Each of them came from a different Star

Each of them came from a different star,
Silent travelers in the cosmic bazaar.
Through galaxies vast, they wandered far,
Seeking the tales of lives bizarre.

Some from the fires of an ardent sun,
With dreams ablaze, like a race began.
Their light, a beacon, guides their way,
Illuminating paths where destinies sway.

Others from the cool, and distant spheres,
Where wisdom speaks in crystalline tears.
Ice-born souls with quiet in their eyes,
Carrying the echoes of supernal lullabies.

Each of them, a leading light in the choir,
Ignited by dreams, fueled by their fire.
From Orion’s belt to the farthest afar,
Each of them came from a different star.

They danced in the nebulae, clasped by the night,
Weaving their stories in the scope of starlight.
In the vastness, their fortunes intertwined,
A song of constellations, forever enshrined.

Through the eons, their stardust shall soar,
As mythical wanderers, forevermore.
For in the material of the endless expanse,
They find their unity, their immortal dance.

What is this love

A fist, clenched with fervor,
holding dreams and fears,
a grip on the heartstrings,
that resonates through years.

A knife, sharp and cutting,
through the veil of night,
leaving scars and whispers,
as passion takes flight.

A storm, unrestrained,
with lightning for eyes,
tearing down walls,
where weakness lies.

A flame, that is dancing,
in caverns of souls,
consuming all processes,
making spirits whole.

A symphony, harmonious,
playing the chords of delight,
orchestrating feelings,
in the tenderest of light.

A war, waged within,
against shadows that loom,
defending the fortress,
in the quiet of the room.

Is it like a phoenix?
Or, is it like a dove?
From ashes, we rise,
with white wings of love.

People Slept out on This

People slept out on this, beneath the moon’s harsh gaze,
Under the sable quilt of indifferent nights.
On concrete beds, their dreams scattered like ash,
Forgotten verses in a haunting lullaby.

Beneath the neon glow, where dreams were bought and sold,
They found solace in shadows, a refuge in the cold.
Alleys echoed with the sighs of the dispossessed,
The city’s pulse, a discordance of unrest.

Sleeping on the edges of a society frayed,
They bore witness to a world that turned a blind eye.
Cardboard mattresses and makeshift blankets, their reprieve,
The streets were calloused, the nights cold and grim.

A cardboard kingdom under the bridge’s arch,
Where stars peeked through the cracks, on their behalf.
Each face, a story engraved in lines of struggle,
Forgotten labyrinth where dignity did juggle.

Silent custodians, constructions tall and grand,
Ignored the nestled souls on the vindictive land.
Within each tattered coat and worn-out shoe,
Resilient were those whom society withdrew.

People slept out on this, where pavement met the sky,
Bearing the weight of the world with a weary cry.
Ignored the heartbeat, the sound of silent plea,
For home, for warmth, for a chance to simply be.

Afternoon Coffee

In a quiet, humming afternoon,
Knowing the shadows will be here soon,
A cup of steaming coffee, strong,
Becomes a balm of thoughts that long.

The aroma rises, comforting spell,
Memories stir in depths to dwell.
Dark liquid whispers tales untold,
In the sacred language of coffee, bold.

The porcelain cup, vessel of time,
Holds the quietude of a world sublime.
Each sip, a journey through moments gone,
A dance with ghosts when the day is done.

In the stillness, the melancholy sighs,
A companion in the half-closed eyes.
The coffee, a solace, bitter, not sweet,
Awakens the heart, a silent beat.

Through windows blurred, the daylight wanes,
A haunting melody comes with the rains.
The patter on the pane, a gentle song,
As coffee and solitude waltz along.

The world outside, a muted hush,
In liquid warmth, emotions blush.
A symphony of muffled hues,
In quietness, nostalgia strews.

The fingers hesitate on screen so white,
As the steam breathes in the fading light.
Words linger, suspended in the air,
Like breaking up a love affair.

So, in this afternoon’s embrace,
Coffee and yearning find their space.
A sip, a sigh, a clicking flight,
In the quiet stage of the fading light.

Μορφές

Ο Πλάτων, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας, γεννήθηκε περίπου το 427 π.Χ. στην Αθήνα. Καταγόταν από ευγενή οικογένεια, και το αρχικό του όνομα ήταν Αριστοκλής. Το όνομα «Πλάτων» που σημαίνει «ευρύς» ή «πλατύς,» πιθανότατα προήλθε από το εύρος του μετώπου ή του στέρνου του. Ουσιαστικά, του κόλλησε το παρατσούκλι. Υπήρξε συμμαθητής του Ευκλείδη, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αλλά μου θύμισε να προσθέσω ένα κεφάλαιο για τα αξιώματα.

Ο Πλάτων έζησε σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών στην Αθήνα, μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, και τη δίκη και θανάτωση του Σωκράτη. Ο ίδιος υπήρξε μαθητής του, και αυτή η εμπειρία διαμόρφωσε σημαντικά το φιλοσοφικό του έργο. Για την ακρίβεια, η βάση της σωκρατικής φιλοσοφίας, εμφανίζεται κυρίως στους διαλόγους του Πλάτωνα, μιας και όπως μας εξηγεί ο ίδιος σε κάποιον από αυτούς, δεν ήθελε να γράφει τις ιδέες του, γιατί με το να τις γράφει αυξάνονταν οι πιθανότητες να τις ξεχάσει. Κάπως έτσι, ο σοφότερος φιλόσοφος της εποχής του αγνόησε τους υπόλοιπους προφανείς λόγους για να γράψει κάποιος τη διδασκαλία του. Από την άλλη, ενδεχομένως ο Πλάτωνας να χρησιμοποίησε το όνομα του πρώην δασκάλου του, για να προωθήσει τα δικά του λεγόμενα, και να σκάρωσε μια πρόχειρη δικαιολογία του ποδιού. Πρακτικά, δεν υπάρχει τρόπος να διαχωριστεί η φιλοσοφία του ενός από του άλλου.

Τα γεγονότα της ζωής του Πλάτωνα συνδέονται με την εποχή της δημοκρατίας στην Αθήνα, την άνοδο και πτώση του Περικλή, καθώς και την καταστροφή της πόλης από τους Σπαρτιάτες. Μεγάλο μέρος του έργου του καταπιάνεται με την αναζήτηση πολιτικών και κοινωνικών λύσεων στα θέματα της εξουσίας, της δικαιοσύνης, της τέχνης, και της εκπαίδευσης. Διακρίνεται για τη σύσταση της Ακαδημίας, μιας φιλοσοφικής σχολής όπου επέδειξε μεγάλη αφοσίωση στην εκπαίδευση νέων φιλοσόφων. Το έργο του είναι τεράστιο, και σώζεται ένα πολύ σημαντικό μέρος από αυτό, το οποίο – παρά τις προφανείς ή πιθανές νοθεύσεις του – συνθέτει ένα πλούσιο πανόραμα της αρχαίας φιλοσοφίας και του ελληνικού πολιτισμού.

Στο θέμα της άγνοιας, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος, θα μας απασχολήσει μία πτυχή του έργου αυτού: οι Ιδέες, ένα κεντρικό και καθοριστικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Επιστρέφοντας για λίγο στο προηγούμενο κεφάλαιο, σας καλώ να θυμηθούμε τον Παρμενίδη, πρόσωπο που εμφανίζεται και σαν χαρακτήρας απέναντι στον Σωκράτη, σε έναν από τους διαλόγους. Προς υπεράσπιση του Είναι, ο Παρμενίδης απορρίπτει το Γίγνεσθαι ως παραίσθηση του ανθρώπινου νου. Ο Πλάτωνας επεκτείνει αυτή την ιδέα.

Όπως εξηγεί και στη διαδεδομένη αλληγορία της σπηλιάς, η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε αποτελείται από σκιώδεις προβολές του πραγματικού κόσμου, του κόσμου των Ιδεών. Αυτός ο κόσμος είναι η κατοικία της Τελειότητας και της Θεϊκότητας, και το μέρος από όπου κατάγονται οι ψυχές μας, και όπου για να επιστρέψουν, πρέπει να εξαγνιστούν. Ό,τι αντιλαμβάνεται η εμπειρία μας, έχει την τέλεια μορφή του εκεί. Εκεί, δηλαδή, υπάρχει η Ιδέα της καρέκλας, του σκουπόξυλου, της πατάτας, της ντομάτας, του αγροτικού οχήματος, αλλά και η Ιδέα της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ευτυχίας. Τα έπιπλα, τα ζαρζαβατικά, οι νόμοι και τα λοιπά που έχουμε εδώ, είναι φθηνές, ατελείς απομιμήσεις.

Ο Πλάτων παρουσιάζει τις Ιδέες ως υπερκείμενα, αιώνια και αναλλοίωτα πράγματα. Ας εξετάσουμε αυτά τα χαρακτηριστικά πιο αναλυτικά:

  1. Υπερκείμενα (Επάνω από τα Κοινά):
    • Οι Ιδέες είναι υπερκείμενα σε σχέση με τα κοινά αντικείμενα του φυσικού κόσμου. Αντί να είναι μέρη της κοσμικής πραγματικότητας, αποτελούν μια ανώτερη πραγματικότητα.
  2. Αιώνια (Πέρα από τον Χρόνο):
    • Οι Ιδέες είναι αιώνιες, υπερβαίνοντας τον χρόνο και τις αλλαγές του κόσμου. Είναι σταθερές και μόνιμες, ανεξάρτητες από τις περιστάσεις και τις μεταβολές του φυσικού κόσμου.
  3. Αναλλοίωτα (Ανεπηρέαστα από Μεταβολές):
    • Οι Ιδέες είναι αναλλοίωτες. Δεν υφίστανται αλλαγές ή επιρροές από εξωτερικούς παράγοντες, είναι απαράλλαχτες και αμετάβλητες.

Η ιδέα των Ιδεών πηγάζει από τον προβληματισμό σχετικά με την αξιοπιστία των αισθήσεων και την αναζήτηση μιας αληθινής και μόνιμης πραγματικότητας. Για τον Πλάτωνα, ο φυσικός κόσμος είναι υποκείμενος σε μεταβολές και διαφορετικές ερμηνείες, ενώ οι Ιδέες αντιπροσωπεύουν την υπερκείμενη, αιώνια, και αναλλοίωτη πραγματικότητα που προσφέρει την αληθινή γνώση. Στον διάλογο «Φαίδων» αναφέρει πως για να ταξιδεύσει σε αυτόν τον κόσμο η ψυχή, περνάει από μετεμψυχώσεις, ώσπου να γίνει αρκετά άξια. Τρομερά ύποπτα, ο καλύτερος τρόπος για να αξιωθεί η ψυχή, είναι η φιλοσοφία. Έγινε, Πλάτωνα.

Στον κόσμο των αισθήσεων, η γνώση είναι υποκειμενική και επιφανειακή. Οι αισθήσεις μπορούν να παράγουν απλές εντυπώσεις, αλλά όχι αληθινή γνώση. Η πηγή αυθεντικής γνώσης, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, βρίσκεται στον κόσμο των Ιδεών. Εκεί, βρίσκουμε τις αληθινές, αναλλοίωτες και αιώνιες ουσίες. Οι Ιδέες αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα, ενώ ο κόσμος των αισθήσεων αποτελεί απλώς απεικόνιση ή αντικείμενο παραλλαγής – είναι το αντίδοτο στην άγνοια που πηγάζει από την ατελή και περιορισμένη φύση των αισθήσεων. Η πρόσβαση σε αυτές μας παρέχει γνώση της πραγματικής …πραγματικότητας. Η αναγνώριση της άγνοιας προτρέπει τον φιλόσοφο να αναζητήσει την αλήθεια και τη γνώση στον κόσμο των Ιδεών.

Τα αντικείμενα της εμπειρίας μας υφίστανται συνεχείς μεταβολές. Οι φυσικές ουσίες είναι υποκείμενες στη γένεση, την καταστροφή και τις περιοδικές αλλαγές. Οι Ιδέες, αντίθετα, είναι αιώνιες και αναλλοίωτες. Αντιπροσωπεύουν τις αληθινές ουσίες των αντικειμένων. Όμως, υπάρχει μια σχέση αντιστοιχίας μεταξύ των Ιδεών και των αντικειμένων του κόσμου των αισθήσεων. Κάθε αντικείμενο των αισθήσεων μεταφέρει κάποια απόκοσμη αντίληψη της αντίστοιχης Ιδέας. Μελετώντας από πολλαπλές οπτικές γωνίες τα αντικείμενα (συχνά μέσω της Διαλεκτικής), ο φιλόσοφος προσεγγίζει όλο και περισσότερο τη γνώση του αντικειμένου. Βέβαια, οι διάλογοι καταλήγουν συχνά στο να αναγνωρίσει ο φιλόσοφος (και οι συνομιλητές του), την άγνοια του, και να ελπίζει πως έκανε αρκετά καλή δουλειά, ώστε όταν μας αφήσει καιρούς, να καταλήξει στον κόσμο των Ιδεών.

Η αντίφαση δημιουργεί ένα είδος κενού μεταξύ των δύο κόσμων. Η άγνοια προκύπτει όταν οι άνθρωποι επικεντρώνονται στον επιφανειακό κόσμο. Όμως, ο Πλάτωνας προτρέπει τους ανθρώπους να επιδιώξουν τη γνώση μελετώντας τον ίδιο κόσμο. Η αναζήτηση της αλήθειας και της πραγματικότητας είναι το άπιαστο κλειδί για την εξάλειψη της άγνοιας.

Στη φιλοσοφία, η αναγνώριση της άγνοιας μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη φιλοσοφική αναζήτηση, και αυτή η ιδέα είναι ένα κοινό θέμα στον φιλοσοφικό χώρο. Οι προσωκρατικοί, για παράδειγμα, ανέπτυξαν διάφορες θεωρίες για τη φύση του κόσμου και της ύπαρξης με σκοπό την εξήγηση των θεμελιωδών ερωτήσεων σχετικά με την πραγματικότητα. Αναγνώρισαν την άγνοια όσον αφορά τη φύση και την αρχή των πραγμάτων και επιδίωξαν να την αντιμετωπίσουν μέσω έρευνας.

Όμοια, ο Πλάτωνας θεωρούσε την άγνοια ως κίνητρο για την αναζήτηση της αλήθειας και της γνώσης. Στους διάλογους του, όπως στον «Θεαίτητο,» προτείνει την ιδέα της αναζήτησης των Ιδεών ως τον τρόπο για να ξεπεραστεί. Η αναγνώριση αυτή του έδωσε ώθηση να αναζητήσει μια αντικειμενική και αιώνια πραγματικότητα πίσω από τις μεταβλητές εικόνες του κόσμου των αισθήσεων.

Επιπλέον, υπάρχει σημαντική σχέση της γνώσης με την αρετή. Στον διάλογο «Πρωταγόρας,» ο Πλάτωνας, με τη μεσολάβηση του Σωκράτη, προχωράει στην ιδέα ότι η πραγματική αρετή πηγάζει από τη γνώση του καλού και του αληθούς, και μπορεί να αποκτηθεί μέσω της διδασκαλίας. Για να πράξεις το καλό, πρέπει πρώτα να το γνωρίζεις. Έτσι μάλλον και ο Πλάτωνας, πριν πράξει οτιδήποτε καλό, σκεφτόταν διεξοδικά τη φύση του Καλού. Για αυτόν τον λόγο, άλλωστε, έγινε γνωστός για τη σκέψη του και όχι για την καλοσύνη του.

Γενικά, το έργο του Πλάτωνα είναι σπουδαίο. Υπέδειξε την αδυναμία να ορίσουμε το Πραγματικό με την περιορισμένη σκέψη μας, ενθάρρυνε το να σκεφτόμαστε πριν πράξουμε, και το πιο σημαντικό, μας έμαθε πως το μόνο που ξέρουμε, είναι ότι δεν ξέρουμε τίποτα. Παρόλα αυτά, ο κόσμος των Ιδεών του, έχει σημαντικές αδυναμίες. Είναι αυθαίρετος και αναπόδεικτος, δημιουργεί ένα κενό ανάμεσα στην εμπειρία μας και σε αυτόν που δε γεφυρώνεται, και τέλος η Τελειότητα του καταλήγει σε μία ενωτική ολότητα που δεν εξηγεί την ποικιλία του φυσικού κόσμου. Όλα αυτά φυσικά λύνονται, προσθέτοντας όμως επιπλέον αυθαίρετα χαρακτηριστικά σε μία ήδη αυθαίρετη ιδέα, καταλήγοντας, όχι σε ένα σύστημα απόκτησης γνώσης, αλλά στη δόμηση ενός δόγματος.

Τέλος, μία τέλεια, ενωτική, άχρονη ολότητα, είναι το Τίποτα. Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι η ψυχή. Ανύπαρκτη. Και έτσι εκεί να καταλήγει. Η πεποίθηση της ύπαρξης της, είναι μια ψευδαίσθηση της εμπειρίας μας. Μία ανάγκη να ορίσουμε την πλάνη του εαυτού μας, και μια ελπίδα να τη διατηρήσουμε αιώνια. Εφόσον ο κόσμος μας δεν έχει αιώνια χαρακτηριστικά, φανταζόμαστε έναν αιώνιο κόσμο, για να τα βολέψουμε. Έτσι, όσο κρατάς διστακτικά το κώνειο στο χέρι σου που τρέμει, φαντάσου τον Πλάτωνα να λέει «όλα, μια Ιδέα είναι.»

Εις υγείαν.

Forest Grave

You etch your presence deep into the core.
Each tree, moments shared and memories grown.
Rustling leaves carry the whispers of laughter,
Branches intertwine with echoes of conversations,
The roots dig deep, with the strength of connections.

But as the seasons change, so do the woods within.
The verdant leaves now rustle melancholic.
The branches ache with what’s unsaid,
Roots grapple with emotions entangled.
The forest echoes now with haunting melodies of solitude.

Yet, even as the shadows lengthen,
As the sun casts its farewell upon history,
I find solace in the enduring nature of trees.
Initials carved as a proclamation of unity,
Tell stories of growth, change, and the resilience of hearts.

And so, in the quiet of this eternal forest,
Trees bear the scars of time and affection.
I navigate the pathways of the past.
The forest within is a living, breathing beauty.
The complexity of intertwined existence,
A sanctuary where trees, though scarred, stand tall.

And echoes, bittersweet,
Resonate with the connection,
Time cannot erase.

Μουσακάθιστος Ύμνος

Ένα σύμπλεγμα συμπάντων αναπτύσσεται στα πέταλα του παράξενου λουλουδιού, τόσο κοντά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν κοσμικοί γείτονες. Ωστόσο, παρά την κοντινή τους σχέση, ερμηνεύουν εντελώς διαφορετικές συμφωνίες, καθεμιά διακυβευμένη από το δικό της σύνολο θεμελιωδών νόμων της φυσικής.

Σε ένα, η βαρύτητα μπορεί να είναι μια απλή αύρα, μόλις αισθητή, ενώ σε ένα άλλο, μπορεί να κατέχει την κυριαρχία πάνω από ολόκληρους γαλαξίες, υφαίνοντας ουράνιες σπείρες με εντυπωσιακή ακρίβεια. Ο χρόνος, σε κάποια, μπορεί να ρέει σαν ένα αβάσταχτο ποτάμι, ενώ σε άλλα, να ορμά σαν φωτιά που αφήνει τα αστέρια να αγκομαχούν για να ανασάνουν.

Σε ένα πέταλο από αυτά, βρίσκονται οι νοστιμότερες μελιτζάνες του πολυσύμπαντος. Το φως διασπάται σε ακτίνες πέρα από τα χρώματα του ουράνιου τόξου, ρίχνοντας ένα απρόσμενο φωτογραφικό φίλτρο στην ατμόσφαιρα. Εδώ, οι μελιτζάνες δεν είναι απλά λαχταριστές στο γευστικό προφίλ, αλλά φυσικές πύλες προς διαστάσεις που αγνοούν τη λογική. Όσο βαθιά βουτάς στη γεύση τους, τόσο περισσότερο ανακαλύπτεις τα μυστικά τους, σαν να έπινες από το ποτήρι της αφθονίας, όπου οι εικόνες του παραδόξου και του ονείρου σμίγουν με τη σιγή της αλήθειας. Σε κάθε δάγκωμα, η πραγματικότητα λυγίζει, ανασύροντας από τις σκιές την αισθητική των ονείρων.

Οι μελιτζάνες που φυτρώνουν σε σκοτεινές πλαγιές, αποκαλύπτουν τη γοητεία της ανάκαμψης στην ξηρασία και στα όρια με τον θάνατο. Πετώ στα φαράγγια να τις βρω, και τα βράχια ξεσκίζουν τα φτερά μου. Το αίμα μου προσφέρει την αλμύρα του στη γη, όσο οι πέτρες σφίγγουν τα μυστικά που κρύβονται ανάμεσα τους. Εκεί, όπου η πτώση γίνεται ποίηση, και το φτερούγισμα καθοδηγείται από τις καταιγίδες του αγνώστου, η ομορφιά της ακρότητας απλώνεται σαν καμβάς, στον οποίο οι σκιές της περιπέτειας συναντούν το φως της περιέργειας. Κάθε ρήγμα ανοίγει ένα παράθυρο σε ένα μέρος, όπου το κάθε κομμάτι μου που χάνεται γίνεται μέλος του ταξιδιού. Ακόμα κι αν τα φτερά μας είναι σμπαραλιασμένα, όπως οι μελιτζάνες που φυτρώνουν σε σκοτεινές εκκρεμότητες, μπορούμε να ανακαλύψουμε τη γοητεία της ανθεκτικότητας και της ανάκαμψης.

Το σύμπαν αντηχεί από τα γέλια των εντόμων. Διαποτίζουν τις διαστάσεις με ρυθμό και χρώμα. Πιάνω ευγενικά στα χέρια μου τον ελαφοκάνθαρο και του ζητώ να εισβάλλει στη διαστασιακή στη θύρα μου με τα κέρατα του. Με προειδοποιεί πως τα δισκία μνήμης του είναι έντονα φορτισμένα με τους παλμούς της ψηφιακής αιωνιότητας και πως ο πολυχώρος μπορεί να συγκλίνει ανεπανόρθωτα.

«Το πόσο ηλεκτρονικό νέφος χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί για να αναστήσουν οι αλήθειες τις μονοφασικές φυσαλίδες τους,» του απαντώ, «άσε με να το ξέρω εγώ καλύτερα.»

Οι κινήσεις μας συντονίζονται. Τα φτερά μας πέφτουν σαν ψίθυροι αλήθειας, επιβραδύνοντας πού και πού την πτώση τους για να χορέψουν με τους ανέμους των βουνών. Από τις σκιές μας αναδύονται πλάσματα δεδομένων. Τότε τη νιώθω. Η αφήγηση πετούσε δίπλα μου, κι ας μην την έβλεπα. Όσο μακρυά και αν στέκεσαι από τους άλλους, ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν παραβιάζουν τον ιδιωτικό σου χώρο στην πέμπτη διάσταση.

Ολόκληρα τοπία αναμορφώνονται στο χτύπημα των φτερών της. Βρισκόμαστε σε έναν εφιάλτη από εκατοντάδες δυναμικές πραγματικότητες. Ίσα που προλαβαίνω να κόψω μία μελιτζάνα πριν χαθώ στις δίνες του ανέφικτου.

Κάτι απροσδιόριστο από το ασύλληπτο έρεβος μου χαϊδεύει την πλάτη και παίρνει μαζί του μνήμες, σαν μια σελίδα που ξαφνικά κόβεται και αναγκάζει τον αναγνώστη να συνεχίσει αφού αισθανθεί το κενό. Η ασυνέχεια της αρχής. Το συνεχές του τέλους. Το συνάχι του μέσου. Τα πάντα καταλήγουν στην ομοιομορφία του Τίποτα και εγώ καταλήγω εκεί που πρέπει. Σε έναν πλανήτη όπου τα κονδυλόριζα έχουν αναπτύξει νοημοσύνη.

Οι πατάτες, βασιλικοί φύλακες του εναλλακτικού σύμπαντος, διοικούν με αυστηρότητα και σοφία. Φοβούνται μόνο το λάδι και το μαχαίρι, και μέσα στις πύλες της φαντασίας βρίσκουνε προκοπή. Συνειδητοποιώ πως ο ελαφοκάνθαρος έχει ενσωματωθεί στην ύπαρξη μου. Από τα μάτια μου βγάζω κυρτές λεπίδες, υγρές από το λίπος των θυμάτων τους. Κάθε κίνηση των βλεφαρίδων μου αναστενάζει με τη μελαγχολία που αισθάνεται ο κυνηγός όταν η ακατανόητη ομορφιά της απόκλισης αποκαλύπτεται ως σμήνος από φωτεινά αστέρια ακατέργαστων συναισθημάτων. Το ερώτημα απέναντι στην ομορφιά, δεν είναι τι μπορείς να κάνεις για αυτή, αλλά πως νιώθεις. Εδώ που τα λέμε, όχι μόνο για την ομορφιά. Η σφαγή που ακολουθεί θα μείνει στην ιστορία των κονδυλόριζων ως η πτώση του Πατατούρκ του τρίτου.

Μετά όλα σκοτεινιάζουν και ψηλαφίζω στα τυφλά. Με το ένα χέρι μαζεύω πτώματα και με το άλλο ψάχνω τον διακόπτη. Ο χρόνος τελειώνει. Η απόσταση στενεύει. Τα σωματίδια αναπροσδιορίζονται και οι αλληλεπιδράσεις ξεχειλίζουν. Αντί για το φως άνοιξα τον διακόπτη της τρίτης διάστασης. Είμαι πίσω στην κουζίνα με μία πελώρια μελιτζάνα μεγαλωμένη στους γκρεμούς, και τα τεμαχισμένα πτώματα δεκάδων, γενναίων πατατών. Βάζω φωτιά στον φούρνο, στον πάγκο, στα τοιχώματα, και τέλος, στον ίδιο τον χωροχρόνο.

Δε μένει τίποτα, όπως και πριν. Αυτά που είναι στάχτες, κοιτούν την ανθοφορία της ζωής και αναπνέουν τη δυνατότητα της ανατροπής. Άλλη μια μέρα. Την επόμενη χάνεσαι στην νέα καταιγίδα.

Είναι και Γίγνεσθαι

Δύο διαχρονικές απορίες. Τι είναι και τι γίνεται. Κάποιοι θα απαντήσουν βράζει και χύνεται. Αν και προσεγγίζουν το πρόβλημα με ενδιαφέρον τρόπο, δεν είναι σκοπός του παρόντος να διαλευκανθεί αυτή η μορφή απάντησης. Ούτε και γίνεται. Τουλάχιστον όχι με κάποιον άμεσο τρόπο.

Το ερώτημα αφορά στην ύπαρξη και στη μετάβαση και κατά πόσο αυτές μπορούν να συνυπάρξουν ή να διαμεταβιβαστούν. Αυτό το ζήτημα, μαζί με το πρόβλημα της Αρχής του κόσμου, αποτέλεσαν τον κορμό της σκέψης των Προσωκρατικών φιλοσόφων και συνεχίζουν να απασχολούν πολλές μορφές σκέψεις, σε κορμούς, διακλαδώσεις, καρπούς, ακόμα και στις εκάστοτε φυλλωσιές.

Σε αυτό το σημείο είθισται να γίνεται μία σύντομη ιστορική αναδρομή. Οι Προσωκρατικοί αποτελούν μια σημαντική φιλοσοφική περίοδο στην αρχαία ελληνική σκέψη, περιοδεύοντας κυρίως από τον 6ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ., με τρομερές και ανεπανάληπτες επιτυχίες. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τον μετασχηματισμό της σκέψης από μυθοπλαστικές εξηγήσεις σε λογικές προσεγγίσεις για την κατανόηση του κόσμου.

Το θέμα των Προσωκρατικών επικεντρώνεται στη φύση και την ύπαρξη, ενώ προσπαθούν να εξηγήσουν την αρχή του κόσμου. Αντί να βασίζονται σε μυθολογικές ερμηνείες και στη λίμπιντο του Δία, αναζήτησαν φυσικές, ρητορικές και μαθηματικές εξηγήσεις για την προέλευση και τη φύση του κόσμου. Παρατήρησαν, εξέτασαν, πειραματίστηκαν, αλλά κυρίως στοχάστηκαν. Ο στοχασμός τους, σαν ασταμάτητο τρυπάνι, έφτασε στα απύθμενα βάθη του θεμελιώδους.

Στόχος τους ήταν να κατανοήσουν την ουσία του παντός και να ανακαλύψουν τον κοινό παρονομαστή πίσω από την ποικιλία των φαινομένων. Η φιλοσοφική προσπάθεια αυτή οδήγησε σε μια σειρά από διαφορετικές απόψεις και σχολές σκέψης, όπως του Θαλή με τη μυστηριώδη αρχή, του Ηρακλείτου με τις φωτιές της αντίφασης, του Παρμενίδη με τις αιώνιες οντότητες, και του διδύμου Δημόκριτος – Λεύκιππος, των πιο σπουδαίων ατόμων στην επίλυση του μεγαλύτερου προβλήματος της αρχαίας φιλοσοφίας.

Αυτή η περίοδος θέτει τα θεμέλια για την επιστημονική σκέψη και τη φιλοσοφία, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις πιο σύγχρονες προσεγγίσεις της γνώσης και της ύπαρξης. Τα θεμέλια αυτά μπορούν να συνοψιστούν με πρόχειρο τρόπο, ο οποίος με βεβαιότητα θα αποδειχτεί ελλιπής, ως εξής:

  1. Σύνδεση με τη Φύση: Πολλοί Προσωκρατικοί επικεντρώνονταν στη φύση ως πηγή γνώσης. Αντί να βασίζονται σε μυθικές εξηγήσεις, προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη λειτουργία του κόσμου μέσα από την παρατήρηση της φύσης.
  2. Αναζήτηση της Αρχής: Οι Προσωκρατικοί ήθελαν να εντοπίσουν την αρχή ή τη βασική ουσία που κρύβεται πίσω από τα πάντα. Σε αυτήν την προσπάθεια, αντιμετώπιζαν την άγνοια ως κίνητρο για να εξερευνήσουν περαιτέρω και να ανακαλύψουν την πραγματικότητα.
  3. Διαφοροποίηση της Εμπειρίας: Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Προσωκρατικοί αντιλαμβάνονταν την άγνοια ως ανεπάρκεια της ανθρώπινης εμπειρίας. Αναζητούσαν τρόπους να υπερβούν αυτήν την άγνοια μέσω της λογικής, της μελέτης της φύσης και της ανάλυσης των στοιχείων.
  4. Κοινό Ερευνητικό Πεδίο: Παρά τις διαφορετικές απόψεις των Προσωκρατικών, υπήρχε ένα κοινό πνεύμα ερευνητικής περιέργειας και αναζήτησης που καθόριζε τη φιλοσοφική τους προσπάθεια. Η άγνοια δε θεωρήθηκε εμπόδιο, αλλά κίνητρο για να εξερευνήσουν τα άγνωστα.

Φυσικά, τέτοιου είδους λίστες αδυνατούν να καλύψουν την ποικιλία της φιλοσοφίας όπως εκφράζεται από τόσα άτομα, αλλά το μέσο αναγνωστικό κοινό αρέσκεται σε διαφοροποιήσεις του κειμένου, όπως η παραπάνω απαρίθμηση στοιχείων, οπότε παρακαλώ.

Ένα στοιχείο που πράγματι τους συνδέει ήταν η αρχή των όλων. Φυσικά, πολύ σύντομα η αρχή των όλων, μεταβλήθηκε στη φύση των όλων, δηλαδή στην ουσία της ύπαρξης. Το ερώτημα «γιατί υπάρχει ο κόσμος», έγινε «τι είναι αυτός ο κόσμος που υπάρχει», απλοποιήθηκε σε «τι είναι η ύπαρξη», και κάπως έτσι προέκυψε το ερώτημα του Είναι. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Του Θαλή για την ακρίβεια.

Ο Θαλής, ο αρχαιότερος καταγεγραμμένος από τους Προσωκρατικούς, παρουσίασε μια αρχή ως τη θεμελιώδη ουσία του κόσμου. Πρότεινε ότι η βάση του κόσμου είναι μια μοναδική ουσία, το νερό, την οποία έκανε αέρα ο Αναξιμένης, και «άπειρο» ο Αναξίμανδρος. Αυτή η αρχή αφαιρεί τα πολλαπλά φαινόμενα του κόσμου σε μια απλή, αφαιρετική ουσία.

Ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ουσία λειτουργεί παραμένει αδιευκρίνιστος. Ως νερό, ή αέρας, μετατρέπεται στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ύπαρξης. Αλλάζει δηλαδή. Γίνεται. Ως άπειρο, δεν έχει τέλος. Δεν τέμνεται. Έτσι προκύπτει το πρόβλημα. Εφόσον η βάση του κόσμου δε διαχωρίζεται, πως κάποιο κομμάτι της γίνεται πέτρα, φωτιά, άνθρωπος, ή οτιδήποτε άλλο; Εφόσον είναι αδιαίρετο, πως διαιρείται στην ποικιλία της καθημερινής εμπειρίας;

Ο Θαλής, με την επιλογή της μυστηριώδους αρχής, έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας άγνοιας. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή η αρχή εκφράζεται ή αλληλεπιδρά με τον κόσμο παραμένει άγνωστος. Δεν παρέχεται σαφής εξήγηση για το πώς αυτή η αρχή εξηγεί τη γένεση, την κίνηση ή την ποικιλομορφία των πραγμάτων.

Από το σκοτάδι του σκυθρωπού στοχασμού του, δίνει την απάντηση ο Ηράκλειτος. Τα πάντα είναι φωτιά. Όχι όμως με τον ίδιο τρόπο που τα πάντα ήταν νερό ή αέρας. Η φωτιά καίει, καταστρέφει, δημιουργεί, συνεχώς, σε έναν διαρκή και αδιαίρετο πόλεμο. Δεν υπάρχει το είναι, δεν υπάρχει η στιγμή. Όλα ρέουν από τη μία κατάσταση στην επόμενη.

Αντί να εξηγεί την ύπαρξη με σταθερές, αμετάβλητες καταστάσεις, είδε τον κόσμο ως μια συνεχή διαδικασία αντίφασης. Οι αντιφάσεις παρουσιάζονται και στην έννοια του συνεχούς. Η συνεχής αντίφαση είναι εμφανής στην ιδέα της πτώσης και της αναγέννησης, όπου από την αντίφαση και την καταστροφή γεννιέται νέα ζωή. Συνεπώς, ο Ηράκλειτος βλέπει την ύπαρξη ως έναν ακέραιο κύκλο αντιφάσεων, από τον οποίο πηγάζει η συνεχής αλλαγή. Αρνείται το Είναι. Απορρίπτει την ύπαρξη ως μία διανοητική ψευδαίσθηση.

Η περίφημη αρχή λοιπόν, δεν είναι κάποια ουσία, αλλά η ίδια η αλλαγή. Μέχρι να πας να τη μετρήσεις, έχει ήδη μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Η αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, στην αρχαιότερη μορφή της. Η ιδιοφυΐα του Σκοτεινού, ήταν να απορρίψει το Είναι. Δυστυχώς για αυτόν, το τέχνασμα μπορούσε να αντιστραφεί.

Enter Parmenides. Ο Παρμενίδης εξέτασε το πρόβλημα μέσω της έννοιας της ενότητας, καθώς και αυτός προσπαθούσε να ανακαλύψει τη φύση της πραγματικότητας. Εξέφρασε τις ιδέες του μέσα από ένα ποίημα που περιέγραφε τη συνάντησή του με τη θεά της Αλήθειας, κάτι που θα προτιμούσε να είχε σκεφτεί και ο συγγραφέας, ο οποίος αντ’ αυτής προτίμησε την παρέα της θεάς της Άγνοιας.

Ο Παρμενίδης πιστεύει σε μία αόριστη, μοναδική, και αδιαίρετη οντότητα ως την πραγματική ύπαρξη. Αυτή η ενότητα είναι η αληθινή πραγματικότητα, και όλες οι διαφορετικές εμφανίσεις στον κόσμο που αντιλαμβανόμαστε είναι απλώς αποκλίσεις ή εικονικές εναλλακτικές της. Δηλαδή δεν αλλάζει τίποτα, αλλά το φανταζόμαστε. Η αλλαγή αποτελεί ψευδαίσθηση και η προσπάθεια της ανθρώπινης αντίληψης να κατανοήσει τον κόσμο αδυνατεί να αποφύγει την πλάνη. Ο κόσμος που βλέπουμε, είναι μια παραπλανητική προβολή (ή σκιά αν μου συγχωρεθούν τα πλατωνικά spoilers) του πραγματικού αμετάβλητου κόσμου/Είναι.Ο Παρμενίδης θέτει την άπειρη ποικιλία των πραγματικοτήτων ως αντίφαση προς την αληθινή ενότητα. Ενώ η αληθινή ενότητα είναι αδιαίρετη, η ανθρώπινη γνώση διαιρεί και προσπαθεί να κατανοήσει την άπειρη ποικιλία των πραγματικοτήτων, με αποτέλεσμα η αντίληψη να διαφοροποιείται από την αληθινή ενότητα.

Πιο απλά, είμαστε όντα του χρόνου, άρα είμαστε καταδικασμένοι να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με βάση τις αλλαγές (αιτιακές σχέσεις). Αν ο αληθινός κόσμος είναι άχρονος, καθίσταται αδύνατο να τον αντιληφθούμε στην ουσία του. Τόσο βολικό όλο αυτό, που θα υπήρχαν εύλογες ενστάσεις, αν η σκέψη του Παρμενίδη δεν ήταν επικυρωμένη από τη θεά της Αλήθειας.

Ας αφήσουμε για λίγο τους μάταιους συλλογισμούς του ασύλληπτου. Θα έλεγε κανείς πως το επόμενο λογικό βήμα στην κουβέντα μας είναι η ατομική θεωρία του Δημόκριτου. Ας πούμε λοιπόν για τον Εμπεδοκλή.

Ο Εμπεδοκλής υποστήριξε ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά στοιχεία που αποτελούν τη βάση κάθε ύπαρξης: το νερό, ο αέρας, η φωτιά και η γη. Αυτή η ποικιλία των στοιχείων δημιουργεί μια πληθώρα φαινομένων στον κόσμο. Συμφωνεί με τον Παρμενίδη πως δεν υπάρχει φθορά και γένεση, όμως δεν ανάγει το Γίγνεσθαι σε ψευδαίσθηση, αλλά στην αλληλεπίδραση των στοιχείων αυτών. Προσπαθεί να εξηγήσει πώς αυτά τα στοιχεία συνεργάζονται και επιδρούν μεταξύ τους, και πώς η πληθώρα των πιθανών συνδυασμών δημιουργεί τις μεταβολές που παρατηρούμε.

Με την επιλογή των στοιχείων, αποφεύγει να ορίσει οριστικά τη βασική ουσία του κόσμου. Έχει δημιουργήσει τις βάσεις της επίλυσης του τρομερού προβλήματος της συμφιλίωσης των Είναι και Γίγνεσθαι. Όμως, η φωτιά αναβοσβήνει, το νερό εξατμίζεται, ο αέρας γίνεται αέρας, και η γη κάνει γενικά ότι να ‘ναι με όλες τις διαφορετικές μορφές της. Η θεωρία χρειαζόταν κάτι περισσότερο θεμελιώδες.

Τώρα είναι η ώρα του Δημόκριτου. Και του Λεύκιππου. Για κάποιους μόνο του δεύτερου, αλλά δεν είναι σκοπός του κειμένου να ασχοληθούμε με το προσωκρατικό ντράμα.

Για τους ατομιστές υπάρχουν δύο πράγματα. Τα άτομα και το κενό. Τα άτομα μπορεί να είναι διαφόρων σχημάτων, θέσεων και διατάξεων, αλλά αυτό δε μας απασχολεί. Μέσα λοιπόν στο άπειρο, αδιαίρετο, αμετάβλητο κενό, έχουμε ένα σωρό θεμελιώδη στοιχεία, τα άτομα, τα οποία ενώνονται, συγκρούονται και γενικά αλληλεπιδρούν με τρόπους, που από το Είναι τους αναδύεται το Γίγνεσθαι. Το πρόβλημα λύθηκε, η φιλοσοφία τελείωσε, μπορούμε να επιστρέψουμε στις δουλειές μας.

Φυσικά, και δε λύθηκε τίποτα. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας είναι πως δεν απαντά ερωτήματα, απλά τα διευρύνει. Από εκεί που αναρωτιόσουν τι είναι και τι γίνεται, τώρα αναρωτιέσαι:

  1. ποια είναι η αρχή;
  2. αρκεί η ανθρώπινη αντίληψη;
  3. τι γίνεται πέρα από την πλάνη της αντίληψης;
  4. επιλύονται οι αντιφάσεις της;
  5. τι είναι τα άτομα;
  6. πώς ορίζεται το κενό – τίποτα;
  7. έχει αρχή ο χρόνος;
  8. ποια είναι τα όρια του σύμπαντος;
  9. τι περιβάλλει/διαχέει το σύμπαν;

και άλλα λαχταριστά ερωτήματα για να ταΐζουν τον ακόρεστο λάκκο της υπαρξιακής σου απελπισίας. Συνολικά, οι Προσωκρατικοί προσεγγίζουν την φύση της πραγματικότητας με διάφορες προοπτικές και μας βοηθούν να έχουμε πιο ενημερωμένη αντίληψη της άγνοιας μας. Το όνομα όμως «Προσωκρατικοί» παραπέμπει σε κάτι σωκρατικό, για αυτό και στο επόμενο κείμενο θα μελετήσουμε την σκέψη ποιανού άλλου;

Του Πλάτωνα.

Αρχαιογενετικός Λαβύρινθος

Προγονικές κλωστές απαραβίαστης κληρονομιάς,
Σε ύφασμα χρόνου, ραμμένες,
Κάθε βήμα εμπρός, ηχώ του παρελθόντος,
Ανέλπιδος αγώνας προς την ελευθερία.

Στους διαδρόμους της ιστορίας, χαμένοι,
Οικεία οικία των περασμένων ενοίκων,
Μες στις καρδιές μας η επιθυμία,
Να γεμίσουμε τις ρωγμές στους τοίχους.

Από τον μυελό των οστών μας, δηλωμένοι,
Δεν κουβαλάμε τρόπαια, μόνο βαριά φορτία,
Οι μάχες, τα όνειρα, ό,τι κι αν κυνήγησαν,
Κρύο κενό στις φλέβες μας, που δε γεμίζει.

Μια οπτασία του μέλλοντος, περιμένει,
Τις αποχρώσεις των δυνατοτήτων μας να απλώσει,
Αμέτρητες, όπως τα αστέρια της νύχτας,
Μα εμείς, φυλακισμένοι στο αρχαίο φως που τρεμοπαίζει.

Στο κελί του πεπρωμένου, δεσμευμένοι,
Αποσβολωμένοι από ένα προγονικό ξόρκι,
Στον εμβριθή κύκλο της αποτυχίας,
Χορεύουμε προς το τέλος της ύπαρξης μας.

Απ’ το τραγούδι της σειρήνας, υπνωτισμένοι,
Σερνόμαστε σ’ αμείλικτες σκιές,
Στα αδυσώπητα κύματα των επιλογών,
Πνιγόμαστε – την ιστορία επαναλαμβάνουμε.

Στα γόνατα πια, απελπισμένοι,
Αφηνόμαστε στο ρεύμα, μαγεμένοι,
Ανίκανοι να μάθουμε, να ορίσουμε,
Να αδράξουμε, να χτίσουμε,
Να βρούμε την ελπίδα.

Στον ατέρμονα βρόχο, παγιδευμένοι,
Βρίσκουμε μόνο τη δύναμη να ανασυνταχτούμε,
Να υπερβούμε το άθροισμα των χθες,
Και να χαθεί η σκέψη μας στους δρόμους του Απείρου.

Λευκά Δάκρυα

Το βλέμμα, στραμμένο στον βράχο που χτυπούσε το κύμα, έκρυβε ανηδονία. Στον υγρό καμβά της ακτής, ο άνεμος έφερνε ανεξήγητα αντιφατικά αρώματα. Ο ουρανός είχε ξεθωριάσει σε αποχρώσεις που κανένα χρωματολόγιο δε θα μπορούσε να αποτυπώσει. Κάτι αλλόκοτο, ούτε θετικό ούτε αρνητικό, κολυμπούσε στον αέρα, σαν να ήταν απόσπασμα μιας διαδιαστασιακής πραγματικότητας που κάποιος είχε τολμήσει να ανοίξει.

Οι σκιές των πετρωμάτων, ζωντανές, χόρευαν συγχρονισμένα με τα κύματα. Καθώς το φεγγάρι αναδυόταν πίσω από τα σύννεφα, οι σκιές έγιναν πιο έντονες, σαν να ήταν φύλακες μιας αρχαίας, μυστηριώδους τελετής. Εκεί, στο χείλος του κόσμου, η πείνα για κατανόηση διαπνεόταν ως ηχώ στον αέρα. Κάτι από μέσα μαγνήτιζε το μυαλό, κάτι ανυπόφορο και απαγορευμένο.

Όταν η νύχτα έπεσε για τα καλά, αντί για ησυχία, ακούστηκαν θόρυβοι που θύμιζαν χορούς σε αόρατα πανηγύρια. Κάτι παλιό και παράλογο ξύπνησε έτοιμο να αποκαλυφθεί μόνο σε εκείνους που ήταν διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν τα βάθη του απείρου.

Στο ατέρμονο κενό, σε αυτόν τον ουρανό της απογοήτευσης, η μελαγχολία υψώνεται σαν ανεξήγητη και ψυχρή αύρα. Οι σκιές των ανυπόφορων πραγματικοτήτων χορεύουν σε ρυθμό αδιανόητο, διακλαδώνονται σε μορφές που αντικατοπτρίζουν μόνο τις πιο σκοτεινές γωνίες των ψυχών μας. Εδώ, ο χρόνος είναι ένα απροσδιόριστο μέτρο, σαν να κυλάει προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Ανάμεσα στις διεσπαρμένες φωτεινές σφαίρες, κάποιες αναμειγνύονται με το φως του μίσους, και ο ουρανός αντικατοπτρίζει τα σκοτεινά όνειρα που εγείρονται στην καρδιά κάθε πνεύματος.

Σε αυτό το ακατοίκητο κενό, οι σιωπές είναι γεμάτες μυστικά. Σάρκες αδύναμες αιωρούνται στον αέρα σαν ιστοί, σχηματίζοντας αβάσταχτες φιγούρες που ψάχνουν για κάποια ανέφικτη αντίληψη. Στις μίζερες γωνίες του μυαλού, η απώλεια και η ελπίδα χορεύουν έναν ακατάπαυστο παραδοξιακό χορό. Είναι η μυστική συμφωνία του απερίγραπτου, όπου οι άνεμοι της παράλογης αναταραχής φυσούν σαν ανάσα άγνωστων θεών.

Στον απέραντο ουρανό, η σάρκα και η σκέψη ενώνονται σε μια απροσδιόριστη σύνθεση. Τα όνειρα αναπτύσσονται σαν λουλούδια στον κήπο της απανθρωπιάς, και η ανάσα του ακατανίκητου χώρου κουβαλά τους εκκωφαντικούς κρότους του διανύσματος της επιθυμίας. Κάτι απόλυτα παράλογο έχει κατακλύσει αυτό το κενό, κάτι που όσοι προσπαθούν να περιγράψουν το αισθάνονται όπως έναν ύμνο στο αδιανόητο.

Ο θόρυβος της αδιάκοπης αγωνίας περιτυλίγει τις σκέψεις μας, ενώ το πέπλο της ασάφειας εκτείνεται πέρα από τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, καθιστώντας την καθημερινότητά μας μια συνεχή παράσταση, όπου η παράνοια και η φυσικότητα συγχέονται σε αναπόσπαστο κράμα. Στην ουσία, ο κόσμος αυτός κατοικείται από αντιφάσεις και ανεξήγητες αλήθειες. Κάθε γεύση, κάθε άρωμα, γεννιέται από την ατέλειωτη αναμονή, καθιστώντας τον χρόνο μια αδιάκοπη σύνθεση από αναπάντητα ερωτήματα.

Αναδύονται από τον ουρανό, χαμένα στην αχανή πλευρά των πιθανοτήτων. Πλάσματα με φτερά που αντανακλούν το φως με τον τρόπο που αντανακλούν οι ψυχές τη γνώση. Καμπύλες του χρόνου στρώνονται μπροστά τους, σαν αόρατοι δρόμοι που οδηγούν προς πολυδιάστατες σφαίρες. Οι σκιές και οι φωτεινές φιγούρες συγκλίνουν σε μία αρμονική ύπαρξη, προκαλώντας ιστορίες και εκθέτοντας αμέτρητες παραλλαγές του παραλόγου. Κάθε πτυχή, υφίσταται μέσα σε αυτόν τον υπερφυσικό ωκεανό, αναζητώντας μια ισορροπία μεταξύ του πραγματικού και του ονειρικού. Οι φωνές, σαν αχόρταγα άστρα, μεταφέρουν μηνύματα από το ένα άκρο της πραγματικότητας στο άλλο. Και ενώ η ουσία τους πλέκεται με τη δική μας, η καθημερινότητα και οι εφιάλτες συγχωνεύονται.

Η κρεμώδης ουσία παραμένει στην επιφάνεια του φαγητού, έτοιμη να ορίσει τις γεύσεις με την ανυπαρξία της. Έτσι και η παθητικότητα κρατάει τη ζωή μας σε αναμονή, χωρίς δράση και στόχους. Το δείπνο προετοιμάζεται σε μια ατμοσφαιρική κουζίνα, όπου οι σκιές της μαγείας και των ανεξήγητων ανακατεύονται στον αέρα σαν ομίχλη που πνέει ανάμεσα στις διαστάσεις. Οι μυστικές συνταγές αποκαλύπτονται μέσα από το πέπλο της αόριστης ουσίας, καθιστώντας τη στιγμή του φαγητού μια οργιαστική ακρόαση των αισθήσεων.

Στην πρώτη μπουκιά, οι αχανείς και μυστηριώδεις σκιές διασχίζουν το εφήμερο και του αφήνουν ένα μικροσκοπικό κομμάτι αιωνιότητας να παίζει. Ένα κομμάτι από τον ίδιο τον χρόνο, κομψά υφασμένο σε μια υπερβατική ιστορία, όπου οι μελωδίες της παράνοιας συνυπάρχουν με τα όνειρα των τρελών. Καθώς η κατανόηση της αιωνιότητας εξελίσσεται, οι σκιές αποκτούν πρόσωπο, μια μορφή ψυχικής δημιουργίας. Κάθε μπουκιά γίνεται ένα ταξίδι σε έναν παράλληλο κόσμο, όπου οι διαστάσεις αντανακλούν τις απέραντες δυνατότητες της ανθρώπινης φαντασίας.

Οι ανακαλύψεις, καθώς προχωρούν μέσα στον χρόνο, καθορίζουν έναν πανθεϊστικό πίνακα στοιχείων, που ξεκινάει με την ανθρώπινη ανησυχία και καταλήγει με τα μυστικά της φύσης. Το φως και η σκοτεινιά συναντιούνται στα πεπρωμένα, αφήνοντας στον αέρα γεύσεις από αλήθειες που περιμένουν να εκφραστούν. Οι κεραυνοί ανοίγουν διαδρόμους προς άλλους κόσμους και στις αχτίδες του έρωτα χορεύουν οι σκιές που φέρουν τα μυστικά της νύχτας. Ο έρωτας είναι το κλειδί. Κάθε έκφραση του έρωτα είναι ένα σημείο σύγκρουσης μεταξύ ουρανού και γης. Αιθέρια νεφελώματα, φωτίζονται από την πυρκαγιά του πάθους, αντικατοπτρίζοντας τα μυστικά που επιτρέπουν στη νύχτα να αναδειχθεί στην πληρότητά της.

Ψίθυροι ξεχασμένων βασιλείων εμποτίζουν τη μορφή τους, απηχώντας τη δύναμη χιλίων αρχαίων όντων. Είναι σαν να οικοδομούν αόρατες γέφυρες ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μεταφέροντας μέσα από το χρόνο την αιωνιότητα της γνώσης. Ο κάθε ψίθυρος, σαν συναφές μυστικό, έχει την ικανότητα να ανοίγει πύλες. Είναι μια ελαφριά αύρα που μεταφέρει απαρχαιωμένες μνήμες, καταλήγοντας να δένει τις κλωστές της αιτιότητας. Καθώς εξαπλώνονται, οι σκιές των παλαιών και ξεχασμένων βασιλείων ζωντανεύουν. Η ιστορία επαναλαμβάνεται σε μια ατέλειωτη περιπλάνηση μέσα από την άχρονη συνείδηση.

Η πόλη αναδύεται ως ένα χάος αντιφάσεων. Τα κτήρια στέφονται με φλέβες φωτός, ενώ σκοτεινά περάσματα εκτείνονται στο άπειρο. Γεννημένη από στάχτες, αναγεννημένη στη μανία, παρασύρει τα πάντα με την απερίγραπτη ένταση της. Η νέα ζωή που ανθίζει φέρνει μια εκρηκτική ενέργεια. Οι κάτοικοι ανάμεικτοι από διάφορες εποχές και διαστάσεις, ο καθένας με τη δική του έμφαση. Κάπου σε αυτόν τον πολύπλοκο λαβύρινθο των συναισθημάτων, οι εκφράσεις επαναπροσδιορίζουν το νόημα της ύπαρξης. Οι κάτοικοι επικοινωνούν με τη ζωή με τρόπο που ξεπερνά κάθε λογική και φαντασία.

Ακόμα και οι ενέργειες του απόκρυφου μπορούν να ανακατευθυνθούν. Ο ιερός χορός της μαγείας επιτρέπει στη θέληση να γλιστράει μέσα από τις αρχιτεκτονικές της πραγματικότητας, να διαπερνάει τα τοιχώματα της αστικής παράνοιας. Οι ασυνήθιστες επιρροές δημιουργούν έναν παράδεισο αντιφάσεων, όπου οι παραδοσιακές έννοιες της πραγματικότητας εξαλείφονται. Η έκφραση του απόκρυφου είναι μια τρικυμιώδης συμφωνία, με τα λόγια να αποκτούν σάρκα, αλλά να απαιτούν αίμα. Αξίζει όμως, να βλέπεις τον πνευματικό κόσμο να αναπνέει με τη ροή μιας άηχης ιαχής.