάνεται η συμβατική σειρά της αιτιότητας στον απαγορευμένο τόπο της αθανασίας,.

Αυτό που θέλουμε, λαχταριστέ μου συνάνθρωπε, είναι έναν ριζοσπαστικό επανασχεδιασμό της κοινωνίας, μακρυά από την τσιμεντένια ζούγκλα και κοντά σε χώρους αυθεντικής ανθρώπινης σύνδεσης και δημιουργίας. Σε αυτόν τον νέο κόσμο, οι άνθρωποι θα ανθίζουν σαν λουλούδια σε έναν κήπο μεταβαλλόμενων αξιών, ενώ οι σχέσεις θα αντλούν την υπόσταση τους από τα απαγορευμένα όνειρα της ευαλωτότητας και της ασφάλειας. Ας κτίσουμε αυτήν την ουτοπία, όπου η ελευθερία δε θα είναι απλά λέξη, αλλά καθημερινή εμπειρία.

Η απεριόριστη ελευθερία, η αντίσταση, και η υπέρβαση των σωματικών οργάνων ας γίνουν κοφτερό αστέρι που θα σχίσει αστραφτερά τον σκοτεινό ουρανό της ατομιστικής, δυαδικής, υλιστικής απελπισίας. Κάπου στην άβυσσο της εξαντλημένης ανθρώπινης ψυχής, η ανυποταξία δημιουργεί το απρόσμενο ποίημα του Είναι.

Η Χαμένη Τέχνη της Αναγέννησης

Η σκοτεινή αυγή ανατέλλει στις φλόγες της αναγέννησης,
Στο πεδίο του χρόνου, η εποχή εκ νέου αποχρωματίζει.
Εκεί όπου ο έρωτας ανθίζει, ανθίζει και η αντίσταση στη θνητότητα,
Εκεί, οι ριψοκίνδυνες καρδιές μας διασχίζουν τα μονοπάτια της αναστάτωσης.

Σε αμυδρές κοιλότητες της παλιάς πραγματικότητας,
Φυτρώνουν νέες αφηγήσεις, οράματα αποκαλύπτουν προορισμούς.
Οι σπίθες της αλλαγής ξεπηδούν από τον καπνό,
Οι ψυχές μας ανακαλύπτουν τη δύναμη μιας ανεκτίμητης εποχής.

Κοιτάμε προς τα πίσω, αλλά οι σκιές διαλύονται,
Η ελπίδα ζεσταίνει το δέρμα στο φως της ανανέωσης.
Ανάμεσα στα άνθη του κακού, η ανθεκτικότητα του έρωτα,
Κωδικοποιείται με ασύλληπτα σύμβολα, αστείρευτη και όμορφη.

Ο χρόνος επιμένει να αφηγείται τις ιστορίες μας,
Το άρωμα της ελπίδας συναντά τη γεύση των γλυκών χειλιών σου.
Στη μοίρα αυτή, όπου η μιζέρια κυριαρχεί,
Με σκελετωμένα δάχτυλα χαράσσουμε το μέλλον, αφηγούμενοι την αγάπη.

Σε κάθε καύσωνα, όπως οι εξατμισμένες σταγόνες που χορεύουν,
Η ορμή του Γίγνεσθαι μας ψιθυρίζει πως το τέλος είναι ένα νέο ξεκίνημα.
Ακόμα και αν ο φεγγίτης της δυσβάσταχτης μέρας σκεπάζει τον ουρανό,
Η αντοχή της ένωσης μας, εκπέμπει το φως που πάντα αναζητούσαμε.

Twilight Ink

Her lips, a twilight’s ink, brushstrokes on a canvas kissed by the night.

Whispers are woven into this smooth romance,
where silence becomes a visual trance.

Eyes, celestial orbs reflecting dreams,
A surrealistic journey through moonlit streams.

Midnight’s sonnet, cosmic ballet, defying the linear, the mundane fray.

Silhouette, an abstraction against space,
Shadows converse, tangled in the embrace.
A chiaroscuro of secrets, and an enciphered script,
where the commonplace loses its grip.

Moonlight, a spectral ink bleeding on alabaster skin.

Phantom verses etched on the tableau of the night,
A surreptitious language, a clandestine delight.

Experimental echoes,
a symphony beneath the breath,
In her embrace, I found eternal life,
escaping the clasp of death.

Creation Earned

Corridors fracture in creation’s realm,
Meaning morphs, and echoes overwhelm,
Sculpted poetries from shards of space and time,
Delirious diversion, a rhythm not in rhyme.

Metaphors shatter, like crystals on concrete,
In the twirling point, where chaos and order meet.
In the harmonic whispers of the fragmented thought,
Old deities emerge, in ambiguity sought.

Electric lights of words on canvases of void,
Creators, wanderers, in regions destroyed.
No linear path, no prescribed design,
Pathetic parts of meaning, entangled, intertwined.

I wield my blackened thought, a deconstructed sword,
Carving significance from conflict; it’s absurd.
Symbols expand, their meanings come unbound,
In the kaleidoscope of havoc, actuality is found.

But in this process of this eternal start,
I beg for satisfaction, tearing my soul apart.
All pain inflicted upon this body must be art,
A pact with the unknown, an ageless restart.

Each ache, a stroke; each tear, a verse,
The poet’s curse, a blessing so perverse.
In vessels of conception, suffering finds release,
Communion with daemons, where wounds and craft increase.

So, I bleed upon the parchment, an offering sublime,
For in the creative function, pain transcends all time.
Wounds turn to sentences, tearing my mind apart,
For in this expiring psyche, all pain must become art.

She used to be War

In the soft cadence
of her spoken verses,
I lost myself in the fragrance
of lyrical roses,
blinded by the radiance
of her prose.

Yet, unbeknownst to my gaze,
she carried the weight
of unspoken battles,
the echo of distant cannons
hidden in the chambers
of her spirited heart.

Her revolutions were not
in the twirl of galaxies,
but in the fierce storms
that brewed within her,
in the fire that raged
beneath the beauty.

I, enamored by the stars
in her eyes,
failed to see the wars
etched on her skin,
the scars of a warrior
disguised as a goddess.

In her, the universe collided—
a collision of contradictions,
a paradox of petals
and sword-blade thorns,
a terpsichore of beauty
and the silent revolutions
that birthed it.

Ιστορίες χωρίς λόγια

Ομολογίες ψιθυρίζουν στα διαμερίσματα του μυαλού μου,
Ακόμα διστάζω, ένας αφηγητής σιωπηλός, λόγια που μένουν πίσω.

Στο περίπλοκο δάσος των σκέψεων, χορεύουν γεγονότα,
Ωστόσο, το δάχτυλο διστάζει, παραλύει στην αχανή έκταση.

Οι χαρακτήρες ανυπομονούν να αποκαλυφθούν,
Οι ιστορίες τους ανείπωτες, σαν μυστικά στις σκιές.

Λείπει η γλώσσα να ζωγραφίσει τα ζωηρά τους χρώματα;
Ή φοβάμαι την ευαίσθητη έκθεση μιας ψυχής που αποκαλύπτεται;

Το πληκτρολόγιο κάθεται σαν σύντροφος, υπομονετικό και ήσυχο,
Ενώ οι αφηγήσεις μου κοντοστέκονται, παγιδευμένες σε αδρανή κυκλώματα.

Επιθυμώ να είμαι αρχιτέκτονας στίχων, τολμηρός και ελεύθερος,
Ωστόσο, εδώ μένω, άδειος ποιητής, σε ένα κακόφωνο περιβάλλον.

Κάθομαι με το κεφάλι στα χέρια, παλεύοντας με το κενό,
Ένας δημιουργός βασανισμένος από τις ιστορίες που παραμένουν ανεκδιήγητες.

Τι είδους συγγραφέας είμαι, σε αυτό το άηχο χάλι;
Αποχαυνωμένος από σκιές της νύχτας και από παραμύθια που μένουν βουβά.

Mad

In the labyrinth of reason,
The heart longs for madness.
Chaos, a dance with the absurd,
Where every poet’s vision stirred.

Echoes fall on deafened ears,
Music crystallizes fears.
The sane may see a garden, where flowers bloom and fade,
But the mad, they invoke forests, where feral fantasies parade.

Oh, to be the minstrel of lunacy’s embrace,
Leaving not a logic’s trace.
Colors refuse to conform,
The words of poets are reborn.

So, let the laughter echo,
An anthem of untamed sprite.
For in the realm of madness,
Chaos finds its tune,
Words transcend their silence,
Becoming songs too soon.