Δύο διαχρονικές απορίες. Τι είναι και τι γίνεται. Κάποιοι θα απαντήσουν βράζει και χύνεται. Αν και προσεγγίζουν το πρόβλημα με ενδιαφέρον τρόπο, δεν είναι σκοπός του παρόντος να διαλευκανθεί αυτή η μορφή απάντησης. Ούτε και γίνεται. Τουλάχιστον όχι με κάποιον άμεσο τρόπο.
Το ερώτημα αφορά στην ύπαρξη και στη μετάβαση και κατά πόσο αυτές μπορούν να συνυπάρξουν ή να διαμεταβιβαστούν. Αυτό το ζήτημα, μαζί με το πρόβλημα της Αρχής του κόσμου, αποτέλεσαν τον κορμό της σκέψης των Προσωκρατικών φιλοσόφων και συνεχίζουν να απασχολούν πολλές μορφές σκέψεις, σε κορμούς, διακλαδώσεις, καρπούς, ακόμα και στις εκάστοτε φυλλωσιές.
Σε αυτό το σημείο είθισται να γίνεται μία σύντομη ιστορική αναδρομή. Οι Προσωκρατικοί αποτελούν μια σημαντική φιλοσοφική περίοδο στην αρχαία ελληνική σκέψη, περιοδεύοντας κυρίως από τον 6ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ., με τρομερές και ανεπανάληπτες επιτυχίες. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τον μετασχηματισμό της σκέψης από μυθοπλαστικές εξηγήσεις σε λογικές προσεγγίσεις για την κατανόηση του κόσμου.
Το θέμα των Προσωκρατικών επικεντρώνεται στη φύση και την ύπαρξη, ενώ προσπαθούν να εξηγήσουν την αρχή του κόσμου. Αντί να βασίζονται σε μυθολογικές ερμηνείες και στη λίμπιντο του Δία, αναζήτησαν φυσικές, ρητορικές και μαθηματικές εξηγήσεις για την προέλευση και τη φύση του κόσμου. Παρατήρησαν, εξέτασαν, πειραματίστηκαν, αλλά κυρίως στοχάστηκαν. Ο στοχασμός τους, σαν ασταμάτητο τρυπάνι, έφτασε στα απύθμενα βάθη του θεμελιώδους.
Στόχος τους ήταν να κατανοήσουν την ουσία του παντός και να ανακαλύψουν τον κοινό παρονομαστή πίσω από την ποικιλία των φαινομένων. Η φιλοσοφική προσπάθεια αυτή οδήγησε σε μια σειρά από διαφορετικές απόψεις και σχολές σκέψης, όπως του Θαλή με τη μυστηριώδη αρχή, του Ηρακλείτου με τις φωτιές της αντίφασης, του Παρμενίδη με τις αιώνιες οντότητες, και του διδύμου Δημόκριτος – Λεύκιππος, των πιο σπουδαίων ατόμων στην επίλυση του μεγαλύτερου προβλήματος της αρχαίας φιλοσοφίας.
Αυτή η περίοδος θέτει τα θεμέλια για την επιστημονική σκέψη και τη φιλοσοφία, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις πιο σύγχρονες προσεγγίσεις της γνώσης και της ύπαρξης. Τα θεμέλια αυτά μπορούν να συνοψιστούν με πρόχειρο τρόπο, ο οποίος με βεβαιότητα θα αποδειχτεί ελλιπής, ως εξής:
- Σύνδεση με τη Φύση: Πολλοί Προσωκρατικοί επικεντρώνονταν στη φύση ως πηγή γνώσης. Αντί να βασίζονται σε μυθικές εξηγήσεις, προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη λειτουργία του κόσμου μέσα από την παρατήρηση της φύσης.
- Αναζήτηση της Αρχής: Οι Προσωκρατικοί ήθελαν να εντοπίσουν την αρχή ή τη βασική ουσία που κρύβεται πίσω από τα πάντα. Σε αυτήν την προσπάθεια, αντιμετώπιζαν την άγνοια ως κίνητρο για να εξερευνήσουν περαιτέρω και να ανακαλύψουν την πραγματικότητα.
- Διαφοροποίηση της Εμπειρίας: Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Προσωκρατικοί αντιλαμβάνονταν την άγνοια ως ανεπάρκεια της ανθρώπινης εμπειρίας. Αναζητούσαν τρόπους να υπερβούν αυτήν την άγνοια μέσω της λογικής, της μελέτης της φύσης και της ανάλυσης των στοιχείων.
- Κοινό Ερευνητικό Πεδίο: Παρά τις διαφορετικές απόψεις των Προσωκρατικών, υπήρχε ένα κοινό πνεύμα ερευνητικής περιέργειας και αναζήτησης που καθόριζε τη φιλοσοφική τους προσπάθεια. Η άγνοια δε θεωρήθηκε εμπόδιο, αλλά κίνητρο για να εξερευνήσουν τα άγνωστα.
Φυσικά, τέτοιου είδους λίστες αδυνατούν να καλύψουν την ποικιλία της φιλοσοφίας όπως εκφράζεται από τόσα άτομα, αλλά το μέσο αναγνωστικό κοινό αρέσκεται σε διαφοροποιήσεις του κειμένου, όπως η παραπάνω απαρίθμηση στοιχείων, οπότε παρακαλώ.
Ένα στοιχείο που πράγματι τους συνδέει ήταν η αρχή των όλων. Φυσικά, πολύ σύντομα η αρχή των όλων, μεταβλήθηκε στη φύση των όλων, δηλαδή στην ουσία της ύπαρξης. Το ερώτημα «γιατί υπάρχει ο κόσμος», έγινε «τι είναι αυτός ο κόσμος που υπάρχει», απλοποιήθηκε σε «τι είναι η ύπαρξη», και κάπως έτσι προέκυψε το ερώτημα του Είναι. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Του Θαλή για την ακρίβεια.
Ο Θαλής, ο αρχαιότερος καταγεγραμμένος από τους Προσωκρατικούς, παρουσίασε μια αρχή ως τη θεμελιώδη ουσία του κόσμου. Πρότεινε ότι η βάση του κόσμου είναι μια μοναδική ουσία, το νερό, την οποία έκανε αέρα ο Αναξιμένης, και «άπειρο» ο Αναξίμανδρος. Αυτή η αρχή αφαιρεί τα πολλαπλά φαινόμενα του κόσμου σε μια απλή, αφαιρετική ουσία.
Ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ουσία λειτουργεί παραμένει αδιευκρίνιστος. Ως νερό, ή αέρας, μετατρέπεται στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ύπαρξης. Αλλάζει δηλαδή. Γίνεται. Ως άπειρο, δεν έχει τέλος. Δεν τέμνεται. Έτσι προκύπτει το πρόβλημα. Εφόσον η βάση του κόσμου δε διαχωρίζεται, πως κάποιο κομμάτι της γίνεται πέτρα, φωτιά, άνθρωπος, ή οτιδήποτε άλλο; Εφόσον είναι αδιαίρετο, πως διαιρείται στην ποικιλία της καθημερινής εμπειρίας;
Ο Θαλής, με την επιλογή της μυστηριώδους αρχής, έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας άγνοιας. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή η αρχή εκφράζεται ή αλληλεπιδρά με τον κόσμο παραμένει άγνωστος. Δεν παρέχεται σαφής εξήγηση για το πώς αυτή η αρχή εξηγεί τη γένεση, την κίνηση ή την ποικιλομορφία των πραγμάτων.
Από το σκοτάδι του σκυθρωπού στοχασμού του, δίνει την απάντηση ο Ηράκλειτος. Τα πάντα είναι φωτιά. Όχι όμως με τον ίδιο τρόπο που τα πάντα ήταν νερό ή αέρας. Η φωτιά καίει, καταστρέφει, δημιουργεί, συνεχώς, σε έναν διαρκή και αδιαίρετο πόλεμο. Δεν υπάρχει το είναι, δεν υπάρχει η στιγμή. Όλα ρέουν από τη μία κατάσταση στην επόμενη.
Αντί να εξηγεί την ύπαρξη με σταθερές, αμετάβλητες καταστάσεις, είδε τον κόσμο ως μια συνεχή διαδικασία αντίφασης. Οι αντιφάσεις παρουσιάζονται και στην έννοια του συνεχούς. Η συνεχής αντίφαση είναι εμφανής στην ιδέα της πτώσης και της αναγέννησης, όπου από την αντίφαση και την καταστροφή γεννιέται νέα ζωή. Συνεπώς, ο Ηράκλειτος βλέπει την ύπαρξη ως έναν ακέραιο κύκλο αντιφάσεων, από τον οποίο πηγάζει η συνεχής αλλαγή. Αρνείται το Είναι. Απορρίπτει την ύπαρξη ως μία διανοητική ψευδαίσθηση.
Η περίφημη αρχή λοιπόν, δεν είναι κάποια ουσία, αλλά η ίδια η αλλαγή. Μέχρι να πας να τη μετρήσεις, έχει ήδη μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Η αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, στην αρχαιότερη μορφή της. Η ιδιοφυΐα του Σκοτεινού, ήταν να απορρίψει το Είναι. Δυστυχώς για αυτόν, το τέχνασμα μπορούσε να αντιστραφεί.
Enter Parmenides. Ο Παρμενίδης εξέτασε το πρόβλημα μέσω της έννοιας της ενότητας, καθώς και αυτός προσπαθούσε να ανακαλύψει τη φύση της πραγματικότητας. Εξέφρασε τις ιδέες του μέσα από ένα ποίημα που περιέγραφε τη συνάντησή του με τη θεά της Αλήθειας, κάτι που θα προτιμούσε να είχε σκεφτεί και ο συγγραφέας, ο οποίος αντ’ αυτής προτίμησε την παρέα της θεάς της Άγνοιας.
Ο Παρμενίδης πιστεύει σε μία αόριστη, μοναδική, και αδιαίρετη οντότητα ως την πραγματική ύπαρξη. Αυτή η ενότητα είναι η αληθινή πραγματικότητα, και όλες οι διαφορετικές εμφανίσεις στον κόσμο που αντιλαμβανόμαστε είναι απλώς αποκλίσεις ή εικονικές εναλλακτικές της. Δηλαδή δεν αλλάζει τίποτα, αλλά το φανταζόμαστε. Η αλλαγή αποτελεί ψευδαίσθηση και η προσπάθεια της ανθρώπινης αντίληψης να κατανοήσει τον κόσμο αδυνατεί να αποφύγει την πλάνη. Ο κόσμος που βλέπουμε, είναι μια παραπλανητική προβολή (ή σκιά αν μου συγχωρεθούν τα πλατωνικά spoilers) του πραγματικού αμετάβλητου κόσμου/Είναι.Ο Παρμενίδης θέτει την άπειρη ποικιλία των πραγματικοτήτων ως αντίφαση προς την αληθινή ενότητα. Ενώ η αληθινή ενότητα είναι αδιαίρετη, η ανθρώπινη γνώση διαιρεί και προσπαθεί να κατανοήσει την άπειρη ποικιλία των πραγματικοτήτων, με αποτέλεσμα η αντίληψη να διαφοροποιείται από την αληθινή ενότητα.
Πιο απλά, είμαστε όντα του χρόνου, άρα είμαστε καταδικασμένοι να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με βάση τις αλλαγές (αιτιακές σχέσεις). Αν ο αληθινός κόσμος είναι άχρονος, καθίσταται αδύνατο να τον αντιληφθούμε στην ουσία του. Τόσο βολικό όλο αυτό, που θα υπήρχαν εύλογες ενστάσεις, αν η σκέψη του Παρμενίδη δεν ήταν επικυρωμένη από τη θεά της Αλήθειας.
Ας αφήσουμε για λίγο τους μάταιους συλλογισμούς του ασύλληπτου. Θα έλεγε κανείς πως το επόμενο λογικό βήμα στην κουβέντα μας είναι η ατομική θεωρία του Δημόκριτου. Ας πούμε λοιπόν για τον Εμπεδοκλή.
Ο Εμπεδοκλής υποστήριξε ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά στοιχεία που αποτελούν τη βάση κάθε ύπαρξης: το νερό, ο αέρας, η φωτιά και η γη. Αυτή η ποικιλία των στοιχείων δημιουργεί μια πληθώρα φαινομένων στον κόσμο. Συμφωνεί με τον Παρμενίδη πως δεν υπάρχει φθορά και γένεση, όμως δεν ανάγει το Γίγνεσθαι σε ψευδαίσθηση, αλλά στην αλληλεπίδραση των στοιχείων αυτών. Προσπαθεί να εξηγήσει πώς αυτά τα στοιχεία συνεργάζονται και επιδρούν μεταξύ τους, και πώς η πληθώρα των πιθανών συνδυασμών δημιουργεί τις μεταβολές που παρατηρούμε.
Με την επιλογή των στοιχείων, αποφεύγει να ορίσει οριστικά τη βασική ουσία του κόσμου. Έχει δημιουργήσει τις βάσεις της επίλυσης του τρομερού προβλήματος της συμφιλίωσης των Είναι και Γίγνεσθαι. Όμως, η φωτιά αναβοσβήνει, το νερό εξατμίζεται, ο αέρας γίνεται αέρας, και η γη κάνει γενικά ότι να ‘ναι με όλες τις διαφορετικές μορφές της. Η θεωρία χρειαζόταν κάτι περισσότερο θεμελιώδες.
Τώρα είναι η ώρα του Δημόκριτου. Και του Λεύκιππου. Για κάποιους μόνο του δεύτερου, αλλά δεν είναι σκοπός του κειμένου να ασχοληθούμε με το προσωκρατικό ντράμα.
Για τους ατομιστές υπάρχουν δύο πράγματα. Τα άτομα και το κενό. Τα άτομα μπορεί να είναι διαφόρων σχημάτων, θέσεων και διατάξεων, αλλά αυτό δε μας απασχολεί. Μέσα λοιπόν στο άπειρο, αδιαίρετο, αμετάβλητο κενό, έχουμε ένα σωρό θεμελιώδη στοιχεία, τα άτομα, τα οποία ενώνονται, συγκρούονται και γενικά αλληλεπιδρούν με τρόπους, που από το Είναι τους αναδύεται το Γίγνεσθαι. Το πρόβλημα λύθηκε, η φιλοσοφία τελείωσε, μπορούμε να επιστρέψουμε στις δουλειές μας.
Φυσικά, και δε λύθηκε τίποτα. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας είναι πως δεν απαντά ερωτήματα, απλά τα διευρύνει. Από εκεί που αναρωτιόσουν τι είναι και τι γίνεται, τώρα αναρωτιέσαι:
- ποια είναι η αρχή;
- αρκεί η ανθρώπινη αντίληψη;
- τι γίνεται πέρα από την πλάνη της αντίληψης;
- επιλύονται οι αντιφάσεις της;
- τι είναι τα άτομα;
- πώς ορίζεται το κενό – τίποτα;
- έχει αρχή ο χρόνος;
- ποια είναι τα όρια του σύμπαντος;
- τι περιβάλλει/διαχέει το σύμπαν;
και άλλα λαχταριστά ερωτήματα για να ταΐζουν τον ακόρεστο λάκκο της υπαρξιακής σου απελπισίας. Συνολικά, οι Προσωκρατικοί προσεγγίζουν την φύση της πραγματικότητας με διάφορες προοπτικές και μας βοηθούν να έχουμε πιο ενημερωμένη αντίληψη της άγνοιας μας. Το όνομα όμως «Προσωκρατικοί» παραπέμπει σε κάτι σωκρατικό, για αυτό και στο επόμενο κείμενο θα μελετήσουμε την σκέψη ποιανού άλλου;
Του Πλάτωνα.